Η ιδεολογική «αναβάπτιση» του ναζισμού: Το παράδειγμα των Βαλτικών χωρών

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η ιδεολογική «αναβάπτιση» του ναζισμού: Το παράδειγμα των Βαλτικών χωρών / 43 View / 23/08/2017

H άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης να συμμετάσχει στο διεθνές συνέδριο που διοργανώνει η εσθονική προεδρία της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης στο Τάλιν, την Τετάρτη, 23 Αυγούστου, με θέμα, «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα», εκτός των άλλων, λειτούργησε αντικειμενικά και ως μία ευκαιρία να αναδειχθεί μια, εν πολλοίς, όχι ιδιαίτερα προβεβλημένη από τα εγχώρια ΜΜΕ, σκοτεινή πλευρά της σημερινής Ευρώπης, η οποία έχει δύο βασικά, αλληλοσυμπληρούμενα χαρακτηριστικά: 1) Την λανθάνουσα ή περισσότερο ανοιχτή, φιλοναζιστική πρόσληψη της ιστορίας από ορισμένα κράτη – μέλη της ΕΕ, πρόσληψη που έχει και απτή έκφραση σε επίπεδο σύγχρονης παραγωγής και άσκησης πολιτικής και 2) Την θεσμική κατοχύρωση της «εξίσωσης» της κομμουνιστικής και ναζιστικής ιδεολογίας από την ίδια την ΕΕ.

Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι, όπως εκφράζονται στην πράξη, αλληλοσυμπληρούμενα διότι, ενώ σε επίπεδο εθνικού θεσμικού πλαισίου εκείνων των κρατών – μελών της ΕΕ, η «εξίσωση» προβλέπει ποινικές συνέπειες στην χρήση ναζιστικών και κομμουνιστικών συμβόλων και στην προπαγάνδιση της ναζιστικής και κομμουνιστικής ιδεολογίας, στην πράξη, κυρίως στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, η «εξίσωση» λειτουργεί κατεξοχήν για το κυνήγι των κομμουνιστικών συμβόλων και της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Επιπλέον, σε κάποιες από αυτές, βασικά πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, αν και τυπικά ισχύει η «εξίσωση», ταυτόχρονα, αναγνωρίζονται οι εναπομείναντες συνεργάτες των ναζί ως «μαχητές της ελευθερίας» από τον σοβιετικό «ζυγό». Και δεδομένου ότι τα μόνα σύμβολα που υπάρχουν σε εκείνες τις χώρες είναι από το σοσιαλιστικό παρελθόν τους, το «πογκρόμ» αφορά αποκλειστικά στην λεγόμενη «διαδικασία αποκομμουνιστικοποίησης», η οποία περιλαμβάνει, καταστροφές μνημείων – ακόμη και πεσόντων στον πόλεμο – εκ βάθρων αναθεωρήσεις της πρόσφατης ευρωπαϊκής και εθνικής ιστορίας, αλλά και διώξεις όσων προσπαθούν να αντιδράσουν ή διαφωνούν ανοιχτά με αυτήν την εξέλιξη, κυρίως από τον ακαδημαϊκό χώρο, τα συνδικαλιστικά κινήματα, τα κινήματα και τις συλλογικότητές της νεολαίας με αντιφασιστικό προσανατολισμό.

Οι χώρες της Βαλτικής – Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία – αποτελούν την «ατμομηχανή» αυτής της διαδικασίας, αφού εκεί πρώτα, κατά την πρώτη μετασοβιετιή δεκαετία του ’90, υιοθετήθηκε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο απαγόρευσης των κομμουνιστικών συμβόλων και της κομμουνιστικής ιδεολογίας, το οποίο είχε σαν συνέπεια την απαγόρευση αριστερών κομμάτων κάθε προσανατολισμού και ιδεολογικής απόχρωσης, προεξεχόντων, φυσικά, των κομμουνιστικών, εργατικών και σοσιαλιστικών, φυλακίσεις στελεχών τους, διώξεις συνδικαλιστών κλπ.

Ταυτόχρονα, αυτές οι χώρες προχώρησαν σε μία ευρείας κλίμακας αναθεώρηση της ιστορίας τους, η οποία οδήγησε, τελικά, στην ιστορική αναγνώριση των εσθονικών, λετονικών και λιθουανικών SS και των εθνικιστικών οργανώσεων που πολέμησαν στο πλευρό των ναζί εναντίον της Σοβιετικής ‘Ενωσης, με το πρόσχημα, ότι ήταν ένα είδος «αναγκαστικής συμμαχίας» για την «απελευθέρωση» από τους «μπολσεβίκους».

Με αυτόν τον τρόπο, οι εναπομείναντες, υπέργηροι συνεργάτες των ναζί βγήκαν από την μέχρι τότε ντροπιαστική ανωνυμία τους και αντιμετωπίστηκαν από τα κράτη τους ως «ήρωες» και «μαχητές της ελευθερίας». ‘Αρχισαν να λαμβάνουν «τιμητικές» συντάξεις, κοινωνικές παροχές και προνόμια που μέχρι τότε λάμβαναν μόνο οι βετεράνοι της Αντιφασιστικής Νίκης. Χαρακτηριστική, της παραπάνω διαδικασίας «αποκομμουνιστικοποίησης» είναι η ετήσια ναζιστο-παρέλαση στο κέντρο της Ρίγας, πρωτεύουσας της Λετονίας, κάθε 16 Μαρτίου.

Η επιλογή της συγκεκριμένης μέρας για την ναζιστο-παρέλαση δεν είναι τυχαία. Στις 16 Μαρτίου του 1944, δύο μεραρχίες των λετονικών SS, ενταγμένες πλήρως επιχειρησιακά στα γερμανικά SS, προσπάθησαν να σταματήσουν προελαύνοντα τμήματα του Κόκκινου Στρατού στον ποταμό Βελίκαγια. Ανεπιτυχώς.

Τα φρικιαστικά εγκλήματα κατά αιχμαλώτων μαχητών του Κόκκινου Στρατού και παρτιζάνων, καθώς και εναντίον του άμαχου πληθυσμού από τα λετονικά SS έχουν τεκμηριωθεί σε σειρά μεταπολεμικών δικών. Χαρακτηριστικό του φασιστικού τους μένους είναι ότι η 19η μεραρχία των λετονικών SS, ή τουλάχιστον ό,τι απέμεινε από αυτήν, συνέχιζε να πολεμά ακόμη και μετά την συνθηκολόγηση της φασιστικής Γερμανίας στις 9 Μάη του 1945.

Η πρώτη ναζιστο-παρέλαση έγινε στην μετασοβιετική Ρίγα το 1994. Από το 1998 λαμβάνει χώρα υπό την αιγίδα του λετονικού κράτους με σχετικό νόμο μάλιστα. Οι μόνοι που αντιδρούν, σε επίπεδο κρατών και διεθνών φορέων, σε αυτήν την, είναι το Κέντρο Βίζενταλ και η Ρωσία. Ο διευθυντής του Κέντρου, Εφραϊμ Ζούροφ, σημείωσε σε δήλωσή του στο δίκτυο «Russia Today» ότι όσοι εκλαμβάνουν αυτές τις παρελάσεις ως «αγώνα για την ελευθερία» και ως «τιμή στην ανεξαρτησία της Λετονίας», πρέπει να καταλάβουν ότι αμέτρητοι άνθρωποι χάθηκαν σε όλη την Ευρώπη και στην Λετονία και από την συνεργασία Λετονών με τους ναζί.

Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών σχολίασε ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από «ολοφάνερη προπαγάνδα και ηρωοποίηση προσώπων που συμμετείχαν σε μαζικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία διέπραξαν ναζί και συνεργάτες τους κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου».

Αναφερόμενο πιο συγκεκριμένα στην στάση των λετονικών αρχών, το ρωσικό ΥΠΕΞ σημειώνει ότι «σε αυτό το πλαίσιο, προκαλεί σοβαρές ανησυχίες η συστηματική παρενόχληση, από τις αρχές της Λετονίας, αντιφασιστικών οργανώσεων». Κάνει λόγο χαρακτηριστικά για «κατασκευή ποινικών υποθέσεων», όπως στην περίπτωση του στελέχους της λετονικής Αντιφασιστικής Επιτροπής, Αλεξέι Σαρίποφ.

Η Λετονική Αντιφασιστική Επιτροπή δημιουργήθηκε το 2005 και έκτοτε, τα μέλη και τα στελέχη της δέχονται πλήθος κρατικές και παρακρατικές πιέσεις, ενώ είναι συχνά θύματα προβοκατσιών. Οι προσπάθειές της να οργανώσει αντισυγκεντρώσεις κάθε χρόνο στις 16 Μάρτη «προλαμβάνονται» από τους μηχανισμούς καταστολής με συλλήψεις και απαγορεύσεις. Το 2008 η Εσθονία εμπόδισε τον Σαρίποφ να μπει στην χώρα διότι το όνομά του βρίσκεται σε «λίστα ανεπιθυμήτων». Το 2009 η Επιτροπή διοργάνωσε συνέδριο στην Ρίγα για ένα «Μέλλον χωρίς ναζισμό», αλλά οι λετονικές αρχές δεν επέτρεψαν σε αντιφασίστες από την Ρωσία και την Εσθονία να περάσουν στην χώρα.

Κάτι ανάλογο έγινε και λίγα 24ωρα πριν την ναζιστο-παρέλαση της 16ης Μαρτίου του 2016, όταν ο επικεφαλής της αστυνομίας της Λετονίας «εξήγησε» στους δημοσιογράφους πώς θα ενεργήσουν οι υφιστάμενοί του για την «αποφυγή φυσικής σύγκρουσης». Με άλλα λόγια, πώς να εμποδιστούν Λετονοί και ξένοι αντιφασίστες να «χαλάσουν» την ναζιστο-«γιορτή». Ο ίδιος βέβαια το έθεσε ως «προστασία των πολιτών μας από ανεπιθύμητη πρόκληση». Την οποία βέβαια, για το λετονικό κράτος «συνιστούν» οι αντιφασίστες και όχι τα νεκραναστημένα SS.

Ενας από τους τρόπους με τους οποίους προστατεύει τους ναζί η Λετονία είναι απαγορεύοντας την είσοδο στην χώρα σε αντιφασίστες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πρόεδρου του Συλλόγου Θυμάτων των ναζιστικών καθεστώτων, καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, Κορνέλια Γκερτ. Η Γκερτ επρόκειτο να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο ενάντια στην πορεία των λετονικών SS, αλλά ήταν στην «μαύρη λίστα» των προσώπων στα οποία απαγορεύεται η είσοδος Ρίγα.

Η πανεπιστημιακή και ακτιβίστρια πληροφορήθηκε την ύπαρξη ενός τέτοιου καταλόγου, με το όνομά της μάλιστα, στο αεροδρόμιο του Αμβούργου, όταν επιβιβάστηκε στην πτήση της «Air Baltic». Ακόμη πέντε συνάδελφοι της Γκερτ στάθηκαν άτυχοι. Πέταξαν με άλλη αεροπορική εταιρεία από το Βερολίνο και συνελήφθησαν κατά την άφιξή τους στη Ρίγα, διότι ως πολίτες της ΕΕ, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα οικειοθελώς, όπως προβλέπεται από την Σένγκεν.

Σύμφωνα με την Γκερτ, η οποία επικοινώνησε με τους συναδέλφους της τηλεφωνικά, οι συλληφθέντες τέθηκαν υπό κράτηση για δύο ημέρες και στη συνέχεια απελάθηκαν, χωρίς να υπάρχει κανένας τυπικός λόγος. Στην πραγματικότητα, οι πανεπιστημιακοί θα συμμετείχαν στις προγραμματισμένες αντιφασιστικές εκδηλώσεις, στο πλαίσιο των οποίων θα διοργανωνόταν και «στρογγυλό τραπέζι» με θέμα «Ο κίνδυνος της αποκατάστασης των Waffen SS» στην οποία θα μιλούσαν και οι Γερμανοί πανεπιστημιακοί αντιφασίστες.

Ανάλογη διαδικασία ακολουθήθηκε και στην Εσθονία. Εκεί, το κράτος «διέπρεψε» στο ξήλωμα των αντιφασιστικών μνημείων, το οποίο έλαβε και συγκρουσιακό χαρακτήρα τον Απρίλιο του 2007, όταν οι αρχές γκρέμισαν το μνημείο του μπρούντζινου στρατιώτη «Αλιόσα» από την κεντρική πλατεία του Τάλιν, αφού πρώτα έγιναν σφοδρές συγκρούσεις αντιφασιστών με την αστυνομία, με αποτέλεσμα να χυθεί και αίμα, με έναν νεκρό διαδηλωτή.

Φυσικά και η Εσθονία έχει απαγορεύσει το Κομμουνιστικό Κόμμα, τα κομμουνιστικά και σοβιετικά σύμβολα, ενώ στήνει συνεχώς μνημεία για τους Εσθονούς SS. Η σοβιετική περίοδος της Εσθονίας χαρακτηρίζεται ως «κατοχή» στα σχολικά βιβλία, ενώ στο Ταλίν λειτουργεί και σχετικό «Μουσείο Σοβιετικής Κατοχής» που αφορά στην περίοδο 1940 – 1991. Περιλαμβάνει δηλαδή και την περίοδο του πολέμου και της κατοχής της Εσθονίας από τους ναζί, χωρίς όμως, «περιέργως», να διευκρινίζεται αυτή η «λεπτομέρεια». Από το 2007 επίσης, η Εσθονία έχει χαρακτηρίσει την 22η Σεπτέμβρη, την μέρα, δηλαδή, που απελευθερώθηκε από τους ναζί, ως «μέρα πένθους», λόγω της εισόδου του Κόκκινου Στρατού στο Τάλιν.

Φυσικά, οι Εσθονοί ναζί ήταν μια θλιβερή μειοψηφία, αφού οι Εσθονοί αντιφασίστες που πολέμησαν από τις γραμμές του Κόκκινου Στρατού ήταν εκείνοι που απελευθέρωσαν την χώρα από τους ναζί. Είναι χαρακτηριστικό, ότι πρώτο στο Τάλιν μπήκε το 8ο Εσθονικό Σώμα, με επικεφαλής τον Εσθονό συνταγματάρχη Β. Βέρκα, με πάνω από 20.000 Εσθονούς μαχητές. Τουλάχιστον 500 Εσθονοί παρτιζάνοι τιμήθηκαν με παράσημα και 12 Εσθονοί στρατιώτες και αξιωματικοί έλαβαν τον ανώτατο πολεμικό τίτλο του «Ηρωα της Σοβιετικής Ενωσης». Για το σημερινό εσθονικό κράτος, όλοι αυτοί είναι πλέον «προδότες».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της φιλοναζιστικής διαδικασίας «αποκομμουνιστικοποίησης» στην Λιθουανία αποτελεί ο νόμος του 2010, ο οποίος προβλέπει χρηματικά πρόστιμα, έως και δύο χρόνια φυλάκιση σε κάθε φυσικό πρόσωπο που θα υποστηρίξει δημόσια ότι δεν υπήρξε σοβιετική «κατοχή», αλλά ότι η χώρα «εντάχθηκε» στην ΕΣΣΔ.

Το «παράδειγμα» των Βαλτικών ακολούθησε το σύνολο των πρώην σοσιαλιστικών ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες αργότερα εντάχθηκαν στην ΕΕ. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της διαδικασίας αποτελεί η Ουκρανία, όπου, την ‘Ανοιξη του 2015, υιοθετήθηκαν δύο νομοθετικά «πακέτα», με τα οποία, αφενός απαγορεύτηκαν κομμουνιστικά και σοβιετικά σύμβολα, κόμματα, οργανώσεις κλπ και, αφετέρου, αναγνωρίστηκαν και νομιμοποιήθηκαν οι ουκρανικές ναζιστικές και εθνικιστικές οργανώσεις, οι οποίες χρεώνονται με σφαγές αμάχων, τόσο στην κατεχόμενη Ουκρανία, όσο και στην Πολωνία, κατά την διάρκεια του πολέμου. Μάλιστα, αυτές οι σφαγές εξακολουθούν να σκιάζουν τις σημερινές σχέσεις της Βαρσοβίας και του Κιέβου.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης τα πράγματα δεν έφτασαν μέχρι την απαγόρευση κομμάτων, οργανώσεων και λόγου. Όμως η εξισωτική – ισοπεδωτική πρόσληψη του ναζισμού και του κομμουνισμού, αποτελεί και την κυρίαρχη ιδεολογία των Βρυξελλών. Εν αρχή η 9η Μάη άλλαξε από μέρα της Αντιφασιστικής Νίκης (στις 9 Μάη του 1945 συνθηκολόγησε η ναζιστική Γερμανία) σε «Ημέρα της Ευρώπης». Όχι όμως επειδή τέλειωσε τότε και τυπικά ο πόλεμος, αλλά διότι στις 9 Μάη του 1950 δημοσιοποιήθηκε η «Δήλωση Schuman». Πρόκειται για τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας, ο οποίος, εκείνη τη μέρα διάβασε στο διεθνή Τύπο μια δήλωση που καλούσε τη Γαλλία, τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να ενώσουν την παραγωγή τους σε άνθρακα και χάλυβα, ως «πρώτο συγκεκριμένο θεμέλιο μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας».

Τον Απρίλιο του 2009, η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε ψήφισμα, με το οποίο επιχειρείται η ταύτιση του φασισμού με τον κομμουνισμό και, κατά συνέπεια, η ταύτιση των ναζιστικών φασιστικών καθεστώτων με τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Επρόκειτο για κοινό ψήφισμα των πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), των Φιλελευθέρων (ALDE), της Ένωσης για την Ευρώπη των Εθνών (UEN) και των Πρασίνων (Verts), ενώ τη θετική ψήφο τους έδωσαν και οι Σοσιαλιστές (PSE). Έτσι, με 553 ψήφους υπέρ, 44 κατά και 33 αποχές η ΕΕ θεσμοθέτησε τον αντικομμουνισμό σε επίσημη ιδεολογία της. [σημ: ευρωβουλευτές της ΝΔ απήχαν και του ΠΑΣΟΚ καταψήφισαν]

Του παραπάνω ψηφίσματος είχαν προηγηθεί ανάλογες απόπειρες όπως αυτή με το αντικομμουνιστικό μνημόνιο το 2005 και το 2006 που προωθήθηκε από την Πολιτική Επιτροπή της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Για την αναγκαιότητα διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων». Το διεθνές κύμα διαμαρτυρίας που σηκώθηκε ακόμη και από μη κομμουνιστικές δυνάμεις οδήγησε στην προσωρινή, όπως προέκυψε εκ των υστέρων, «απόσυρσή» του αφού δεν μπόρεσε να μαζέψει τον απαιτούμενο αριθμό ψήφων κατά την ψηφοφορία τον Ιανουάριο του 2006.

πηγή: tvxs