Μισάνοιχτη η στρόφιγγα δανεισμού

by/ 0 Comments / 0 View / 15/10/2021

Πιέσεις στις τράπεζες να αυξήσουν τις χρηματοδοτήσεις και να διευρύνουν τις επιλέξιμες επιχειρήσεις. ● Τις ζημιές και τις «κόκκινες» οφειλές αντιπαραθέτουν οι τραπεζίτες ως λόγους απόρριψης αιτημάτων, ενώ η ΕΚΤ ανησυχεί για τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις των ευρωπαϊκών πιστωτικών ιδρυμάτων για τα «κόκκινα» δάνεια.

H πρωτοβουλία του υπουργού Οικονομικών, Χρήστου Σταϊκούρα, να συζητηθεί το θέμα της ρευστότητας της αγοράς σε ειδική συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, την προσεχή Τετάρτη 20 Οκτωβρίου, με τη συμμετοχή του τραπεζικού συστήματος και παραγωγικών φορέων, είναι μια ακόμα προσπάθεια να ασκηθεί πίεση στις τράπεζες για χορήγηση περισσότερων δανείων.

Οι τράπεζες, από την πλευρά τους, φαίνεται να έχουν διάθεση για μεγαλύτερη ευελιξία, ώστε να ανοίξουν την περίμετρο των «επιλέξιμων προς δανειοδότηση» επιχειρήσεων, καθώς «η δουλειά μας είναι να δανείζουμε και ζούμε από τα δάνεια που δίνουμε», όπως είπε πρόσφατα ο διευθύνων σύμβουλος της Εurobank, Φωκίων Καραβίας.

Απαντώντας στην κριτική ότι οι χορηγήσεις κατευθύνονται στους «ίδιους και τους ίδιους» και κυρίως στις μεγάλες επιχειρήσεις και όχι στις μικρομεσαίες –ιδιαίτερα στις μικρές–, οι τράπεζες, έχοντας εξυγιάνει και ενισχύσει τους ισολογισμούς τους, στρέφονται στον εμπλουτισμό των κριτηρίων δανειοδότησης.

Το στίγμα έδωσε, πριν από μερικές ημέρες, ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, λέγοντας, σε ό,τι αφορά το θέμα της βιωσιμότητας, ότι «πρέπει να κοιτάμε με τον φακό μπροστά, όχι πίσω».

Αυτή τη νέα πολιτική «ανοίγματος της περιμέτρου» εξειδίκευσε ο διευθύνων σύμβουλος της Αlpha Bank, Βασίλης Ψάλτης.

Η τράπεζα, όπως είπε, δεν εξετάζει απλώς την αξιοπιστία των οικονομικών τους στοιχείων και την ιστορικότητα της συναλλακτικής τους συμπεριφοράς, αλλά και την ικανότητα του επιχειρηματία, την εμπειρία του και τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, τη βιωσιμότητα του επενδυτικού της σχεδίου, τη χρηματοδότηση της επένδυσης από ίδια κεφάλαια και τραπεζικό δανεισμό, καθώς και τις μελλοντικές ταμειακές ροές που θα παραχθούν μετά την ολοκλήρωση της επένδυσης.

Σύμφωνα με τις τράπεζες, οι βασικοί λόγοι απόρριψης αιτημάτων δανειοδότησης είναι οι «κόκκινες» οφειλές προς τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και εφορία, οι συνεχόμενες ζημιογόνες χρήσεις, ο υπερδανεισμός και ο μικρός κύκλος εργασιών, που καθιστά απαγορευτική τη χορήγηση δανείου.

Ομως, σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός ευελιξίας εξαρτάται από τα περιθώρια που αφήνει ο επόπτης, δηλαδή η ΕΚΤ. Σύμφωνα με τις τράπεζες, πολλές επιχειρήσεις –κυρίως μικρές– δεν πληρούν τα στοιχειώδη τραπεζικά κριτήρια, «που είναι αδύνατον βάσει εποπτικών κανόνων να παρακάμψουμε», όπως ανέφερε ο Φ. Καραβίας και υπογραμμίζουν με κάθε ευκαιρία όλα τα τραπεζικά στελέχη.

Χθες, από το Ευρωκοινοβούλιο, ο επικεφαλής του εποπτικού βραχίονα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του SSM, Aντρέα Ενρία, έκρουσε για μια ακόμα φορά τον κώδωνα του κινδύνου. Αναφερόμενος στην ανθεκτικότητα των τραπεζών και τις προοπτικές κινδύνου, υπογράμμισε ότι σταδιακά βγαίνουμε από τη φάση της πανδημίας σε μια διαδικασία ταχείας ανάκαμψης. Ωστόσο -είπε- οι προοπτικές κινδύνου εξακολουθούν να απαιτούν προσοχή και τόνισε ότι «είναι νωρίς για να δηλώσουμε τη νίκη».

Ο Ενρία υποστήριξε ότι οι προβλέψεις των τραπεζών για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μπορεί να είναι υπερβολικά αισιόδοξες και κάλεσε τις τράπεζες να παραμείνουν επιφυλακτικές με την αποδέσμευση προβλέψεων και να διασφαλίσουν ότι διαθέτουν επαρκείς ελέγχους πιστωτικού κινδύνου.

Σημείωσε ότι οι τράπεζες αναμένουν ότι ο λόγος των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων θα συνεχίσει να μειώνεται φέτος αλλά και το 2022, όμως, ενώ τα στοιχεία για την εξέλιξη των «κόκκινων» δανείων παραμένουν ευνοϊκά, η ποιότητα ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών φαίνεται να επιδεινώνεται.

Βαθιές βουτιές

Σε ορισμένες χώρες, ο SSM βλέπει «σύννεφα» στην αγορά ακινήτων, ενώ υπήρχαν τομείς που οι πτωχεύσεις είχαν αυξητικές τάσεις στο πρώτο τρίμηνο του 2021, αν και, όπως είπε ο Ενρία, γενικά παρέμειναν κάτω από τα επίπεδα πριν από την πανδημία.

«Δεδομένης της δυσκολίας στην αξιόπιστη εκτίμηση της πορείας της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων, η εποπτική μας εστίαση εξακολουθεί να είναι στους ελέγχους πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών. Πραγματοποιούμε επίσης βαθιές βουτιές σε ευάλωτους τομείς, όπως υπηρεσίες διατροφής και διαμονής και εμπορικά ακίνητα», είπε ο επικεφαλής του SSM.

Σε ό,τι αφορά τα κριτήρια δανειοδοτήσεων, το ΔΝΤ, στην τελευταία έκθεσή του για την Παγκόσμια Χρηματοοικονομική Σταθερότητα, διαπιστώνει ότι παραμένουν περιοριστικά σε πολλές χώρες.

Αναφέρει και μείωση των αθετήσεων πληρωμών και χρεοκοπιών την περίοδο της πανδημίας, ωστόσο υπογραμμίζει ότι διατηρούνται οι ανισότητες και οι διαφορές που σχετίζονται με το μέγεθος των επιχειρήσεων και τους επιχειρηματικούς φορείς, με τον κίνδυνο αφερεγγυότητας να είναι μεγαλύτερος για τις μικρότερες επιχειρήσεις και τους βαρύτερα πληττόμενους κλάδους, όπως οι μεταφορές και οι υπηρεσίες. Το Ταμείο θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας η προσαρμοσμένη στήριξη των βιώσιμων επιχειρήσεων.

Θεσμοί προς τράπεζες: «Κλείστε τις παλιές υποθέσεις»

Σε επιτάχυνση των χορηγήσεων θα προχωρήσουν οι τράπεζες που έχουν ήδη εκταμιεύσει 11 δισ. ευρώ επιχειρηματικά δάνεια, το πρώτο 8μηνο, και παράλληλα καλούνται να «ξεκαθαρίσουν», στον βαθμό που τους αναλογεί, την αγορά από τις επιχειρήσεις-ζόμπι, ώστε να στηριχθούν οι βιώσιμες.

Στη χθεσινή συνάντηση της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών με τους θεσμούς για τα θέματα της πιστωτικής επέκτασης και της διανομής των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ξεκαθαρίστηκε ότι, για να γίνει «bankable» (= σε ελεύθερη μετάφραση, πραγματικά τραπεζικό) το σύστημα, πρέπει να πάψει να εξαιρείται το 60% των επιχειρήσεων από την τραπεζική χρηματοδότηση. Για τον λόγο αυτόν, είναι επιβεβλημένο να κλείσουν όλες οι παλιές υποθέσεις.

Και ένα από αυτά τα εργαλεία θα είναι οι πλειστηριασμοί. Σημειώνεται ότι, από τις αρχές του έτους, ήταν προγραμματισμένοι 16.800, αναβλήθηκαν 10.250, ματαιώθηκαν 50 και 3.600 θα διενεργηθούν μέχρι το τέλος του χρόνου. Σε ό,τι αφορά τις 48.000 εκκρεμείς υποθέσεις του νόμου Κατσέλη, ο στόχος εκδίκασής τους μέχρι το τέλος του χρόνου είναι ανέφικτος και το αίτημα της ελληνικής πλευράς θα είναι να μετατεθεί για τα μέσα του 2023.

avgi.gr