Ελαττωματικά πλοία-ψυγεία απειλούν τη ζωή στην Ανταρκτική

by/ 0 Comments / 3 View / 06/05/2021

Στα τέλη Ιουλίου 2019 ένα φορτηγό πλοίο με σημαία Παναμά, 134 μέτρων, γνωστό ως πλοίο-ψυγείο, εισήλθε στα νερά της Ανταρκτικής με κατεύθυνση προς τη Νότια Γεωργία, ένα μικρό βραχώδες νησί εντός της προστατευόμενης ζώνης του Νoτίου Ωκεανού, μιας περιοχής αναπαραγωγής για φώκιες, θαλάσσιους ελέφαντες και βασιλικούς πιγκουίνους.

 

Το πλοίο με το όνομα Avunda ανήκει στην εταιρεία Lilium Shipping S.A., η οποία με τη σειρά της ανήκει στη Lavinia Corporation, που ελέγχεται από τους Ελληνες αδελφούς Πάνο και Θανάση Λασκαρίδη. Τα αδέλφια έχουν σημαντική ισχύ στην παγκόσμια ναυτιλία και διατηρούν στενούς δεσμούς με τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση. Επίσης, είναι γνωστοί για τη στήριξη προσπαθειών καθαρισμού θαλασσών και ακτών και, πιο πρόσφατα, για την ενίσχυση της καμπάνιας κατάργησης πλαστικών μιας χρήσης στην Ελλάδα. Ωστόσο, γύρω από το πλοίο Avunda υπήρχαν πολλά ερωτήματα σχετικά με την «καθαρότητά» του.

Υστερα από σχεδόν έναν μήνα στην Ανταρκτική, το ηλικίας 27 χρόνων φορτηγό-πλοίο απομακρύνθηκε από τα προστατευμένα νερά και στις 18 Οκτωβρίου πέρασε από έλεγχο στο λιμάνι Zhoushan σε ακτή της Ανατολικής Κίνας. Εκεί, οι ελεγκτές κατέγραψαν 11 παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων του πιστοποιητικού ατμοσφαιρικής ρύπανσης του πλοίου και του εξοπλισμού φιλτραρίσματος πετρελαίου. Το πλοίο τέθηκε υπό κράτηση από τις λιμενικές αρχές. Το όνομά του επανεμφανίστηκε το 2020, σε μια έκθεση της Greenpeace όπου περιγράφονται λεπτομερώς οι κίνδυνοι που προκαλούν τα πλοία-ψυγεία στην πιθανότατα τελευταία ανέγγιχτη περιοχή άγριας ζωής.

Σύμφωνα με ωκεανογράφους και ακτιβιστές, τα πλοία-ψυγεία, παρουσιάζοντας υψηλό ποσοστό παραβάσεων στις επιθεωρήσεις λιμένων, δεν πρέπει να έχουν θέση στα πολύ ευαίσθητα νερά της Ανταρκτικής. Αυτά τα πλοία κυριαρχούν επίσης στη λεγόμενη μεταφόρτωση, την πρακτική, δηλαδή, της μεταφοράς αλίευσης από ένα σκάφος σε άλλο, συνήθως από ένα αλιευτικό πλοίο σε ένα πλοίο-ψυγείο. Η πρακτική αυτή ελέγχεται προσεκτικά στο λιμάνι, αλλά όχι το ίδιο μακριά από τις ακτές, όπου μπορεί να κρύβονται παράνομα αλιεύματα. Στην Ανταρκτική τέτοιο αλίευμα είναι το κριλ, ένα οστρακόδερμο ζωτικής σημασίας για το οικοσύστημα της Ανταρκτικής που αποτελεί τροφή για φάλαινες, φώκιες, πιγκουίνους, καλαμάρια και ψάρια και το οποίο υπόκειται σε αλιευτικούς περιορισμούς.

 

Η Επιτροπή για τη Διατήρηση των Θαλάσσιων Εμβιων Πόρων της Ανταρκτικής (CCAMLR), ένας διεθνής οργανισμός ο οποίος συντονίζει τη θαλάσσια ζωή στην Ανταρκτική, περιορίζει την αλιεία κριλ στον Νότιο Ωκεανό, αλλά μερικές φορές χρησιμοποιούνται οι μεταφορτώσεις ώστε να ξεπεραστούν αυτοί οι περιορισμοί. Ενώ η έκθεση της Greenpeace δεν την κατηγορεί ευθέως για παρανομίες, γεγονός είναι ότι στην προστατευόμενη ζώνη της CCAMLR η οικογένεια Λασκαρίδη κυριαρχεί. Από τα 25 πλοία-ψυγεία που παρακολούθησε η Greenpeace στη ζώνη μεταξύ 2017 και 2019, τα 19 ανήκαν ή ελέγχονταν από τους δύο Ελληνες αδελφούς, αν και κάποια έκτοτε έχουν αλλάξει χέρια.

 

«Το παγκόσμιο δίκτυο των πλοίων-ψυγείων διευκολύνει τη μεταφορά ψαριών, ανθρώπων και άλλων αγαθών σε όλο τον κόσμο, επιχειρώντας στη θάλασσα, μακριά από εξονυχιστικούς ελέγχους. Αυτό το σύστημα είναι γνωστό ότι διευκολύνει μερικές από τις χειρότερες πρακτικές στον ωκεανό», δηλώνει ο Αλκης Καφετζής, υπεύθυνος εκστρατειών της Greenpeace Ελλάδας για το Θαλάσσιο Περιβάλλον. «Από την παράνομη αλιεία έως τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η μεταφόρτωση βρίσκεται στο επίκεντρο ενός μη βιώσιμου και καταστροφικού για τα μακρινά νερά στόλου πλοίων. Επιτρέπει στα πλοία να παραμένουν στη θάλασσα πολύ περισσότερο από όσο είναι ασφαλές για το πλήρωμα και νοθεύει τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, καθιστώντας ευκολότερη την είσοδο στην αγορά παράνομων αλιευμάτων».

 

Οι αδελφοί Λασκαρίδη αρνούνται οποιαδήποτε σχέση με το εν λόγω φορτίο και αναφέρουν ότι τα ελαττώματα που εντόπισαν οι ελεγκτές στα πλοία τους είναι ήσσονος σημασίας και γρήγορα διορθώθηκαν πριν πλεύσουν ξανά. Μεταξύ 2017 και 2019, έξι πλοία που ανήκουν ή ελέγχονται από τους αδελφούς Λασκαρίδη εντοπίστηκαν από την Greenpeace σε προστατευόμενες ζώνες της Ανταρκτικής, όμως αμέσως μετά κρατήθηκαν σε κάποιο λιμάνι, το οποίο αποτελεί την πιο σκληρή ποινή που μπορεί να επιβάλει ένας ελεγκτής λιμανιού. Από τα έξι πλοία, εκτός από το Avunda, ένα άλλο σκάφος, ένα πλοίο-ψυγείο με το όνομα Iris, είχε ελαττώματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επικίνδυνα για το περιβάλλον.

 

Δεδομένα εντοπισμού, που αποκτήθηκαν από το BIRN, δείχνουν ότι το πλοίο Iris εισήλθε στα ύδατα CCAMLR τον Μάρτιο του 2017 και μετά πάλι τον Μάρτιο του 2018, ταξιδεύοντας στα νησιά South Shetland στην κορυφή της Ανταρκτικής.

 

Το πλοίο Iris, με σημαία Παναμά, που ανήκει στους αδελφούς Λασκαρίδη μέσω της εταιρείας τους Seaview Maritime S.A., τέθηκε υπό κράτηση στην πόλη Zhoushan τον Οκτώβριο του 2017, στο μεσοδιάστημα δύο ταξιδιών του στην Ανταρκτική.

 

Σύμφωνα με τη Lloyd’s List Intelligence (σ.σ.: υπηρεσία πληροφοριών ναυτιλίας), καταγράφηκαν συνολικά δέκα παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένων αρκετών που αφορούσαν τη μονάδα επεξεργασίας λυμάτων του πλοίου, τον εξοπλισμό φιλτραρίσματος πετρελαίου και τις σωσίβιες λέμβους.

 

Νεκρό πλοίο

Τα Avunda και Iris δεν είναι τα μόνα πλοία των αδελφών Λασκαρίδη που έχουν προβλήματα με τους ελεγκτές ενόσω πλέουν σε προστατευόμενα ύδατα της Ανταρκτικής. Το 2018, η Greenpeace εντόπισε το Skyfrost, ένα πλοίο-ψυγείο που ανήκει στην Berwick Group Ltd με έδρα τις Μπαχάμες, μια άλλη θυγατρική της εταιρείας χαρτοφυλακίου Λασκαρίδη.

 

Αφού έφυγε από την Κίνα, το Skyfrost, ύστερα από μια εβδομάδα κατά την οποία το αυτόματο σύστημα εντοπισμού AIS ήταν απενεργοποιημένο, πέρασε τη Σιγκαπούρη στις 28 Ιανουαρίου, μπήκε στα ύδατα της CCAMLR στις 10 Μαρτίου και έφτασε στο Discovery Bay του νησιού Greenwich. Η αποστολή του, σύμφωνα με την Greenpeace, ήταν να μεταφορτώσει κριλ από έξι πλοία, συμπεριλαμβανομένου του More Sodruzhestva, μιας μηχανότρατας με σημαία Ουκρανίας.

 

Οι ακτιβιστές της Greenpeace παρατήρησαν αυτή τη μεταφόρτωση, αναφέροντας ότι πραγματοποιήθηκε «κοντά σε μια ειδικά προστατευμένη περιοχή, παρά τον πιθανό αντίκτυπο στην άγρια ζωή». Το Skyfrost έφυγε από την Ανταρκτική στις 18 Απριλίου 2018.

 

Δύο μήνες πριν εισέλθει στα προστατευόμενα ύδατα της Ανταρκτικής, ωστόσο, το πλοίο-ψυγείο είχε ελεγχθεί στο λιμάνι Dalian της Κίνας, όπου καταγράφηκαν έξι παραλείψεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούσαν πιστοποιητικά πληρώματος και πυρασφάλεια. Το πλοίο δεν τέθηκε υπό κράτηση. Σήμερα κατατάσσεται ως ένα «νεκρό πλοίο», ελλιμενισμένο στο Μπανγκλαντές. Σύμφωνα με την Greenpeace, το πλοίο είχε επίσης «εξαφανιστεί» ενώ έπλεε από την Ανταρκτική προς την Κίνα, έχοντας απενεργοποιήσει το Αυτόματο Σύστημα Αναγνώρισης AIS.

 

«Η απενεργοποίηση του AIS είναι μια από τις ενδείξεις των πλοίων που κινούνται ύποπτα, καθώς πρόκειται για μια συσκευή ασφάλειας και διαφάνειας που πρέπει πάντα να λειτουργεί εκτός σπάνιων εξαιρέσεων», δήλωσε ο Will McCallum, επικεφαλής της παγκόσμιας εκστρατείας της Greenpeace για την προστασία των ωκεανών.

 

«Ενα επιπλέον στοιχείο, που ενισχύει την έλλειψη διαφάνειας, είναι το γεγονός ότι η CCAMLR συνεχίζει να επιτρέπει τη διέλευση στα ύδατά της σε πλοία με σημαία μη μέλους της, στοιχείο που καθιστά την επιβολή ποινών πρακτικά αδύνατη, ενώ παράλληλα υπάρχει σημαντικός κίνδυνος μείωσης των προτύπων υγείας και ασφάλειας», δήλωσε ο McCallum.

 

Σύμφωνα με την Greenpeace βάσει δεδομένων από τη Lloyd’s List Intelligence, τα πλοία-ψυγεία των αδελφών Λασκαρίδη που λειτουργούν στη CCAMLR παρουσιάζουν ποσοστό αποτυχίας 60% σε κρατικές επιθεωρήσεις ελέγχου λιμένος, όπου «ως αποτυχία ορίζεται να υπάρχει τουλάχιστον μία παράλειψη κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου». Εκτός από τα Avunda και Iris, ακόμα τέσσερα πλοία των αδελφών Λασκαρίδη τέθηκαν υπό κράτηση σε λιμάνια μεταξύ του 2017 και του 2019 για παραβάσεις που εκτείνονται από ελλιπή πιστοποιητικά πληρώματος ώς τις συνθήκες εργασίας στο πλοίο.

 

Το BIRN επικοινώνησε με την εταιρεία Laskaridis Shipping αρκετές φορές για σχόλια, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Οι ερωτήσεις του BIRN σχετίζονταν με το αν τα πλοία της εταιρείας εμπλέκονται ή όχι σε μη εγκεκριμένη, μη καταγεγραμμένη και ανεξέλεγκτη αλιεία, με τα ποσοστά αποτυχίας σε ελέγχους, με τον περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο, την ασφάλεια στο πλοίο και τη διαφάνεια σε σχέση με τις μετακινήσεις των πλοίων τους. Η εταιρεία, ωστόσο, απάντησε στην έκθεση της Greenpeace απορρίπτοντας οποιoνδήποτε υπαινιγμό ότι τα πλοία της εμπλέκονται με παράνομα φορτία.

 

Σύμφωνα με την έκθεση, η εταιρεία «δήλωσε ότι λαμβάνει πολύ ενεργά μέτρα, πιο αυστηρά ακόμα και πέρα από τα πρότυπα του κλάδου, για να διασφαλίζει ότι δεν μεταφέρει ή δεν εμπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιαδήποτε μεταφορά παράνομου φορτίου, συμπεριλαμβάνοντας στα μέτρα τη διατήρηση μακροχρόνιων σχέσεων με γνωστούς αλιευτικούς οργανισμούς, την ενσωμάτωση από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της ρήτρας BIMCO IUU, την προαπαιτούμενη έκδοση αδειών μεταφόρτωσης από πράκτορες που εμπλέκονται στη μεταφόρτωση και την απαίτηση αδειών αλιείας από μηχανότρατες τρίτων μερών».

 

Ωστόσο, η εταιρεία έχει κατηγορηθεί και άλλη φορά για περιβαλλοντικές καταστροφές. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Maritime Herald, στην εταιρεία Laskaridis Shipping επιβλήθηκε πρόστιμο ενός εκατομμυρίου ευρώ το 2017 από το δικαστήριο της Βρέστης για διαρροή πετρελαίου από το πλοίο Thisseas, ένα μεταφορικό με σημαία Λιβερίας, στα ανοιχτά των ακτών της Βρετάνης κατά το προηγούμενο έτος. Η Greenpeace ανέφερε ότι οι αδελφοί Λασκαρίδη υποστήριξαν πως το Εφετείο διαπίστωσε ότι δεν φταίνε, ωστόσο η υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Το BIRN δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει την έκβαση της υπόθεσης καθώς η Laskaridis Shipping αρνήθηκε να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία ή εξήγηση.

 

Επίσης το 2017, τo πλοίο-ψυγείο Uruguay, το οποίο διαχειρίζεται η Baltmed Reefer Services Ltd, μια θυγατρική της Laskaridis, βυθίστηκε περίπου 350 ναυτικά μίλια βορειοανατολικά των Νήσων Φόκλαντ έπειτα από πρόσκρουση με παγόβουνο. Τη στιγμή της σύγκρουσης, το πλοίο βρισκόταν εντός της περιοχής CCAMLR και, σύμφωνα με την έκθεση του South Atlantic News Agency Merco Press, μετέφερε 560 τόνους βαρύ μαζούτ, μια ουσία απαγορευμένη στην Ανταρκτική. Η πλευρά Λασκαρίδη αρνήθηκε ότι το Uruguay μετέφερε αυτό το πετρέλαιο. Και τα 42 μέλη του πληρώματος εγκατέλειψαν το πλοίο με ασφάλεια.

Efsyn.gr