Τι συζήτησαν Πούτιν και Μητσοτάκης στο Σότσι

by/ 0 Comments / 1 View / 09/12/2021

Θετικές δηλώσεις για το Κυπριακό, όχι όμως και για τα ελληνοτουρκικά, από τον Ρώσο πρόεδρο που έστειλε μηνύματα προς ΝΑΤΟ και Ε.Ε. για την περιφερειακή ασφάλεια στην Ανατολική Ευρώπη ● Συμφωνία για συνέχιση και ενίσχυση της ελληνορωσικής συνεργασίας στους τομείς ενέργειας, τουρισμού και υποδομών.

Η προοπτική βελτίωσης των σχέσεων Ελλάδας και Ρωσίας βρέθηκε στο επίκεντρο της συνάντησης του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στο Σότσι, η οποία πραγματοποιήθηκε στη σκιά της ρωσο-ουκρανικής κρίσης και του ψυχροπολεμικού κλίματος μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ.

Σε αυτό το πλαίσιο στην ατζέντα της συνάντησης ήταν η επισκόπηση των διμερών σχέσεων και οι προοπτικές τους -εστιάζοντας κατά βάση σε ενέργεια, οικονομία και τουρισμό-, ενώ και οι δύο συνομιλητές φρόντισαν να στείλουν ο καθένας τα μηνύματα που ήθελε: ο μεν Βλ. Πούτιν προς το ΝΑΤΟ (στο οποίο εκτόξευσε ευθείες βολές) και την Ευρώπη, ο δε Κυρ. Μητσοτάκης προς την Τουρκία σε σχέση με τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου, του Αιγαίου και του Κυπριακού.

Υπενθυμίζεται ότι αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση του Κυρ. Μητσοτάκη στα δύο χρόνια της κυβερνητικής του θητείας με τον Ρώσο πρόεδρο. Η συνάντηση ξεκίνησε με καθυστέρηση περίπου 45 λεπτών και, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, συζήτησαν για τις διμερείς σχέσεις «στη συνέχεια της διεξαγωγής της 13ης Μεικτής Διυπουργικής Επιτροπής και της υπογραφής σχετικού Πρωτοκόλλου, και εξέφρασαν ικανοποίηση για την ενίσχυση του διμερούς συμβατικού πλαισίου, κατόπιν υπογραφής τεσσάρων συμφωνιών στο περιθώριο της Μεικτής Διυπουργικής Επιτροπής». Παράλληλα υιοθετήθηκε το Κοινό Πρόγραμμα Δράσεων για τα έτη 2022-2024, που θα προσδιορίσει βασικούς άξονες διμερούς συνεργασίας για τα επόμενα χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο ο Βλ. Πούτιν ανέφερε πως «υπογράφηκε μια σειρά από συμφωνίες σε τομείς όπως η ασφάλεια στη θάλασσα, ο τουρισμός, τα οικονομικά, και οι υψηλές τεχνολογίες», προσθέτοντας πως «οι εταιρείες μας δηλώνουν έτοιμες να συνεχίσουν την επιπλέον συνεργασία στον τομέα των υποδομών καθώς και στις επενδύσεις και σε άλλους τομείς», ενώ αναφερόμενος στον τομέα της ενέργειας είπε ότι «η Ρωσία εξασφαλίζει πάνω από 40% των αναγκών της Ελλάδας» και ότι «εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα και την Ε.Ε. και θα συνεχίσει την αδιάκοπη προμήθεια φυσικού αερίου», την ώρα που οι δύο πλευρές κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους για τη μεταξύ τους διαπραγμάτευση πάνω στο ζήτημα του φυσικού αερίου.

Η συζήτηση περιστράφηκε ασφαλώς και γύρω από τις διεθνείς εξελίξεις και τα θέματα των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ε.Ε. και μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, καθώς και γύρω από τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Σε αυτό το πλαίσιο για το Κυπριακό, που ενδιέφερε την ελληνική πλευρά, ο Ρώσος πρόεδρος επανέλαβε τη θέση αρχής της Ρωσίας υπέρ της λύσης στη λογική της διζωνικής, δικοινοτικής Ομοσπονδίας με μία νομική προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, ενώ σε σχέση με τη στάση της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο περιορίστηκε απλώς να δηλώσει ότι είναι υπέρ του διαλόγου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Στην ελληνική κυβέρνηση βλέπουν τη στάση ουδετερότητας της Ρωσίας στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και το γεγονός ότι δεν προσφέρει προοπτική παρέμβασης στο θέμα. Εξ ου και ο Κυρ. Μητσοτάκης έσπευσε να πει ότι «είχα την ευκαιρία να ενημερώσω τον πρόεδρο Πούτιν για το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Θέλω όμως να τονίσω ότι τελικά αυτές οι διαφορές θα λυθούν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας». Διατύπωση που προκαλεί εντύπωση με δεδομένο ότι η ελληνική πλευρά παραδοσιακά προσβλέπει στη συμβολή του διεθνή παράγοντα. Σε αυτό το πλαίσιο ο πρωθυπουργός έστειλε τα δικά του μηνύματα στην Τουρκία, για την οποία είπε ότι «προβαίνει σε εμπρηστική ρητορική» και «σε επιθετικές ενέργειες που παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο», προσθέτοντας ότι το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών «μπορεί να λυθεί μόνο στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου», πως «η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι έχει τη δυνατότητα να συνάπτει συμφωνίες οριοθέτησης» και ότι «η Ελλάδα με κάθε τρόπο θα υπερασπίζεται την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα», ενώ ζήτησε από την Τουρκία να λάβει «πολύ σοβαρά υπόψη» την «πολύ καθαρή θέση της Ρωσίας στο ζήτημα του Κυπριακού».

Ο Ρώσος πρόεδρος από την πλευρά του έστρεψε τα πυρά του στο ΝΑΤΟ, λέγοντας ότι «ακολουθεί τη συγκρουσιακή γραμμή σε ό,τι αφορά τη Ρωσία. Απελάσεις Ρώσων διπλωματών οδήγησαν στο να κλείσουμε κι εμείς την εκπροσώπηση του ΝΑΤΟ στη Μόσχα, οπότε βλέπουμε ότι αυτή είναι μη φιλική συμπεριφορά προς εμάς. Δηλώνουν τη Ρωσία εχθρό τους, ανταγωνιστή τους». Πάντως για τη συμμετοχή της Ελλάδας τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην Ε.Ε. είπε ότι «ποτέ δεν εμπόδιζε την ανάπτυξη των σχέσεών μας».

Ταυτόχρονα αναφέρθηκε και στην ψυχροπολεμικού κλίματος συνομιλία του με τον Αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, λέγοντας ότι «συζητήσαμε περιφερειακά ζητήματα, τη σύγκρουση στη νοτιοανατολική Ουκρανία και άλλο ένα ευαίσθητο θέμα για μας, την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, περιλαμβάνοντας την Ουκρανία. Αυτό για μας είναι σημαντικό. Για εμάς αυτό είναι απαράδεκτο. Βεβαίως η κάθε χώρα δικαιούται να επιλέξει τον βέλτιστο τρόπο διασφάλισης της ασφάλειάς της, χωρίς όμως να υπονομεύει την ασφάλεια των άλλων και εν προκειμένω της Ρωσίας». Ενώ ερωτηθείς αν η Ρωσία σχεδιάζει να επιτεθεί κατά της Ουκρανίας, ο Βλ. Πούτιν, αφού χαρακτήρισε την ερώτηση «προκλητική», είπε πως «η Ρωσία ακολουθεί μια φιλειρηνική πολιτική, αλλά δικαιούται να εξασφαλίσει την ασφάλειά της».

Διευκρινίσεις

Μετά τη συνάντηση ο Κυριάκος Μητσοτάκης ένιωσε την ανάγκη να διευκρινίσει σε Ελληνες δημοσιογράφους στο Σότσι ότι «εμείς ξέρουμε πού ανήκουμε, αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσουμε τη σχέση που έχουμε με τη Ρωσία, με την οποία έχουμε μια ευρεία ατζέντα θεμάτων, τα οποία είναι αμιγώς διμερή και δεν επηρεάζονται κατ’ ανάγκη από τα προβλήματα στις ευρω-ρωσικες σχέσεις ή τις σχέσεις του NATO με τη Ρωσία. Πάντα εντός της Ε.Ε. και του NATO θα επιδιώκουμε αποκλιμάκωση κι όχι μια ρητορική έντασης».

Κατά τα λοιπά, στη συνάντηση εξετάστηκε ακόμα το θέμα της συνεργασίας στον τομέα των «έκτακτων καταστάσεων», όπως οι πυρκαγιές, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος ενημέρωσε για την απόφαση της Ρωσίας «να παραδώσουμε στην Ελληνική Δημοκρατία τα αρχεία των εβραϊκών κοινοτήτων των ναζί που είχαν βρεθεί στη Μόσχα» και ανακοίνωσε ότι παρατείνεται έως τα μέσα του 2022 το έτος Ιστορίας Ελλάδας και Ρωσίας.