Εργαλειοποίηση της Επιτροπής Παρακολούθησης του Ποινικού Κώδικα

by/ 0 Comments / 0 View / 28/06/2021

Εντός των ημερών αναμένεται η κυβέρνηση να παρουσιάσει το σχέδιο του «νέου» Ποινικού Κώδικα, για το οποίο ο υπουργός Δικαιοσύνης, Κώστας Τσιάρας, σύστησε την Επιτροπή Διαρκούς Παρακολούθησης Κωδίκων υπό τον καθηγητή Λάμπρο Μαργαρίτη. Πριν ακόμα η επιτροπή καταθέσει το πόρισμά της, οι περισσότερες αλλαγές έχουν ήδη γίνει γνωστές, αφού το υπουργείο φροντίζει να τις διαφημίζει, μέσω ρεπορτάζ που επικαλούνται «ασφαλείς πληροφορίες», και να τις πλασάρει σαν θεραπεία απέναντι στην εγκληματικότητα. Η απαξίωση και η εργαλειοποίηση της επιτροπής Μαργαρίτη από την κυβέρνηση δεν ξαφνιάζει· το είδαμε να γίνεται και με την επιτροπή των λοιμωξιολόγων που εδώ και μήνες καλούνται να δίνουν τη συγκατάθεσή τους σε ειλημμένες κυβερνητικές αποφάσεις, οι οποίες έχουν ήδη ανακοινωθεί από υπουργούς στα τηλε-παράθυρα προτού συνεδριάσουν οι επιστήμονες.

 

Σε ποια κατεύθυνση κινούνται οι αλλαγές; Ολική επαναφορά μιας αναχρονιστικής αντίληψης για τον σωφρονισμό, διεύρυνση της ανισότητας στην εφαρμογή του νόμου και φυσικά ακύρωση του επίπονου έργου καθηγητών, ποινικολόγων και δικαστικών λειτουργών που είχαν συντάξει τους νέους Ποινικούς Κώδικες.

Αλλωστε, δύο μήνες μετά την ψήφισή τους, η κυβέρνηση έσπευδε να τους τροποποιήσει με κύριο άξονα την αυστηρότερη τιμωρία συγκεκριμένων κρατουμένων και με ταυτόχρονο περιορισμό των ευεργετικών μέτρων που συμβάλλουν στην ομαλή επανένταξη. Οπως σχολιάζουν έγκριτοι νομικοί, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του κορυφαίου ποινικολόγου Ιωάννη Μανωλεδάκη, δεν αποτελεί το καλύτερο μνημόσυνο η συμμετοχή μαθητών του σε τροποποιήσεις οι οποίες απέχουν παρασάγγας από το δικό του αξιακό σύστημα δικαίου και σωφρονισμού.

 

Ομως αυτό που απασχολεί τους υπουργούς Κώστα Τσιάρα και Μιχάλη Χρυσοχοΐδη είναι πώς θα εκμεταλλευτούν τη δραματική συγκυρία άγριων εγκλημάτων που προκαλούν αποτροπιασμό στην κοινή γνώμη (συζυγοκτονία, βιασμοί κ.ά.) για να επιτύχουν μια ιδιότυπη σωφρονιστική πολιτική διαχωρισμού των εγκλημάτων με όρους ιδεολογικοπολιτικούς. Ευτυχώς στο θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης μετά τις έντονες αντιδράσεις απαλείφθηκε ο όρος «χωρίς τη συναίνεση του θύματος», ενώ αναμένεται να διώκονται αυτεπαγγέλτως (χωρίς να απαιτείται μήνυση του θύματος) οι γενετήσιες πράξεις κατά ανηλίκων. Οσο για την προσφιλή ρητορική της Ν.Δ. περί του υπαίτιου για όλα νόμου Παρασκευόπουλου, η κυβέρνηση ίσως αναγκαστεί να την εγκαταλείψει μετά το τελευταίο φιάσκο («Εφ.Συν.», «Βιασμός της αλήθειας από Ν.Δ.»).

 

Αποτυχία

Αναμφισβήτητα η κυβέρνηση έχει αποτύχει σε έναν βασικό στόχο που συνοδεύει τη λειτουργία κάθε θεμελιώδους νομοθετήματος: στη διαφύλαξή του από πρόωρες, συνεχείς και αποσπασματικές αλλαγές, οι οποίες οδηγούν τους πολίτες, τους δικηγόρους και τους δικαστές σε ανασφάλεια δικαίου. Η αποκατάσταση της συνοχής του Ποινικού Δικαίου (η οποία είχε χαθεί από τις συνεχείς πολιτικές πρωτοβουλίες συμβολικής αυστηροποίησης και υπό την πίεση της όποιας επικαιρότητας) αποτελεί ένα διαχρονικό και πάγιο αίτημα της επιστήμης, το οποίο ποδοπατάται ξανά. Αυτό επιχειρήθηκε με τους νέους Ποινικούς Κώδικες (Π.Κ. και ΚΠΔ) και ήδη εξανεμίζεται.

 

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα δεν είναι επαρκές προκειμένου η επιτροπή να εξαγάγει ασφαλή συμπεράσματα αφού, όχι μόνο αφορά τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία εξακολουθούν να δικάζονται εγκλήματα που τελέστηκαν υπό την ισχύ του παλαιού Ποινικού Κώδικα, αλλά παράλληλα και μια περίοδο αναστολής των εργασιών των ποινικών δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κακουργήματα δεν έχουν προλάβει να προσδιοριστούν προς εκδίκαση, ενώ στα πλημμελήματα κρίσιμες πτυχές του νέου Π.Κ. (όπως η διεύρυνση του θεσμού της κοινωφελούς εργασίας) δεν έτυχαν απολύτως καμίας εφαρμογής.

 

Σε κάθε περίπτωση, η βάση συζήτησης των επικείμενων αλλαγών της νομοθεσίας είναι εσφαλμένη αφού έχει στο επίκεντρο αντιφατικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του εγκλήματος και ενεργοποιείται με αφορμή σοβαρά εγκληματικά περιστατικά, τα οποία καταβάλλεται προσπάθεια να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα αποτυχίας ενός «επιεικούς ποινικού συστήματος». Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση «παίζει» ακόμη μία φορά με «θεσμικά νομοθετήματα» της χώρας για επικοινωνιακούς σκοπούς. Για τον λόγο αυτό έχουν ήδη καταγραφεί επικρίσεις από τους καθηγητές Ποινικού Δικαίου Ηλία Γ. Αναγνωστόπουλο («Τιμωρητικός ακτιβισμός», «Καθημερινή», 6.6.2021) και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη («Χρειαζόμαστε πιο αυστηρές ποινικές διατάξεις;», «Τα Νέα», 18.6.2021).

 

Τροποποιήσεις

1. Αναμένονται αυστηροποίηση του πλαισίου έκτισης ποινής και περιορισμός διατάξεων που περιγράφονται ως προνόμια για την πλειονότητα των καταδικασθέντων. Στην περίπτωση της ισόβιας κάθειρξης ο χρόνος παραμονής στη φυλακή αυξάνει στα 18 (από 16) έτη, ενώ για ορισμένα εγκλήματα (εσχάτη προδοσία, διακίνηση ναρκωτικών, εγκληματική οργάνωση, τρομοκρατικές πράξεις, εγκλήματα κατά της σεξουαλικής ελευθερίας, ληστεία και ανθρωποκτονία) ο ελάχιστος χρόνος παραμονής στη φυλακή πριν από την υφ’ όρον απόλυση θα αυξηθεί στα 3/5 (ή 4/5) του χρόνου της ποινής, έναντι 2/5 που ισχύει σήμερα. Ετσι οι κρατούμενοι παύουν να έχουν οποιοδήποτε κίνητρο στη φυλακή (για εργασία, εκπαίδευση κ.λπ.) αφού ο ευεργετικός υπολογισμός ημερών ποινής (τα λεγόμενα «μεροκάματα») δεν θα «μειώνει» την ποινή τους. Για τα ίδια εγκλήματα θα προβλεφθεί απαγόρευση του δικαιώματος έκτισης ποινής στην κατοικία με ηλεκτρονική επιτήρηση.

 

Πρόκειται για μια απολύτως εσφαλμένη προσέγγιση που αντιλαμβάνεται ως «προνόμια» τα δικαιώματα των κρατουμένων και τα καταργεί. Η υφ’ όρον απόλυση, που λειτουργεί με αυστηρές δικλίδες ασφαλείας, συμβάλλει στην ομαλή επανένταξη των κρατουμένων, ενώ η επιμήκυνση της φυλάκισης εντείνει την αποκοινωνικοποίησή τους και συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά υποτροπής.

 

Θα πρέπει, λοιπόν, να εξηγηθεί από την επιτροπή σε ποια στοιχεία στηρίζει τη θέση της ότι η αύξηση του χρόνου παραμονής σε ένα αποδιαρθρωμένο σωφρονιστικό περιβάλλον θα οδηγήσει σε μείωση της εγκληματικότητας. Παράλληλα ο πρόεδρος της επιτροπής Λάμπρος Μαργαρίτης, που έχει δώσει μάχες στα δικαστήρια της Βόρειας Ελλάδας υπερασπιζόμενος το δικαίωμα σε αναστολή και υφ’ όρον απόλυση κατηγορουμένων για βαριά εγκλήματα, θα πρέπει να δώσει απαντήσεις για το κριτήριο επιλογής συγκεκριμένων εγκλημάτων στα οποία θα εξαντλείται η αυστηρότητα του νομοθέτη.

 

Από αντεγκληματικής άποψης αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι αυστηρότερο καθεστώς υφ’ όρον απόλυσης (4/5 ποινής) εφαρμόστηκε για χρόνια στα εγκλήματα διακίνησης ναρκωτικών (Ν. 2943/2001), χωρίς να οδηγήσει σε αντιμετώπιση αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία είναι από τις βασικές πηγές τροφοδότησης των φυλακών. Γι’ αυτό και έτυχε σφοδρής κριτικής ακόμη και από τον πρόεδρο της επιτροπής, Λ. Μαργαρίτη. Οσο για τη μη αξιοποίηση της ηλεκτρονικής επιτήρησης ακόμη και αν υφίστανται σοβαρές περιστάσεις που θα την επέβαλλαν (λ.χ. λόγοι υγείας), κρίνεται ότι αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.

 

2. Μια άλλη αλλαγή που προωθείται αφορά τη δίωξη κακουργημάτων που στρέφονται κατά της περιουσίας και ιδιοκτησίας, η οποία θα γίνεται αυτεπάγγελτα ακόμη και όταν το αδίκημα αφορά ιδιωτική περιουσία. Σήμερα δίνεται στον παθόντα το περιθώριο να εκτιμήσει αν θέλει ή όχι να διωχθεί ο δράστης, καταθέτοντας σχετική έγκληση μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία και λαμβάνοντας υπόψη ποιος είναι ο δράστης και τι αφορά το αδίκημα. Ομως η επιτροπή φέρεται να εισηγείται να αποφασίζει ο εισαγγελέας αν πρέπει να προστατευθεί η περιουσία ή η ιδιοκτησία του παθόντος με τα μέσα του ποινικού δικαίου.

 

Με μία εξαίρεση: τα κακουργήματα απιστίας που στρέφονται κατά της περιουσίας των τραπεζικών ιδρυμάτων θα εξακολουθήσουν να διώκονται κατ’ έγκληση, όπως συμβαίνει ήδη με τον «γαλάζιο» Νόμο 4637/2019. Ετσι, θεσμοθετείται διάκριση στον τρόπο δίωξης των τραπεζικών στελεχών από οποιονδήποτε άλλο τελεί κακουργηματική απιστία έναντι ιδιωτικής περιουσίας. Η τροποποίηση αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας, όπως έχει ήδη καταδειχθεί από πολλά βουλεύματα δικαστικών συμβουλίων. Πάντως το ζήτημα της (αντι)συνταγματικότητας εκκρεμεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

 

3. Παράλληλα επιχειρείται νέα ελάφρυνση των ποινών που προβλέπονται για τα πλημμελήματα, τροποποίηση που πρέπει να τεθεί υπό το πρίσμα του σημερινού Π.Κ., ο οποίος προβλέπει την τιμωρία «βαριών πλημμελημάτων» με ποινές φυλάκισης 3 έως 5 ετών, που εκτίονται στη φυλακή, χωρίς αναστολή και χωρίς μετατροπή. Για ποινές έως 3 χρόνια προβλέπεται αναστολή στην έκτιση της ποινής αλλά το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, εκτιμώντας μια σειρά παραγόντων (το προφίλ και το παρελθόν του δράστη, τις συνθήκες, τις πράξεις κ.λπ.), να μην τη χορηγήσει.

 

Η λογική της νομοθέτησης αυτής ήταν ότι, μετά και τις επαναξιολογήσεις ορισμένων εγκλημάτων, θα δημιουργούνταν ένα δίχτυ που θα συγκρατούσε τον νομοθέτη από την προσφιλή του συνήθεια, όταν θέλει να αντιμετωπίσει ένα πιεστικό συμβάν ή ένα δυσχερές κοινωνικό πρόβλημα, να επιστρατεύει αυστηροποιήσεις, κακουργηματοποιήσεις και εν γένει να αξιοποιεί το ποινικό δίκαιο σε πρώτο χρόνο και όχι ως έσχατο όπλο. Στο ίδιο πλαίσιο δινόταν η δυνατότητα έκτισης ορισμένου μέρους της ποινής στη φυλακή και του υπολοίπου εκτός αυτής παρέχοντας κοινωφελή εργασία.

 

Το υπουργείο και η επιτροπή φέρονται να προσανατολίζονται στην κατάργηση αυτής της διάρθρωσης ποινών και στην επέκταση της κοινωφελούς εργασίας. Ενώ δηλαδή προβάλλεται εν γένει η ανάγκη αυστηροποίησης του Π.Κ., εδώ εκτιμάται ότι οι δικαστές έδειχναν διστακτικότητα επιβολής ποινών από 3 έως 5 έτη γιατί ήξεραν ότι είναι εκτιτέες.

 

Αυτό που παραγνωρίζεται είναι ότι στα βαριά πλημμελήματα συμπεριλήφθηκαν ορισμένα ελαφριά κακουργήματα, με στόχο την απαλλαγή του ποινικού μας δικαίου από πληθώρα κακουργηματοποιήσεων που είχαν γίνει τα προηγούμενα χρόνια και είχαν ενταχθεί στο σώμα του, χωρίς βέβαια ποτέ να έχουν κανένα αντεγκληματικό αντίκρισμα, αφού χρησίμευαν μόνο ως εκδηλώσεις ενός συμβολικού, ανέξοδου τιμωρητισμού. Ταυτόχρονα η συζήτηση για επέκταση της κοινωφελούς εργασίας είναι απολύτως θεωρητική αφού εδώ και δύο χρόνια ο θεσμός παραμένει πλήρως ανενεργός με επιλογή του υπουργού Δικαιοσύνης και παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του περί άμεσης επαναφοράς του.

 

Επιστροφή σε παλιές πρακτικές τιμωρίας

Η αποδιάρθρωση του συστήματος ποινών του νέου Π.Κ. είναι προάγγελος επιστροφής σε παλιές πολιτικές πρακτικές, όταν ο Π.Κ. γινόταν πεδίο συμβολικών εξάρσεων τιμωρητισμού σχετικά με τις ονομαστικές ποινές (αυτές που διαβάζει κανείς στον νόμο) και εν τέλει μη έκτισης αυτών όσον αφορά τις τελικά επιβαλλόμενες ποινές (αυτές που καλούνταν να εκτίσει ο καταδικασθείς).

 

Με τον τρόπο αυτό υπάρχει κίνδυνος το ποινικό σύστημα να βρει έναν διαχρονικό αποδιοπομπαίο τράγο που θα χρησιμεύσει για θεαματική αυστηροποίηση, με την οποία θα αποκρυβεί η κατά τα άλλα επιστροφή στις παλιές πρακτικές και θα καλυφθεί για κάποιο διάστημα η απαίτηση για ουσιαστική παρέμβαση στην εγκληματικότητα μέσω του σωφρονιστικού συστήματος. Ομως είναι γνωστό ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει με ποινές που κρατούν τον καταδικασθέντα για πολύ καιρό μακριά από την κοινωνία, αλλά με ποινές που συνδυάζουν διάφορους θεσμούς (εργασία στη φυλακή, άδειες, υφ’ όρον απόλυση, κοινωφελής εργασία) σταδιακής επανένταξής του και μετασωφρονιστικής αρωγής.

Efsyn.gr