«Ενεργειακή μετάβαση» με κλιματική αποικιοκρατία

by/ 0 Comments / 0 View / 18/10/2021

Τάσος Σαραντής

ΗΠΑ, Βρετανία, Ε.Ε., Ιαπωνία και Ρωσία διαθέτουν 52 φορές περισσότερους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με βάση τον άνθρακα και εκπέμπουν εκατό φορές περισσότερους ρύπους από όλη την υποσαχάρια Αφρική και παρά ταύτα σταματούν τη χρηματοδότηση για έργα ορυκτών καυσίμων στις χώρες της τελευταίας, αρνούμενες να αναλάβουν οι ίδιες παρόμοια δέσμευση.

Oι σημερινές παγκόσμιες ενεργειακές ανισότητες είναι συγκλονιστικές. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 10% των κορυφαίων χωρών καταναλώνει 20 φορές περισσότερη ενέργεια από το 10% που βρίσκεται στον πάτο. Και 1,1 δισ. Αφρικανοί της υποσαχάριας Αφρικής μοιράζονται την ίδια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας με τα 83 εκατομμύρια κατοίκων της Γερμανίας. Τουλάχιστον οι μισοί εξ αυτών δεν έχουν καθόλου πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια.

 

Αυτές οι έντονες ενεργειακές ανισότητες πυροδοτούν ακανθώδεις συζητήσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση του ενεργειακού μέλλοντος της Αφρικής, καθώς οι παγκόσμιοι ηγέτες και οι διαπραγματευτές τους προετοιμάζονται για την COP26, τη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα στη Γλασκόβη της Σκοτίας, τον Νοέμβριο.

Ενα όλο και πιο συνηθισμένο θέμα που τίθεται από τις πλούσιες χώρες –συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ευθύνονται για την πλειονότητα των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου με την πάροδο του χρόνου– είναι μια δέσμευση ότι θα σταματήσουν τη δημόσια χρηματοδότηση για όλα (ή σχεδόν όλα) τα έργα ορυκτών καυσίμων σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, ακόμη και αν συνεχίζουν να χρηματοδοτούν και σε πολλές περιπτώσεις να επιχορηγούν σε μεγάλο βαθμό τα ορυκτά καύσιμα στα εδάφη τους.

Απ’ ό,τι φαίνεται, είναι ευκολότερο για τις χώρες που προσφέρουν υπερπόντιες αναπτυξιακές χρηματοδοτήσεις για ενεργειακά έργα να θεσπίσουν κανόνες χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για άλλους, παρά για τις ίδιες. Για παράδειγμα, η Κίνα, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα –μερικά από τα κράτη με την υψηλότερη κατανάλωση άνθρακα στον κόσμο– δεσμεύτηκαν πρόσφατα να σταματήσουν τη χρηματοδότηση έργων άνθρακα στο εξωτερικό και να αυξήσουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αλλά δεν έχουν αναλάβει αντίστοιχες δεσμεύσεις για τους εαυτούς τους.

 

Εδραίωση της φτώχειας

Ωστόσο, ο αόριστος αποκλεισμός όλων των μη ανανεώσιμων ενεργειακών έργων από τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης είναι μια άδικη και αναποτελεσματική στρατηγική για το κλίμα και εφιάλτης για περισσότερους από 1 δισ. Αφρικανούς, υποστηρίζουν ο Μπενιαμίν Ατιά και ο Μόργκαν Μπαζιλιάν, έμπειροι ερευνητές σε πολιτικές καθαρής ενέργειας. Οπως επισημαίνουν, αυτή η στρατηγική επιφέρει μικρά κλιματικά κέρδη και μεγάλες απώλειες ανάπτυξης.

 

Κατά την άποψή τους, η εστίαση στον περιορισμό των εκπομπών των φτωχότερων χωρών του κόσμου, ενώ οι εκπομπές συνεχίζουν να αυξάνονται στις βιομηχανικές χώρες, είναι σαφώς λανθασμένη. Αντίθετα, δεδομένων των έντονων ανισοτήτων στη χρήση και στις εκπομπές ενέργειας, αυτό θα μπορούσε να εδραιώσει τη φτώχεια και να διευρύνει την ανισότητα που προκαλείται από την επιδείνωση της κλιματικής αλλαγής, ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνει πολύ λίγα για τη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.

Μαζί, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Ιαπωνία και η Ρωσία έχουν σχεδόν τον ίδιο πληθυσμό –1,1 δισ. άτομα– με την υποσαχάρια Αφρική, αλλά 35 φορές περισσότερους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής που λειτουργούν ή βρίσκονται υπό ανάπτυξη και 52 φορές περισσότερους σταθμούς άνθρακα.

 

Οσον αφορά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, η υποσαχάρια Αφρική είναι συλλογικά υπεύθυνη για μόλις το μισό τοις εκατό όλων των παγκόσμιων εκπομπών με την πάροδο του χρόνου, ενώ οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Ιαπωνία και η Ρωσία είναι υπεύθυνες για πάνω από 100 φορές το ποσό αυτό, ή περίπου 57%.

Το ανώτατο όριο για τη μελλοντική ανάπτυξη της Αφρικής στις εκπομπές στον τομέα της ενέργειας είναι επίσης αμελητέο. Εάν η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας της περιοχής υποθετικά τριπλασιαστεί αύριο, αντί να διπλασιαστεί έως το 2040, όπως προέβλεψε πρόσφατα ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, και αν χρησιμοποιούνταν μόνο φυσικό αέριο για την κάλυψη της νέας ζήτησης, οι ετήσιες παγκόσμιες εκπομπές θα αυξάνονταν μόνο κατά 0,62%, σύμφωνα με μια εκτίμηση. Αυτό ισοδυναμεί με την κατάσταση των ετήσιων εκπομπών της Λουιζιάνας σήμερα.

 

«Περίεργος όρος»

Επιπλέον, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε πολλά εθνικά δίκτυα της υποσαχάριας Αφρικής είναι ήδη υψηλότερο από ό,τι για σχεδόν όλους τους μεγάλους εκπομπούς αερίων του θερμοκηπίου. Σε τουλάχιστον έξι χώρες (Κένυα, Αιθιοπία, Μαλάουι, Μάλι, Μοζαμβίκη και Ουγκάντα) οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν περισσότερο από το 50% της ετήσιας ηλεκτροπαραγωγής τους. Το 2018, η υδροηλεκτρική, η γεωθερμική, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια αποτελούσαν περίπου το 20% της συνολικής παραγόμενης ενέργειας της ηπείρου.

Κάποιοι ειδικοί συμφωνούν ότι αυτή η κατεύθυνση της πολιτικής για το κλίμα δεν είναι μόνο αναποτελεσματική, αλλά έχει τις ρίζες της στις ιστορικές ανισότητες της αποικιοκρατίας. Ενώ οι βιομηχανικές χώρες στις αρχές του 1900 δημιουργούσαν δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας μέσω μαζικών εκστρατειών δημόσιων δαπανών, στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής έκλεβαν τους πλούσιους φυσικούς πόρους της.

 

Μεγάλο μέρος των υποδομών που δημιουργήθηκε στην αποικιακή Αφρική κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δημιουργήθηκε μόνο για να διευκολύνει τις δραστηριότητες εξόρυξης πόρων, πετρελαίου, ξυλείας, καουτσούκ, τσαγιού, καφέ και μπαχαρικών.

 

Μια δίκαιη ενεργειακή μετάβαση θα άφηνε τις αφρικανικές κυβερνήσεις να υλοποιήσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές και να εκπληρώσουν τις δικές τους εθνικές δεσμεύσεις για το κλίμα στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού και όχι να επωμιστούν αυτές της Δύσης.

Θα εξισορροπούσε τις προτεραιότητες για την άμβλυνση της ενεργειακής φτώχειας με τον μετριασμό και προσαρμογή της κλιματικής αλλαγής. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα ο αντιπρόεδρος της Νιγηρίας Γέμι Οσινμπάγιο περιέγραψε την «ενεργειακή μετάβαση» ως «περίεργο όρο» όταν εφαρμόζεται καθολικά, δεδομένων των ενεργειακών ελλείψεων σε χώρες όπως η δική του.

Efsyn.gr