Η Πειραιώς, οι τράπεζες και το κόστος της διάσωσής τους

by/ 0 Comments / 1 View / 29/03/2021

Σήμερα κατά πάσα πιθανότητα θα οριστικοποιηθεί η συνάντηση που ζήτησε ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και ο Αλέξης Τσίπρας με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για το θέμα της αύξησης κεφαλαίου της Πειραιώς. Ο πρόεδρος του Ταμείου, Ανδρέας Βερύκιος, ανταποκρίθηκε αμέσως στο αίτημα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μένει να καθοριστούν οι λεπτομέρειες της συνάντησης, που θα πραγματοποιηθεί τις επόμενες ημέρες και οπωσδήποτε πριν από την Εκτακτη Γενική Συνέλευση της τράπεζας, στις 7 Απρίλου. Στη Βουλή θα φέρει το θέμα και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. μέσα από τη διαδικασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου, καθώς, όπως τονίζει: «Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει μέσα σε δυσμενείς συνθήκες σε αποεπένδυση από την τράπεζα δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα και εύλογες υποψίες για τις προθέσεις της».

 

Σύμφωνα με το ΚΙΝ.ΑΛΛ., η σύνδεση αποεπένδυσης – αύξησης οδηγεί στην πώληση του μεριδίου του ελληνικού Δημοσίου με τρόπο που υπονομεύει τα συμφέροντα του ελληνικού Δημοσίου. «Αν η κυβέρνηση πράγματι πιστεύει στην επιτυχία του εμβολιασμού, στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, στην επίτευξη του σχεδίου εξυγίανσης της Τράπεζας Πειραιώς, γιατί τέτοια αδικαιολόγητη βιασύνη;» τονίζει το ΚΙΝ.ΑΛΛ. και διερωτάται πώς θα δώσει το ελληνικό Δημόσιο ως μέτοχος μέσω του ΤΧΣ την έγκριση για υλοποίηση της ΑΜΚ, χωρίς να γνωρίζει αν η διαδικασία που έχει ανακοινωθεί θα του διασφαλίζει σε κάποιο βαθμό τα συμφέροντά του και δεν θα οδηγήσει σε πλήρη απαξίωση της ακριβοπληρωμένης συμμετοχής του.

 

Τις τελευταίες ημέρες η κυβέρνηση και όχι μόνο, μέσω «πηγών», σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει τους επαχθείς για το ελληνικό Δημόσιο (και τους υφιστάμενους μετόχους) όρους –βάσει προκαταρκτικών σχεδιασμών, σύμφωνα με τη διοίκηση της τράπεζας– της δρομολογούμενης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Πειραιώς, ανατρέχει στην τρίτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, στο τέλος του 2015 (κάποιοι θέλουν να ξεχάσουν τις δύο προηγούμενες), θέλοντας να καταδείξει τις τεράστιες απώλειες που κατέγραψε το ελληνικό Δημόσιο και να καταγγείλει τον ΣΥΡΙΖΑ για όψιμο ενδιαφέρον.

Ωστόσο, το πρόβλημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι το «όψιμο ενδιαφέρον», αλλά η ενοχικότητα που διακατέχει πολλά στελέχη της για κάποια θέματα. Ετσι, μια σειρά πεπραγμένων της ως κυβέρνησης σήμερα σχεδόν αρνείται να τα υπερασπιστεί μην τυχόν χάσει «βαθμούς αριστεροσύνης». Ενα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το σχέδιο «Ηρακλής», το οποίο «καρπώθηκε» η νυν κυβέρνηση, αλλά καταρτίστηκε και προεγκρίθηκε από τις Βρυξέλλες από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Οπως και το υφιστάμενο πλαίσιο για τη διαχείριση των προβληματικών δανείων, την προστασία της πρώτης κατοικίας, αλλά και τον εξωδικαστικό συμβιβασμό κ.α.

 

Πέραν αυτού, η υπόθεση της Πειραιώς και η απειλή να υποστεί το Δημόσιο μιαν ακόμη ζημιά από τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις καθιστά απολύτως επίκαιρη και αναγκαία την υπενθύμιση του πώς και από ποιους μεθοδεύτηκαν και τι κόστισαν στο Δημόσιο –και τελικά στους Ελληνες πολίτες– οι ανακεφαλαιοποιήσεις της τελευταίας δεκαετίας. Ευτυχώς, δεν έχουμε όλοι μνήμη χρυσόψαρου.

 

Οι επιλεκτικές αποσιωπήσεις στο κυβερνητικό αφήγημα για το 2015

Τα τραπεζικά θέματα, λόγω της πολυπλοκότητας και της στρυφνότητάς τους, προσφέρονται για κάθε είδους «αντιπερισπασμούς», καθώς οι πολίτες «χάνονται» σε έναν κυκεώνα οικονομικών όρων, νομοθεσίας και εποπτικών κανόνων που συνεχώς γράφονται στη Φρανκφούρτη (ΕΚΤ) και στις Βρυξέλλες (Ε.Ε.) και πιθανότατα δεν έχουν ακούσει ποτέ ξανά, δεν διαθέτουν ειδικές γνώσεις για κατανοήσουν. Ετσι, αυτό που τελικά μένει είναι κάποια ιλιγγιώδη ποσά πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.

 

Την περασμένη Παρασκευή, απαντώντας στον ΣΥΡΙΖΑ και στον Αλέξη Τσίπρα, που λίγες μέρες πριν από το βήμα της Βουλής είχε κάνει λόγο για «ληστεία» σε ό,τι αφορά την ΑΜΚ της Πειραιώς, κυβερνητικές πηγές σημείωναν ότι:

 

Η ανακεφαλαιοποίηση του 2015 έγινε με discount 85,7% και 99,4% σε σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση του 2014 και το ΤΧΣ έχασε το 99,4% της περιουσίας του. Στην ανακεφαλαιοποίηση του 2014 οι τράπεζες είχαν αξία 27 δισ. και στην ανακεφαλαιοποίηση του 2015 είχαν 1 δισ. Το μερίδιο του ΤΧΣ, δηλαδή, από αξία 19 δισ. ευρώ πήγε σε λιγότερο από 1 δισ. ευρώ. Στην Πειραιώς το 2015 το ΤΧΣ έβαλε 2,7 δισ., εκ των οποίων 2 δισ. με τα περίφημα CoCos (σ.σ. ομόλογα μετατρέψιμα σε μετοχές) που δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ στην τιμή των 6 ευρώ, με τα οποία μπήκε μια θηλιά στην τράπεζα που δεν μπορούσε χρόνια να αναπνεύσει (σ.σ. στο τέλος του 2020 η Πειραιώς είχε τη δυνατότητα να πληρώσει τους τόκους των CoCos, αλλά επελέγη να μην το κάνει). Και, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το τεράστιο αυτό κόστος των 2,7 δισ. ήταν για να πάνε τα κόκκινα δάνεια της Πειραιώς από 52% στις αρχές του 2015 στο 51% το καλοκαίρι του 2019. Με 2,7 δισ. μειώθηκαν τα κόκκινα δάνεια μία μονάδα.

 

Ας τα πιάσουμε από την αρχή, θυμίζοντας ότι η ανακεφαλαιοποιήση του 2015 (ΣΥΡΙΖΑ) ήταν η τρίτη σε διάστημα τριών ετών, που σημαίνει ότι οι δύο που προηγήθηκαν, το 2012 -2013 και το 2014, δεν πέτυχαν τους στόχους τους για δύο κυρίως λόγους: υψηλότερη των προβλέψεων ύφεση και ανεργία και μη σύνδεση των ανακεφαλαιοποιήσεων με στόχους για μείωση των «κόκκινων» δανείων, που από 7,7% το 2009 εκτινάχθηκαν σε 33,8% το 2014, με τις τότε διοικήσεις των τραπεζών να μην παίρνουν αυξημένες προβλέψεις.

 

Η πρώτη λοιπόν ανακεφαλαιοποίηση (2012-2013) έγινε μέσω του ΤΧΣ και στοίχισε περί τα 25,5 δισ. Η δεύτερη (2014) καλύφθηκε στο σύνολό της από τοποθετήσεις ιδιωτών επενδυτών ύψους 8,3 δισ., αλλά προκάλεσε μεγάλη απαξίωση της περιουσίας του ΤΧΣ, λόγω μείωσης του ποσοστού συμμετοχής του στα κεφάλαια των τραπεζών (dilution). Επιπρόσθετα, ελήφθησαν κι άλλα μέτρα, όπως στήριξη των τραπεζών με εγγυήσεις (ομόλογα), εξυγίανση τραπεζών (Αγροτική, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Proton κ.ά.) και αναδιάταξη τραπεζικού συστήματος με εξαγορές και συγχωνεύσεις. Παρά τις δύο ανακεφαλαιοποιήσεις και τη μεγάλη συγκέντρωση του κλάδου (4 συστημικές τράπεζες), ούτε η εμπιστοσύνη ανακτήθηκε, ούτε η διαρροή καταθέσεων σταμάτησε. Σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, η μεγαλύτερη εκροή καταθέσεων 87 δισ. ευρώ (36% των συνολικών καταθέσεων) –κυρίως προς τράπεζες του εξωτερικού– συνέβη από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως τον Ιούνιο του 2012. Και είναι σαφές ότι δεν έστειλε το «πόπολο» τις καταθέσεις του στο εξωτερικό.

 

Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι η ελληνική οικονομία για το 2014 δεν παρουσίασε ούτε πλεονάσματα, ούτε θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, γεγονός που επηρέασε αρνητικά και τις αποτιμήσεις των τραπεζών, των οποίων οι προβλέψεις για μελλοντική κερδοφορία και πιστωτική επέκταση δεν ήταν… ακριβείς, διαψεύδοντας το… success story της κυβέρνησης Σαμαρά. Υπενθυμίζεται ότι η ίδια κυβέρνηση (Σαμαρά) δεν «έκλεισε» την πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος, αφήνοντας την εκκρεμότητα και τον «λογαριασμό» όσων δεν έγιναν επί 18 μήνες στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η αποτίμηση των «διασώσεων» με ζημιά για το Δημόσιο σχεδόν 40 δισ. ευρώ

Η κόντρα γύρω από την αποτίμηση της συμμετοχής του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητα στις ελληνικές τράπεζες, ώστε να αποδειχθεί ποια διακυβέρνηση ήταν πιο… ζημιογόνα, αφήνει εκτός πολιτικής ατζέντας το θέμα που θα έπρεπε να είναι κυρίαρχο και στο οποίο πρωτίστως θα έπρεπε να απαντήσει η κυβέρνηση. Αν, δηλαδή, πρέπει να συνεχιστούν τα τραπεζικά μνημονιακά παράδοξα, τώρα που η χώρα έχει ανακτήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την ελευθερία κινήσεων. Το να κάνει «κουμάντο», για παράδειγμα, σε μια τράπεζα ο ιδιώτης/fund μέτοχος του 10% και ο μεγαλομέτοχος/Δημόσιο με διπλάσιο και τριπλάσιο ποσοστό απλώς να παρακολουθεί δεν πρέπει να συμβαίνει σε καμία άλλη κανονική –και καπιταλιστική– οικονομία.

 

Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση, το θέμα των αποτιμήσεων/απωλειών, διαμορφώνεται ως εξης:

 

● 2012: Το κόστος ανακεφαλαιοποίησης ανήλθε στα 49,7 δισ. ευρώ. Η ενίσχυση των τραπεζών έγινε με αύξηση του δημόσιου χρέους. Στο τέλος του 2014 η αξία των μετοχών που κατείχε το ΤΧΣ ήταν 11,6 δισ. ευρώ και μαζί με τα ομόλογα αξίας 10,9 δισ. ευρώ η περιουσία του Ταμείου έφτανε τα 23,3 δισ. ευρώ.

 

Ετσι, οι απώλειες της διακυβέρνησης 2012-2014 (Ν.Δ.) διαμορφώθηκαν στα 26,4 δισ. ευρώ.

 

Σε ότι αφορά την απαξίωση των μετοχών τη συγκεκριμένη περίοδο, θα πρέπει να έχουμε υπόψη δύο πολύ σημαντικές παραμέτρους:

 

Πρώτον, οι αποτιμήσεις στη χρηματιστηριακή αγορά την περίοδο του 2014 στηρίχθηκαν κυρίως στο… οικονομικό success story που γρήγορα διαψεύσθηκε.

 

Δεύτερον, οι μετοχές που κατείχε το ΤΧΣ από την ΑΜΚ του 2012-2013 δεν μπορούσαν να πουληθούν μέχρι την ωρίμανση των warrants, δηλαδή μέχρι την άνοιξη του 2018.

 

Συνεπώς, η αξία της περιουσίας του ΤΧΣ δεν προσδιοριζόταν από τις πραγματικές χρηματιστηριακές τιμές σε συνθήκες πώλησης μεγάλου αριθμού μετοχών και αυξημένης προσφοράς, όπως συνέβη τον Νοέμβριο του 2015. Ετσι, ουδείς μπορεί να γνωρίζει τα επίπεδα τιμών των τραπεζικών μετοχών που θα πωλούσε τότε το ΤΧΣ και άρα την πραγματική αξία της περιουσίας του. Πάντως, ήδη από το 2014 ξεκίνησε η πτώση των τραπεζικών μετοχών.

 

● Σε ό,τι αφορά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (2015-α΄ εξάμηνο 2019), οι απώλειες για το ΤΧΣ διαμορφώνονται στα 11,3 δισ. ευρώ. Η αξία των μετοχών στο ΤΧΣ, στο τέλος Ιουνίου του 2019 ήταν 4,7 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι ομόλογα ύψους 10,9 δισ. ευρώ επεστράφησαν στον ΕFSF – απομειώνοντας αντίστοιχα το δημόσιο χρέος, ενώ η Εθνική Τράπεζα αποπλήρωσε τα CoCos ύψους 2 δισ. ευρώ.

 

● Στις 31.03.2020, στην έναρξη του πρώτου κύματος της πανδημίας, η αξία μετοχών και CoCos που κατείχε το Ταμείο ήταν περίπου 2,29 δισ ευρώ. Στις αρχές Μαρτίου 2021 –πριν δηλαδή τις ανακοινώσεις της Πειραιώς και εν μέσω πανδημίας– η αξία των μετοχών του Ταμείου ήταν περί το 1,5 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ζημιά του ΤΧΣ, αν ολοκληρωθεί η αύξηση κεφαλαίου της Πειραιώς με τους γνωστούς μέχρι τώρα όρους, θα υπερβεί τα 2 δισεκατομμύρια.

Efsyn.gr