Πικρή ομολογία για τους Ποινικούς Κώδικες

by/ 0 Comments / 0 View / 23/11/2021

Αντα Ψαρρά

Μέλη της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής παραδέχθηκαν σε ημερίδα του ΔΣΘ ότι η κυβέρνηση τους χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει τις αλλαγές που ήθελε, γεγονός που εξηγεί γιατί ο Κ. Τσιάρας δεν κατέθεσε στη Βουλή το πόρισμα της Επιτροπής. ● «Το θέμα είναι να μη λένε ότι “οι ειδικοί μάς εισηγήθηκαν αυτά”. Διότι οι ειδικοί δεν εισηγήθηκαν αυτά» ήταν ένα από τα σχόλια του Ν. Μπιτζιλέκη, ενώ ο πρόεδρος Λ. Μαργαρίτης περιέγραψε τις… χειρόγραφες παρεμβάσεις που έγιναν πάνω στο κείμενο της Επιτροπής.

Mέλη της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, που επεξεργάστηκαν τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες, παραδέχονται -εκ των υστέρων βέβαια- ότι η κυβέρνηση τους χρησιμοποίησε για να νομιμοποιήσει τις αλλαγές που εκείνη ήθελε!

Αν και η ομολογία δεν αλλάζει, δυστυχώς, τον ήδη ψηφισμένο από τη Ν.Δ. νόμο του υπουργείου Δικαιοσύνης, εξηγεί γιατί ο υπουργός Κώστας Τσιάρας δεν κατέθεσε στη Βουλή το πόρισμα της Επιτροπής, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της αντιπολίτευσης.

Η παραδοχή μελών της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής έγινε κατά τη διάρκεια επιστημονικής ημερίδας του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και μάλιστα από τα πλέον επίσημα χείλη: του προέδρου της Επιτροπής, Λάμπρου Μαργαρίτη, και του μέλους Νίκου Μπιτζιλέκη. Και οι δυο είναι καθηγητές Ποινικού Δικαίου στο ΑΠΘ. Τα σχόλιά τους για τις αλλαγές που επέβαλαν οι «άγνωστοι» επιτελείς του υπουργείου είναι αιχμηρά.

«Ξέρω καλά ποιος νομοθετεί στην Ελλάδα και πάντως δεν νομοθετεί καμία νομοπαρασκευαστική επιτροπή – δυστυχώς και για τις νομοπαρασκευαστικές», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Λ. Μαργαρίτης και πρόσθεσε σχετικά με το τελικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε ότι «αν πάρει κανείς το κείμενο που δώσαμε εμείς και αυτό που είναι στη Βουλή, με χειρόγραφα με τη μορφή δήθεν νομοτεχνικών βελτιώσεων που κάποτε δεν έχουν καμία σχέση με νομοτεχνική βελτίωση, είναι κατάργηση ή προσθήκη εδαφίων, διατάξεων κτλ, βλέπεις χειρόγραφο κείμενο. Αυτός είναι ο τρόπος που νομοθετούμε, δυστυχώς».

Σχολιάζοντας, επίσης, συζητήσεις με τον συνάδελφό του, ο πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής είπε: «Ο Νίκος ο Μπιτζιλέκης νόμιζε ότι ήταν ο νομοθέτης. Του έλεγα συνέχεια: “Αλλοι θα τα κάνουν σμπαράλια παρακάτω”. “Οχι”, έλεγε. Να το!», κατέληξε ο πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής.

Από την πλευρά του ο Ν. Μπιτζιλέκης ανέφερε: «Εγώ υπήρξα μέλος της επιτροπής που εισηγήθηκε κάποιες αλλαγές, αλλά προφανώς υπήρξε και κάποια άλλη επιτροπή στο υπ. Δικαιοσύνης που πρότεινε το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε […] Πράγματι οι αλλαγές οδηγούν στην αυστηροποίηση με σημαντική αύξηση ποινών, παρά την προσπάθεια που είχε ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια (ήδη επί υπουργίας Παπαληγούρα) για έναν αποπληθωρισμό των ποινών. Είχε από το 2004 επισημανθεί η ανάγκη να πάψει να ισχύει στη χώρα η μεγάλη διαφορά μεταξύ απειλούμενης και εκτιμώμενης τελικά ποινής. Σήμερα έχουμε εδώ οπισθοδρόμηση».

Επισήμανε, δε, και άλλες επιμέρους προβληματικές διατάξεις και σχολίασε: «Το θέμα είναι να μη λένε ότι “οι ειδικοί μάς εισηγήθηκαν αυτά”. Διότι οι ειδικοί δεν εισηγήθηκαν αυτά. Δεν εισηγήθηκαν τις ισόβιες καθείρξεις ως μοναδικές ποινές, ούτε έκαναν τέτοιες προτάσεις. Να αναλάβουν την ευθύνη των προτάσεών τους […] Καμιά φορά μάς χρησιμοποιούν για να καλύψουν με επιστημονικό τρόπο τις προτάσεις τους».

Καταπέλτης ήταν και η εισηγήτρια Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου και ο καθηγητής Κώστα Κοσμάτος. Η πρώτη μίλησε για την αυστηροποίηση των ποινών, παραθέτοντας στοιχεία από τις άλλες χώρες της Ευρώπης και κλείνοντας σημείωσε: «Αυτά τα γράφει [σ.σ. ο υπουργός] και στο κατατεθειμένο κείμενο ότι “είμαι σύμφωνος με όσα μου εισηγήθηκε η επιτροπή”. Αυτό είναι λάθος πραγματικά. Ή θα ακολουθούν αυτά που τους λένε οι επιτροπές ή ας κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει». Ο κ. Κοσμάτος αναφέρθηκε διεξοδικά στην αναστολή, την εναλλακτική έκτιση ποινής και την υφ’ όρον απόλυση.

Εντονη ήταν η αντίδραση του τομεάρχη Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, Θεόφιλου Ξανθόπουλου: «Οι αποκαλύψεις αυτές εκθέτουν την κυβέρνηση αλλά και προσωπικά τον υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος πρώτα εργαλειοποίησε τους επιστήμονες, στη συνέχεια παραπλάνησε την κοινή γνώμη και, στο τέλος, συσκότισε την εικόνα στο Κοινόβούλιο.

Δυστυχώς για τον νομικό μας πολιτισμό, επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η θέση μας ότι οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα δεν ήταν αποτέλεσμα επιστημονικής μελέτης, αλλά πολιτικής υποκρισίας, επικοινωνιακής δημαγωγίας και άκρατου ποινικού λαϊκισμού». Το θέμα ανέδειξε και ο Χάρης Καστανίδης, υποψήφιος για την προεδρία του Κινήματος Αλλαγής και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης.

Σημεία της εισήγησης της Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου

Σημεία της εισήγησης της Ελ. Καστανίδου: Θεμελιώδεις σκοποί του νέου Ποινικού Νόμου (σ.σ. Νομοσχέδιο Τσιάρα)  είναι η δημιουργία κλίματος ασφάλειας και να μη μένει κανένα έγκλημα ατιμώρητο. Εκ νέου αξιοποίηση του γνωστού από το παρελθόν πολυχρησιμοποιημένου  εργαλείου της αύξησης των στερητικών της ελευθερίας ποινών.

Πρόκειται μάλιστα για θεαματική αύξηση σε σημαντικό αριθμό σοβαρών εγκλημάτων με αποτέλεσμα οι ποινές να υπερβαίνουν κατά πολύ ακόμα και εκείνες που προέβλεπε ο παλιός (προ του 2019) Ποινικός Κώδικας. Επί πλέον για πολλά εγκλήματα όπως είναι η ανθρωποκτονία, η θανατηφόρα ληστεία, ο θανατηφόρος βιασμός απειλείται πλέον ως μόνη ποινή η ισόβια κάθειρξη.

Με την επιλογή του αυτή το ΥπΔικ αγνοεί ηθελημένα τόσο τις βασικές αρχές που διέπουν ένα σύγχρονο ποινικό δίκαιο όσο και τις συστάσεις που έχουν γίνει κατά καιρούς από διεθνείς και ευρωπαϊκούς φορείς προς την ελληνική κυβέρνηση. Με το νέο νόμο αγνοούνται οι συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης όπως διατυπώθηκαν σε έκθεσή του το 2018 (πριν αλλάξει ο Κώδικας) η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μεγάλων ποινών από τις χώρες της Ευρώπης ενώ τα ποσοστά εγκληματικότητας είναι χαμηλότερα ή ίσα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αγνοείται τώρα ακόμα και η σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα ενώ το υπουργείο δικαιοσύνης μας είπε ότι έλαβε συγκριτικά επισκόπηση σχετικά με το μέγεθος των ποινών. Μια μικρή περιήγηση όμως στις νομοθεσίες άλλων κρατών δείχνει ότι μάλλον το αντίθετο συνέβη μια και για την ανθρωποκτονία με δόλο π.χ. στην Αυστρία προβλέπονται ισόβια ή κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών όση δηλαδή προέβλεπε και ο Π.Κ. του 2019 ενώ στη Γερμανία η κάθειρξη μπορεί να ξεκινά από 5 χρόνια και υπό προϋποθέσεις μόνο επιβάλλονται τα ισόβια, το ίδιο και στη Δανία ενώ στην Ισπανία δεν προβλέπονται ισόβια αλλά 8 με 10 χρόνια κάθειρξη και μάξιμουμ 25. Στη Νορβηγία μόνο 8 με 21 χρόνια κάθειρξη.

Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι αρκετό για τις άλλες χώρες γιατί δεν είναι αρκετό για την Ελλάδα. Αγνοούνται επίσης στον νέο νόμο τα σύγχρονα πορίσματα της ποινικής επιστήμης που καταλήγουν ότι η αύξηση των ποινών δεν αυξάνει τελικά την οριακή αποτρεπτική επίδρασή τους και δεν μπορεί πραγματικά να βοηθήσει στη δημιουργία ενός κλίματος ασφάλειας.

Μόνο κατ’ επίφαση γιατί έτσι πιστεύει ο κόσμος. Η εύκολη επιλογή της αύξηση πάντα χρησιμοποιείται για παρόμοιους επικοινωνιακούς λόγους. Είχαμε φτάσει πριν τους νέους κώδικες να τείνουν να μετατραπούν τα πάντα σε κακουργήματα. Αρκεί μια αναδρομή στα στατιστικά του εγκλήματος από τις επίσημες καταγραφές της ΕΛ.ΑΣ για να διαπιστωθεί ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια που για την ανθρωποκτονία με δόλο απειλούνταν μόνο ισόβια ο αριθμός τους μαζί με τις απόπειρες  από το 1991 ήταν περίπου 220 με 300 κάθε χρόνο με μια αύξηση στα χρόνια της κρίσης (2010 με 2013). Και μόνη ποινή τότε ήταν τα ισόβια. Αν δεν βοήθησε αυτό τότε πώς θα βοηθήσει τώρα; Με το νέο δε κώδικα που προέβλεπε 10 χρόνια έως ισόβια δεν αυξήθηκαν οι ανθρωποκτονίες .

Πάλι για επικοινωνιακούς λόγους καταστρέφεται η εσωτερική συνοχή του νέου κώδικα και κυρίως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Γιατί π.χ. να απειλούνται μόνο ισόβια για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας αλλά όχι για την επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας; Γιατί μόνο ισόβια για κάθε θανατηφόρο εμπρησμό συμπεριλαμβανομένου και του εμπρησμού δάσους αλλά όχι για θανατηφόρες πλημμύρες, εκρήξεις κλπ. ;

Ολα για λόγους επικοινωνιακούς. Επιβάλλεται η αναλογικότητα των ποινών και είναι έργο των δικαστών που θα κρίνουν. Η ανελαστική ποινή είτε ο δράστης ενεργεί με δόλο, είτε με ενδεχόμενο δόλο, είτε σχεδιάζει την πράξη, είτε ενεργεί με συναισθηματική φόρτιση παραβιάζει ευθέως την αρχή της αναλογικότητας κι έτσι προσβάλλει και τους Έλληνες δικαστικούς λειτουργούς καθώς υποδηλώνει αμφισβήτηση της αρμοδιότητάς του να εφαρμόζουν σωστά το Νόμο εξατομικεύοντας την ποινή.

Ο νομοθέτης τώρα φαίνεται να σφετερίζεται αρμοδιότητες που δεν του ανήκουν, όπως σωστά επισήμανε η Ένωση Ποινικολόγων, κινούμενος στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που έχει υιοθετήσει η Ευρώπη. Τα ισόβια όμως δεν είναι το μόνο μέτρο που σκέφτηκε ο νομοθέτης για τη δημιουργία κλίματος ασφάλειας στη χώρα. Επανάφερε την ποινή και για την απρόσφορη (αποτυχημένη) απόπειρα.

Η αιτιολογική έκθεση έλεγε ότι η κατάργηση ποινής της απρόσφορης απόπειρας προκάλεσε σοβαρό κενό τιμώρησης. Η αλήθεια είναι ότι η παλιά διάταξη ελάχιστα απασχόλησε τη νομολογία. Δεν βρήκα ούτε μια αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση τα τελευταία χρόνια.

Αν ο Έλληνας νομοθέτης θέλει πραγματικά να δημιουργείται ένα αίσθημα ασφάλειας αντιμετωπίζοντας την εγκληματικότητα αυτό δεν θα το πετύχει με την αύξηση των ποινών ή τη διεύρυνση του αξιοποίνου. Πρέπει αντίθετα να σταθεί  στα σημεία εκείνα που διεθνώς αναγνωρίζονται ως σημαντικοί παράγοντες για την άσκηση μιας σοβαρής αντεγκληματικής πολιτικής:

Η έγκαιρη εξιχνίαση των εγκληματών, η γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης και η σωφρονιστική μέριμνα από κοινού βέβαια με γενικότερα μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα. Σε όλους τους παραπάνω τομείς παρατηρείται δυστυχώς σοβαρό έλλειμμα και φυσικά αυτό δεν μπορεί να καλυφθεί με τις απειλές πολύ υψηλών ποινών. Αξίζει να σας αναφέρω ότι το 2020 από τα 238 κακουργήματα κατά της ζωής εξιχνιάστηκαν μόνο τα 106 (44,3%),  από τα 141 κατά της γενετήσια ελευθερίας μόνο τα 33 (32%) και από τα 3644 κακουργήματα κατά της ιδιοκτησίας εξιχνιάστηκαν μόνο τα 1020 (28%).

Αν όμως τόσο σοβαρά εγκλήματα μένουν ανεξιχνίαστα είναι προφανές ότι η αποτρεπτική δύναμη των ποινών όσο υψηλές κι αν είναι μειώνεται και η εμπέδωση της πεποίθησης ότι κανένα έγκλημα δεν μένει ατιμώρητο φαντάζει πράγματι αλήθεια.

efsyn.gr