ΝΠΔΔ τα μουσεία με κυβερνητική απόφαση

by/ 0 Comments / 5 View / 23/12/2020

Τον ασκό του Αιόλου άνοιξε η πρωθυπουργική δήλωση, στη διάρκεια της χθεσινής συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου, ότι “στο εξής το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, τα Αρχαιολογικά Μουσεία της Θεσσαλονίκης και του Ηρακλείου, το Βυζαντινό Μουσείο, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, από διευθύνσεις του υπουργείου Πολιτισμού που είναι σήμερα μετατρέπονται σε αυτοτελείς οντότητες, πάντα υπό την εποπτεία του. Είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, αλλά πλέον μπορούν να χαράσσουν αυτόνομη πολιτική, διαχειριζόμενα τα ίδια πόρους, αλλά και χορηγίες”.

Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό άλλωστε, “ο πολιτισμός ανθίζει όταν χειραφετείται και όχι όταν καθοδηγείται”. Άλλως πώς, για την κυβέρνηση η αποδόμηση του δημόσιου χαρακτήρα του πολιτισμού για χάρη ιδιωτικών συμφερόντων είναι διαδικασία απόλυτης προτεραιότητας. Υπ’ αυτή τη συνθήκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρεί “πολύ σημαντική την παρέμβαση του υπουργείου Πολιτισμού, η οποία αφαιρεί γραφειοκρατία και προσθέτει αυτοτέλεια στα μουσεία μας, στα μεγάλα, τα εμβληματικά μουσεία μας, όπως έχει ήδη εξάλλου συμβεί με το Μουσείο της Ακρόπολης”.

Για μια ακόμα φορά λοιπόν ανακοινώνεται αιφνιδιαστικά και χωρίς καμία διαβούλευση το νομοσχέδιο για την αλλαγή του διοικητικού καθεστώτος των μεγάλων μουσείων της χώρας, τα οποία έως τώρα βάσει του Αρχαιολογικού Νόμου υπάγονται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, μετατρέποντάς τα σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.

Με τη μετατροπή αυτή τα μεγάλα και πιο προσοδοφόρα μουσεία θα αποκτήσουν διορισμένα διοικητικά συμβούλια, θα λειτουργούν αυτόνομα και κυρίως θα διαχειρίζονται κατά το δοκούν τα έσοδά τους, χωρίς, όπως ο νόμος ορίζει, να προσθέτουν τη συμβολή τους στον κορβανά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Σύμφωνα με το προτεινόμενο σχέδιο, στόχος της μετατροπής είναι “τα μουσεία αυτά, αξιοποιώντας τις τεχνικές διοίκησης και διαχείρισης επιχειρήσεων, επικοινωνίας και marketing, να βελτιώσουν την αποδοτικότητά τους με υιοθέτηση νέων στρατηγικών και αυτενέργεια”, ενώ η οργάνωση και λειτουργία τους καθορίζεται με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του υπουργού Πολιτισμού και οι πόροι του θα προέρχονται από τα εισιτήρια, τα αναψυκτήρια, την επιχορήγηση του υπουργείου, εκθέσεις, εκδηλώσεις, ξεναγήσεις, προβολή και εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού τους υλικού, από διεθνή και ευρωπαϊκά προγράμματα, δωρεές, χορηγίες, κληρονομίες, κληροδοσίες, κάθε είδους εισφορές.

Αυτά όλα κι όλα έγιναν γνωστά για το νομοσχέδιο που ετοιμάζεται. Όμως, όπως έχει αποδείξει η υπουργός, τα σχέδια τροποποιούνται στο άψε σβήσε και κατά το δοκούν. Άλλωστε το συγκεκριμένο έρχεται λίγες ημέρες μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για το ΤΑΠΑ, όπου, με την αλλαγή του άρθρου 45 του Αρχαιολογικού Νόμου, με νυχτερινές τροπολογίες και ρυθμίσεις, δίνεται η δυνατότητα εκπατρισμού αρχαιολογικών θησαυρών από συλλογές μουσείων για διάστημα μισού αιώνα, αλλά και την αλλαγή της μουσειακής πολιτικής, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη λειτουργία μικρών δημόσιων μουσείων.

Συνήθης πρακτική για την ηγεσία του υπουργείου ο αιφνιδιασμός και η αδιαφορία για τις δημόσιες συλλογικές διαδικασίες, ακόμα δε περισσότερο για δημόσια λογοδοσία και έλεγχο. Μπορεί η είδηση να ήρθε αιφνιδιαστικά, από το στόμα του πρωθυπουργού, παραμονές Χριστουγέννων -γιατί άραγε τόση βιασύνη;-, ωστόσο δεν προέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία.

Η υπουργός Πολιτισμού από τον Ιούλιο του 2019 είχε φροντίσει, στις πρώτες κιόλας εξαγγελίες της, μόλις ανέλαβε το χαρτοφυλάκιό της, να κάνει σαφείς τις προθέσεις της για τα μεγάλα και πιο προσοδοφόρα δημόσια μουσεία της χώρας. Από τότε έχει ξεσηκωθεί θύελλα αντιδράσεων. Ωστόσο το τετελεσμένο της χθεσινής πρωθυπουργικής δήλωσης προκαλεί την καθολική αντίρρηση των φορέων και των σωματείων εργαζομένων του ΥΠΠΟΑ.

“Θα σταθούμε απέναντι στην καταστροφική πολιτική που ετοιμάζεται να ακυρώσει τον δημόσιο χαρακτήρα των αρχαιοτήτων και των μουσείων και να μετατρέψει τα πάντα σε ιδιωτικά καταστήματα” διαμηνύει ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων δηλώνοντας την “απόλυτη αντίρρησή του” στη μετατροπή των μουσείων σε ΝΠΔΔ.

“Οι κιβωτοί της μοναδικής μας πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι δυνατόν να εξαρτώνται από ίδια έσοδα” και, “όπως όλα τα δημόσια αγαθά, πρέπει να παραμείνουν στο Δημόσιο”, τονίζει, υπενθυμίζοντας ότι “το υπουργείο Πολιτισμού έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς κατ’ εξουσιοδότηση του συντάγματος χάριν του ελληνικού λαού. Η αρμοδιότητα αυτή δεν δύναται να εκχωρηθεί”.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟ, δηλώνει ότι θα “αντιταχθούμε απέναντι στους καταστρεπτικούς για την πολιτιστική κληρονομιά σχεδιασμούς” και επισημαίνει τις “δυσμενείς επιπτώσεις” που θα έχει η υλοποίηση της κυβερνητικής εξαγγελίας, τόσο “στην υπόσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, στην προστασία και την ανάδειξη των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς που διαχειρίζονται τα μουσεία, όσο και στους ίδιους τους εργαζόμενους σε αυτά”.

Καταδεικνύει δε με σαφήνεια ότι “η επιλογή αυτή υπονομεύει τον δημόσιο χαρακτήρα των μουσείων, αποδυναμώνει τον επιστημονικό και παιδευτικό τους ρόλο, θέτει σε κίνδυνο την επαρκή χρηματοδότηση και στελέχωσή τους και ανοίγει τον δρόμο για την εφαρμογή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων λειτουργίας τους με τον διορισμό, για παράδειγμα, εξωυπηρεσιακών παραγόντων στα Δ.Σ., κατά τη βούληση του εκάστοτε υπουργού”.

Η Πανελλήνια Ένωση Υπαλλήλων Φυλάξεως Αρχαιοτήτων επαναλαμβάνει την “αντίθεσή της” στη μετατροπή του διοικητικού καθεστώτος των μουσείων και ζητάει άμεση ενημέρωση και συνάντηση με την υπουργό, δηλώνοντας ότι “οποιαδήποτε αλλαγή εργασιακών σχέσεων και αμοιβών στους αρχαιοφύλακες στα συγκεκριμένα μουσεία θα μας βρει σφόδρα αντίθετους, είτε είμαστε κλειστά είτε ανοιχτά”.

Avgi.gr