Επικίνδυνες ανατροπές στο Οικογενειακό Δίκαιο αντί μεταρρύθμισης

by/ 0 Comments / 1 View / 26/03/2021

Σε πείσμα των σοβαρών επιστημονικών αντιρρήσεων για την πρωτοβουλία του να αλλάξει κατά το δοκούν το νομικό καθεστώς του Οικογενειακού Δίκαιου, ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας ανάρτησε στη σελίδα διακυβέρνησης το σχέδιο νόμου που φέρεται να απέχει ακόμα και από το πόνημα της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής υπό τον πρώην εισαγγελέα Αρείου Πάγου, Ιωάννη Τέντε (και πρόεδρο της Ακαδημίας Διαφάνειας του αδρά επιχορηγούμενου ιδιωτικού οργανισμού ΕΟΔΔ του Σπ. Φλογαΐτη).

Η επιτροπή Τσιάρα αποτελούνταν αποκλειστικά από επιλεγμένους εκπροσώπους του νομικού κόσμου και ήταν ανύπαρκτη η παρουσία επιστημόνων άλλων κλάδων που έχουν αντικείμενο το παιδί και τον ψυχισμό του, την οικογένεια και τις οικογενειακές σχέσεις, τις γυναίκες-μητέρες κ.λπ. Πλήρως ανύπαρκτη ήταν και η παρουσία εκπροσώπων κοινωνικών φορέων, φορέων δικαιωμάτων του παιδιού, γυναικείων και φεμινιστικών οργανώσεων, της Εταιρείας Οικογενειακού Δικαίου, κοινωνιολόγων, των επίσημων δικαστικών ενώσεων κ.ά.

Ηδη από την πρώτη ημέρα ανάρτησης το νομοσχέδιο Τσιάρα έχει προκαλέσει σωρεία αρνητικών σχολίων στη διαβούλευση, παρά το γεγονός ότι αποσύρθηκε κακήν κακώς η αρχική πρόθεση θέσπισης της απαράδεκτης ρύθμισης για υποχρεωτική συνεπιμέλεια. Ο αόριστος τρόπος ορισμού της «εξίσου» κοινής γονικής μέριμνας μετά τον χωρισμό, χωρίς προϋποθέσεις, ειδικά για τα θέματα του μοιράσματος με ποσοστά ενός παιδιού-«βαλίτσα», μιας γονικής μέριμνας που αφαιρείται ακόμα και μόνιμα από τον έναν γονέα για εντελώς αόριστους λόγους, όταν οι μόνοι λόγοι που οφείλουν να οδηγούν εκεί είναι η κακοποίηση, η βία και η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, αποδεικνύει ότι το κέντρο ενδιαφέροντος παύει -όπως συμβαίνει σε όλες τις άλλες χώρες- να είναι το συμφέρον του παιδιού και στη θέση του μπαίνει η διαχείριση των επιθυμιών των γονέων.

Το νομοσχέδιο υποβαθμίζει τον ρόλο του δικαστή και αδιαφορεί πλήρως με έωλες διατάξεις για τη γνώμη του παιδιού, προωθεί μέτρα που ευνοούν τον γονέα που έχει οικονομική ευχέρεια κ.λπ. Υποστηρικτές του υπουργού και προφανέστατα εμπνευστές των ανατροπών στο Οικογενειακό Δίκαιο είναι οι μπαμπάδες που θεωρούν ότι υστερούν σε δικαιώματα απέναντι στις μαμάδες.

Αντί η κυβέρνηση να φροντίσει να θεσπίσει τον θεσμό των οικογενειακών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει σε όλες τις πολιτισμένες χώρες, προτίμησε να δημιουργήσει τα ειδικά δικαστήρια επενδυτών(!) και τώρα προχωρά σε μια αυθαίρετη νομοθετική πρωτοβουλία, ικανοποιώντας με ισοπεδωτικό τρόπο τα αιτήματα μερίδας μπαμπάδων σε βάρος του παιδιού και των γυναικών-μητέρων. Ετσι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα μικρό ποσοστό καταγγελιών -ενίοτε αμφιλεγόμενων ή και ανυπόστατων- για κακοποίηση και εσκεμμένη αποξένωση παιδιών από τον πατέρα τους, εισάγονται διατάξεις που επαναφέρουν την πατριαρχία και το δίκαιο του ισχυρού αγνοώντας τα μεγάλα ποσοστά κακοποίησης.

Χωρίς επίσημες καταγραφές και χωρίς στοιχεία (πρωταγωνίστρια και στον τομέα αυτό η Ελλάδα) ανατρέπεται ένα πολύ προοδευτικό νομικό πλαίσιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ώρα που στην Ελλάδα ανατρέπεται το Οικογενειακό Δίκαιο, ένα χρόνο πριν η γαλλική Βουλή ψήφιζε νόμο με σκοπό την προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, με μοναδική αιτία ότι «στη Γαλλία κάθε χρόνο συμβαίνουν 120-150 γυναικοκτονίες, περισσότερες από 220.000 γυναίκες είναι θύματα βίας και 170.000 παιδιά είναι παρόντα σ’ αυτή τη βία». Μπορεί κανείς να φανταστεί -ελλείψει στοιχείων- τα νούμερα που αναλογούν στη χώρα μας, όπου οι βιασμοί καταγράφουν μεγάλα ποσοστά στο οικογενειακό περιβάλλον.

Σκιαγραφώντας το θέμα, που προφανώς δεν εξαντλείται σε ένα δημοσίευμα, ξεκινήσαμε από μια ενδεικτική διαδικτυακή συζήτηση που οργάνωσε η ΜΚΟ «Σύλλογος Συνεπιμέλεια» λίγες ημέρες προτού αναρτηθεί το νομοσχέδιο στη διαβούλευση. Στη συζήτηση συμμετείχαν μπαμπάδες που στην πλειονότητά τους μιλούν απαξιωτικά για τις γυναίκες, τις γυναικείες οργανώσεις, τις Ενώσεις Οικογενειακού Δικαίου, τους βουλευτές που «τολμούν» και διαφωνούν με τη μεσαιωνικού τύπου υποχρεωτική συνεπιμέλεια, αλλά ακόμα και για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Αποκαλυπτική ομιλία

«Οι πρώτοι που πολέμησαν ήταν ο Σταθόπουλος και η Εταιρεία Οικογενειακού Δικαίου. Προσπάθησαν να πλησιάσουν τον Τσιάρα, αλλά εκείνος δεν δέχτηκε ούτε ένα ραντεβού μαζί τους! Ποτέ! Ούτε ο Μητσοτάκης τούς δέχτηκε. Οι μόνες πιέσεις που ασκήθηκαν στο Μαξίμου ήταν από την πλευρά της ΠτΔ κι από δύο βουλευτές της Ν.Δ. Αυτοί άσκησαν τις πιέσεις. Δεν κατάφεραν τίποτα γιατί απέναντί τους βρήκανε εμάς και εκατοντάδες άλλους που μπαίνανε μέσα στις ομάδες τους, τις μοβ – ροζ κι αυτές (!) κι απαντούσαν. Μετά τη συνέντευξη Τσιάρα κινητοποίησαν τους gay, αναγκάζοντάς τον να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Οταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα στον Τσιάρα, ρίξανε το βαρύ πυροβολικό, τον Γεραπετρίτη, που επιστρατεύτηκε για να δημιουργήσει αμφιβολίες στον Μητσοτάκη. Παραλίγο να ακυρωθεί εντελώς το νομοσχέδιο, ήμουν σχεδόν μπροστά» ήταν τα λόγια ενός ομιλητή-πατέρα, που, όπως είπε, έχει φάει ξύλο κι έχει απειληθεί με όπλο στην Κρήτη με συνεχείς διαταγές απαγορεύσεων.

Μάταια προσπαθούσε να τους εξηγήσει ένα από τα μέλη της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής ότι έχουν γίνει πολύ σπουδαία βήματα στην αποκατάσταση των μπαμπάδων, επαληθεύοντας δυστυχώς όλες τις εικασίες των φορέων που κινητοποιούνται υπέρ των δικαιωμάτων του παιδιού και της μητέρας. «Ολοι οι καλοί γονείς θα ψηφίσουν βουλευτές που είναι ταγμένοι υπέρ της συνεπιμέλειας, οι άλλοι θα είναι εχθροί των παιδιών μας. Δεν κάνουμε πολιτική, αλλά θα τους αναγκάσουμε. Θα ακούσουνε την ψήφο μας και έτσι θα υποστηρίξουμε και τον υπουργό Δικαιοσύνης που ενάμιση χρόνο μιλάει για ίσο χρόνο και συνεπιμέλεια και τώρα έχει δεχτεί προφανείς πιέσεις και τον έχουνε βάλει από κάτω» συμπλήρωνε άλλος πατέρας. «Εχουμε νικήσει ήδη στην επικοινωνιακή μάχη! Θα δώσουμε μάχη και στη Βουλή» δήλωσαν με ακατανόητη έπαρση οι ομιλητές.

Στο μεταξύ δεκάδες φορείς, που θεωρήθηκαν αχρείαστοι από τον βιοπαθολόγο υπουργό Δικαιοσύνης, αντιδρούν σθεναρά στο νομοσχέδιο. Μεταξύ τους 22 οργανώσεις που συγκροτούν την Επιτροπή για το Οικογενειακό Δίκαιο και τη Συναινετική Συνεπιμέλεια, όπως το Δίκτυο για την Αντιμετώπιση της Βίας κατά των Γυναικών, η Ελληνική Αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Λόμπι Γυναικών (εκπροσωπεί 50 γυναικείες οργανώσεις), η Ενωση Γυναικών Ελλάδας, η Ενωση Ελληνίδων Νομικών, η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών, ο Σύνδεσμος Ελληνίδων Επιστημόνων, το Σωματείο Γυναικείων Δικαιωμάτων «ΤΟ ΜΩΒ», η Χριστιανική Ενωση Νεανίδων, Μαμάδες Ενάντια στην Υποχρεωτική Συνεπιμέλεια κ.λπ. Παρόμοιες τεκμηριωμένες αντιρρήσεις διατύπωσε το Ερευνητικό Κέντρο ΔΙΟΤΙΜΑ όπως και οργανώσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

«Και βέβαια οι πατέρες έχουν την ίδια ευθύνη για την επιμέλεια του παιδιού τους. Αν αυτό είναι το αίτημά τους, δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί το υπάρχον Οικογενειακό Δίκαιο και η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που είναι νόμος και στη χώρα μας, αντιμετωπίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό το ζήτημα. Η αρθρογραφία των μπαμπάδων σε ιστοσελίδες βρίθει ανακριβειών, μισογυνισμού, εκβιασμών προς τον υπουργό και την κυβέρνηση και απειλών ενάντια στις πρώην συζύγους τους. Επειδή ο υπάρχων νόμος 1329/83 είναι κατάκτηση του γυναικείου κινήματος στην προσπάθεια εμπέδωσης της ισότητας των φύλων, οποιαδήποτε αλλαγή μάς πισωγυρίζει στο καθεστώς του πατέρα-αφέντη, στην πατριαρχία» γράφει μεταξύ άλλων το μέλος της Επιτροπής, Ιλεάνα Σακκά.

Η Εταιρία Οικογενειακού Δικαίου επισημαίνει ότι οι νομοθετικές μεταβολές στο Οικογενειακό Δίκαιο και ιδίως στο θεσμικό πλαίσιο που αφορά τα παιδιά πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη περίσκεψη, χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και εμμονές, ανεξάρτητα από επιρροές ομάδων συμφερόντων. Η συνεπιμέλεια με την τελευταία αυτή μορφή προϋποθέτει γονείς που είναι διατεθειμένοι να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συνεργαστούν αρμονικά για την ισορροπημένη ανατροφή του παιδιού τους. «Καμία ρύθμιση του Ενωσιακού Δικαίου ή της ΕΣΔΑ δεν δεσμεύει την ελληνική πολιτεία να νομοθετήσει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, καθιερώνοντας συγκεκριμένο σύστημα επιμέλειας και επικοινωνίας, ούτε όμως και η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού επιβάλλει υποχρεωτική ίση χρονική κατανομή της επιμέλειας, αλλά επιδιώκεται η εξασφάλιση της συνυπευθυνότητας των γονέων για την ανατροφή του παιδιού και των προσωπικών σχέσεων και άμεσης επαφής του παιδιού με τους δύο. Η μόνη υποχρέωση της χώρας μας με βάση το διεθνές και το ενωσιακό δίκαιο είναι η κατοχύρωση στον νόμο και η διαφύλαξη στην πράξη του συμφέροντος του παιδιού και, κατά δεύτερο λόγο, της οικογενειακής ζωής των γονέων του». Οπως παρατηρεί η Εταιρία, όποια νομοθετική ρύθμιση κι αν θεσπιστεί, τίποτα δεν θα αλλάξει αν οι δίκες για την επιμέλεια και την επικοινωνία του παιδιού δεν γίνονται με διαδικασία που θα αποκαλύπτει στον δικαστή την αληθινή προσωπικότητα κάθε γονέα και το εύρος της καταλληλότητάς του να ασκεί την επιμέλεια.

Η Πρωτοβουλία Δικηγόρων «Νομικά Θέματα Συν-Επιμέλειας» επισημαίνει ότι «παραγκωνίζεται το συμφέρον του τέκνου που μέχρι σήμερα ήταν ακρογωνιαίος λίθος του Οικογενειακού μας Δικαίου το οποίο αξιολογούνταν από τον αρμόδιο φυσικό δικαστή κατά περίπτωση και καθιστούσε το Οικογενειακό μας Δίκαιο το πλέον προοδευτικό της Ευρώπης. Με τις προτεινόμενες διατάξεις ο νομοθέτης αποφασίζει τι είναι συμφέρον για όλα τα παιδιά που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια ανεξαρτήτως ατομικής κατάστασης, κοινωνικής και φυλετικής καταγωγής, τόπου διαμονής και οικονομικής κατάστασης». Η ρύθμιση με τα επιβαλλόμενα ποσοστά χρόνου διαμονής του παιδιού σε κάθε σπίτι παραβιάζει βάναυσα τα δικαιώματα των παιδιών, τονίζει η Πρωτοβουλία και συνεχίζει: «Οι ρυθμίσεις αυτές ενδέχεται να είναι συμβατές με τα συμφέροντα των παιδιών μόνο στην περίπτωση που μετά το διαζύγιο τα τέκνα φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία και μπορούν να μεταφέρονται στα αντίστοιχα σπίτια των γονέων τους με οδηγούς και οι γονείς τους έχουν αμφότεροι οικονομική επιφάνεια. Επομένως είναι ρυθμίσεις για τη μειοψηφία του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι (παρ’ ότι πολλοί έχουν παρασυρθεί και θεωρούν ότι τα προβλήματά τους θα επιλυθούν) θα απογοητευθούν και θα εξεγερθούν.

Παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών και των γυναικών, όπως αυτά έχουν εκφραστεί μέχρι τώρα από διεθνείς συμβάσεις (ενδεικτικά αποκλεισμός/περιορισμός επικοινωνίας με το τέκνο μόνο σε περίπτωση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης για εγκλήματα σε βάρος του τέκνου). Με τις ρυθμίσεις αυτές ο κακοποιητικός γονέας θα αξιώνει να παίρνει το τέκνο του για επικοινωνία ακόμη και όταν εκκρεμεί σε βάρος του ποινική διαδικασία για εγκλήματα. Δυστυχώς το νομοσχέδιο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με σωρεία διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, τη Διεθνή Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, την ΕΣΔΑ και τη Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεως κατά των γυναικών κτλ. Αντ’ αυτού προώθησε διατάξεις που, όπως έχει αποκαλυφθεί, προωθήθηκαν από ομάδες συμφερόντων συγκεκριμένων κατηγοριών πατεράδων με εκκρεμείς οικογενειακές υποθέσεις».

Η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος τονίζει ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να προβλέπονται όλες οι μορφές επιμέλειας και επικοινωνίας παιδιών-γονέων και κάθε φορά να επιλέγεται η καταλληλότερη για το συγκεκριμένο παιδί, χωρίς να επιβάλλεται υποχρεωτική νομοθετική ρύθμιση συνεπιμέλειας, ούτε υποχρεωτικός χρόνος διαμονής των παιδιών με καθέναν από τους δύο γονείς. «Θεωρούμε ότι οι αλλαγές που συμβαίνουν μετά τον χωρισμό των γονέων και τη διάσπαση της οικογενειακής ενότητας επηρεάζουν την ψυχοσυναισθηματική υγεία και ανάπτυξη των παιδιών, επομένως ο θεσμός της συμβουλευτικής γονέων σε κάθε περίπτωση διαζυγίου θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμος».

Ομάδα ειδικών

Επισημαίνεται η ανάγκη θεσμοθέτησης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, «στο οποίο οπωσδήποτε θα προβλέπεται η δημιουργία διεπιστημονικής ομάδας με θέσεις ψυχιάτρων παιδιού και εφήβου, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, με εξειδίκευση στο πεδίο αυτό, που θα εκτιμούν την κάθε περίπτωση και θα επικουρούν τον δικαστή στην απόφασή του. Την έλλειψη αυτή «υποκαθιστούν» σήμερα οι αντίδικοι γονείς […]». Οπως εξαιρετικά εύστοχα παρατηρούν οι παιδοψυχίατροι, «επειδή στα συγκρουσιακά διαζύγια υπάρχουν όλα τα προαναφερόμενα πολύπλοκα θέματα της ψυχικής ζωής των γονέων και των παιδιών, θεωρούμε ότι “σολομώντειες λύσεις” δεν είναι προς το συμφέρον του παιδιού, γι’ αυτό και η μορφή της επιμέλειας δεν πρέπει να ρυθμίζεται άκαμπτα και οριζόντια».

Efsyn.gr