«Γκρίζες» οι εγγυήσεις του «Ηρακλή»

by/ 0 Comments / 0 View / 21/10/2021

Αρτεμις Σπηλιώτη

Ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, υπεραμύνθηκε για ακόμα μία φορά των κρατικών μέτρων στήριξης των επιχειρήσεων την περίοδο της πανδημίας (επιστρεπτέα, ενοίκια κ.ά.) και των ρυθμίσεων χρεών προς το Δημόσιο σε πολλές δόσεις, στάθηκε με όρους επικοινωνιακούς στο πλευρό μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κάλεσε τις τράπεζες να δώσουν περισσότερα δάνεια και φυσικά επιτέθηκε στην αντιπολίτευση, η οποία όπως είπε δεν επιδεικνύει την υπευθυνότητα που επιδεικνύουν οι φορείς.

Ωστόσο στη χθεσινή πολύωρη συζήτηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής για τη ρευστότητα στην αγορά και τον ρόλο του τραπεζικού συστήματος, ο υπουργός Οικονομικών «τοποθετήθηκε ως παρατηρητής του προβλήματος» και «δεν είπε τι προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση», εκτός αν θέλει «με αυτόν τον τρόπο να αποσείσει την πολιτική ευθύνη που τον βαραίνει για την κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων», όπως επισήμανε η τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ, Εφη Αχτσιόγλου.

«Οι δεσμοί εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζών και μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας έχουν επικίνδυνα διαρραγεί. Οι επιλογές της κυβέρνησης υπηρετούν κατ’ αποκλειστικότητα τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και τους μεγάλους επιχειρηματίες, δηλαδή το 1% της οικονομίας, με τις τράπεζες να καλύπτονται πίσω από αυτή την πολιτική» ανέφερε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΙΝ.ΑΛΛ., Μιχάλης Κατρίνης, και ζήτησε από τις τράπεζες, όπως άλλωστε και το σύνολο των φορέων, να φτιάξουν χρηματοδοτικά προϊόντα προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων με κριτήριο τη βιωσιμότητά τους.

Εκ μέρους του ΚΚΕ ο βουλευτής Νίκος Καραθανασόπουλος υπογράμμισε ότι μπορεί οι τράπεζες να απαλλάσσονται από τα «κόκκινα» δάνεια, όμως το ιδιωτικό χρέος δεν μειώνεται, αντίθετα αυξάνεται. Εξέλιξη που όπως είπε διαμορφώνει τις προϋποθέσεις αύξησης των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας και ζήτησε να προχωρήσουν οι τράπεζες σε γενναία κουρέματα.

Ο Χρήστος Σταϊκούρας απέφευγε να απαντήσει στο ερώτημα που έθεσαν οι βουλευτές της αντιπολίτευσης για το αν όντως τίθεται από τη Eurostat θέμα εγγραφής των εγγυήσεων -περίπου 23 δισ. που έχουν δοθεί στις συστημικές τράπεζες για τιτλοποιήσεις «κόκκινων» δανείων- στο δημόσιο χρέος. Υπενθύμισε ότι τόσο ο «Ηρακλής Ι» όσο και η επέκτασή του, ο «Ηρακλής ΙΙ», έχουν συμφωνηθεί και εγκριθεί από το Eurogroup, τον SSM, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ανταγωνισμού με τους όρους που σήμερα υφίστανται και τα χαρακτηριστικά του. Και υπογράμμισε ότι η μείωση των «κόκκινων» δανείων είναι ένας από τους λόγους που κρατούν χαμηλό το κόστος δανεισμού για το Δημόσιο.

Ωστόσο η γενικόλογη (μη) απάντηση του υπουργού Οικονομικών μάλλον θόλωσε παρά ξεκαθάρισε το θέμα της Εurostat και είναι άξιο απορίας πώς εγείρεται (αν εγείρεται) πραγματικά τέτοιο ζήτημα για το σύνολο των εγγυήσεων και ειδικά για την Ελλάδα, όταν αντίστοιχο σχήμα τρέχει εδώ και μια πενταετία στην Ιταλία -δεν υπάρχει καμία κατάπτωση- ή σε άλλες χώρες που κάνουν χρήση κρατικών εγγυήσεων. Μια εύλογη απορία είναι γιατί να εγγραφούν στο χρέος εγγυήσεις που δεν έχουν καταπέσει.

Καλύτερη αποτύπωση

Πηγές με γνώση του θέματος εκτιμούσαν ότι ενδεχομένως η Eurostat -όχι αναγκαστικά σε υψηλό επίπεδο- να έχει ζητήσει καλύτερη αποτύπωση και μάλιστα όχι για το σύνολο των τιτλοποιήσεων που έχουν μπει στον «Ηρακλή», αλλά για κάποιες μεμονωμένες.

Την πρόταση του Γιώργου Καββαθά, πρόεδρου της ΓΣΕΒΕΕ, να τεθεί ως κοινός στόχος σε έναν χρόνο από σήμερα να υπάρχει δυνατότητα χρηματοδότησης για άλλες 100.000 επιχειρήσεις «υιοθέτησε» ο υπουργός Οικονομικών, με τους εκπροσώπους των ΜμΕ να ζητάνε μεγαλύτερη ευελιξία σε ό,τι αφορά τα τραπεζικά κριτήρια και τη δημιουργία χρηματοδοτικών εργαλείων και προϊόντων ειδικά για την ελληνική μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Ο κεντρικός στόχος παραμένει η χρηματοδότηση των βιώσιμων ΜμΕ, χωρίς ωστόσο η αύξηση της πιστωτικής επέκτασης να δημιουργεί κλυδωνισμούς στο τραπεζικό σύστημα και να ελlοχεύει ο κίνδυνος δημιουργίας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, Βασίλη Ράπανο, η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα σε συνδυασμό με δυσμενή στοιχεία των επιχειρήσεων είναι ο λόγος απόρριψης του 60,5% των αιτημάτων των επιχειρήσεων. Σημειώνεται πάντως ότι το πρόβλημα αυτό (δηλαδή του rating) αφορά την ευρωπαϊκή μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και όχι μόνο την ελληνική. Συγχρόνως οι μικρές επιχειρήσεις στη χώρα μας είναι πραγματικά πολύ μικρές.

Ο δείκτης «κύκλος εργασιών ανά απασχολούμενο» στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, που απασχολούν έως 9 υπαλλήλους, αλλά και στο σύνολο της οικονομίας είναι ο τρίτος μικρότερος στην Ε.Ε. Η Ελλάδα είναι σε καλύτερη θέση μόνο από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Συγκεκριμένα ο κύκλος εργασιών για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις ανέρχεται στο ποσό των 56,2 χιλιάδων ευρώ ετησίως, όταν στην Ιρλανδία είναι 312.000, στην Ισπανία 90.000, στην Ιταλία 105.000 και στην Κύπρο 84.500 ευρώ.

Σύμφωνα με την ΕΕΤ, το 8μηνο του 2021 δόθηκαν περί τα 5,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,6 δισ. ευρώ σε επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο των 5 εκατομμύριών και τα άλλα περίπου 3 δισ. ευρώ σε επιχειρήσεις που έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών πάνω από 5 εκατ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνθηκε στους κλάδους της ενέργειας, των τροφίμων και ποτών, του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, στις κατασκευές και στον αγροτικό τομέα.

Εάν σε αυτά προστεθούν και αυτά που δόθηκαν σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, σε ομολογιακά δάνεια και κοινοπρακτικά, το σύνολο της χρηματοδότησης συνολικά το 8μηνο ανήλθε στα 11,2 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 8,9 είναι από ίδια κεφάλαια των τραπεζών.

Ο διευθυντής Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της ΤτΕ, Δημήτρης Μαλλιαρόπουλος, ανέφερε ότι η επιφυλακτικότητα των τραπεζών να χορηγήσουν πιστώσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις οφείλεται στο υψηλό ρίσκο που υπάρχει, καθώς διαχρονικά το ποσοστό «κόκκινων» δανείων των ΜμΕ είναι πολλαπλάσιο από το αντίστοιχο των μεγάλων επιχειρήσεων.

efsyn.gr