Ολέθριες οι επιπτώσεις της πανδημίας για τα δικαιώματα του παιδιού

by/ 0 Comments / 2 View / 13/04/2022

Ερευνα της UNICEF και του Συνήγορου του Πολίτη: Εννιά στους δέκα μαθητές (90,6%) αντιμετώπισαν προβλήματα με την εξ αποστάσεως διδασκαλία, με το 75,5% να εκτιμά πως η παράδοση καινούργιας ύλης ήταν λιγότερο αποτελεσματική, σε σύγκριση με τη διά ζώσης μάθηση. ● Οι γονείς δήλωσαν σε ποσοστό 83,9% ότι επιβαρύνθηκε η ψυχολογία των παιδιών τους, παρατηρώντας ότι ήταν πιο νευρικά και ανήσυχα, εσωστρεφή και με συναισθηματικές μεταπτώσεις.

Δικαίως έχει χαρακτηριστεί η «πανδημία των ανισοτήτων», πλήττοντας τα δικαιώματα των πιο ευάλωτων. Ως «τη χειρότερη χώρα στην Ε.Ε. για να είσαι παιδί» χαρακτήριζε την Ελλάδα ο εκπρόσωπος της UNICEF, Λουτσιάνο Καλεστίνι, πριν από μερικές μέρες και όχι χωρίς στοιχεία: η δραματική υποχρηματοδότηση της παιδείας, η παιδική φτώχεια, η ανεπαρκής πρόσβαση σε προνοιακές δομές μαστίζουν τη χώρα εδώ και δεκαετίες – η πανδημία επιδείνωσε τη ζοφερή εικόνα.

Η έκθεση που εκπονήθηκε από τον Συνήγορο του Πολίτη σε συνεργασία με το γραφείο της UNICEF στην Ελλάδα και δημοσιοποιήθηκε, χθες, επιβεβαιώνει τους φόβους εκπαιδευτικών, ειδικών ψυχικής υγείας και γονέων που έκρουαν το «καμπανάκι» του κινδύνου για την κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας και μαρτυρούν πολλά: από την άνιση πρόσβαση των παιδιών στην τηλεκπαίδευση και τις ολέθριες συνέπειες του λοκντάουν στην ψυχική τους υγεία, μέχρι τη ραγδαία αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της συνεργασίας της UNICEF με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Συνηγόρων του Παιδιού, υπό την εποπτεία και τον συντονισμό της Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Στην έρευνα, η οποία αποτέλεσε μέρος της ευρωπαϊκής έκθεσης για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία και θα δημοσιευθεί ολόκληρη εντός του 2022, συμμετείχαν συνολικά 863 παιδιά, γονείς και κηδεμόνες, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες παιδικής προστασίας.

Ο Λουτσιάνο Καλεστίνι χαρακτήρισε την πανδημία «τη μεγαλύτερη κρίση για τα παιδιά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», ενώ όπως επεσήμανε η βοηθός Συνήγορος του Παιδιού, Θεώνη Κουφονικολάκου «Είμαστε στο σταυροδρόμι μεγάλων αλλαγών». Τα βαθιά τραύματα της πανδημίας, εσχάτως ο πόλεμος στην Ουκρανία και η νέα οικονομική κρίση θα οδηγήσουν, όπως τόνισε, σε αύξηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αλλά και σε «μια πολυσχιδή και μη εύκολα αναστρέψιμη παραβίαση των δικαιωμάτων των παιδιών», συμπληρώνοντας πως «δεν έχουμε σύστημα παιδικής προστασίας στην Ελλάδα». Χαρακτηριστικά για τον αρμόδιο φορέα παιδικής προστασίας του Δήμου Αθηναίων -έναν από τους λίγους σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης-, ανέφερε πως «από τις 100 οικογένειες που χρειάζονται παρακολούθηση, μπορεί να παρακολουθήσει μόνο τις 20».

Εκπαίδευση

Για 5,5 περίπου μήνες, έναντι των 7,5 μηνών της σχολικής χρονιάς, οι μαθητές της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παρέμειναν «καλωδιωμένοι» σε ψηφιακές τάξεις, όσοι από αυτούς τουλάχιστον ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν καλή σύνδεση στο διαδίκτυο -ή και πρόσβαση σε αυτό.

Συνδικαλιστικοί φορείς, εκπαιδευτικές ενώσεις, γονείς και καθηγητές, για μήνες, τόνιζαν πως η τηλεκπαίδευση γεννά αυτόματα ζήτημα όξυνσης ανισοτήτων και πως ο αποκλεισμός από την εκπαιδευτική διαδικασία, λόγω έλλειψης υλικοτεχνικού εξοπλισμού, απομακρύνει τα λιγότερο προνομιούχα παιδιά, χωρίς όμως καμία ουσιαστική λήψη κυβερνητικών μέτρων.

Χτες ο Αντώνιος Κουρουτάκης, επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου ΙΕ της Μαδρίτης και εξωτερικός συνεργάτης της UNICEF, επισήμανε το σχολείο, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί ισχυρό πυλώνα κοινωνικοποίησης των παιδιών, επεσήμανε πως είναι ένα δίκτυo προστασίας στα πιο ευάλωτα, συμβάλλοντας στην έγκαιρη αναγνώριση της ενδοοικογενειακής βίας, κάτι που με την τηλεκπαίδευση έπαψε να ισχύει.

Η έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει πως περισσότερα από ένα στα δύο (53,5%) δήλωσαν ότι δυσκολεύονταν να συνδεθούν στο διαδίκτυο και μάλιστα είχαν δυσκολία να παρακολουθήσουν τον δάσκαλο ή τη δασκάλα μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Συνολικά, μόλις το 14,29% των παιδιών εκτίμησε την εμπειρία της τηλεκπαίδευσης ως θετική.

Στην περίπτωση, δε, των μαθητών και των μαθητριών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η αντίληψη των παιδιών για την τηλεκπαίδευση είναι ακόμη πιο δυσάρεστη. Εννιά στους δέκα μαθητές (90,6%) αντιμετώπισαν προβλήματα με την εξ αποστάσεως διδασκαλία. Η πλειονότητα των μαθητών (53,6%) δήλωσε ότι συμμετείχε λιγότερο στο μάθημα κατά τη διάρκεια της τηλεκπαίδευσης, ενώ το 75,5% εκτιμά πως η παράδοση καινούργιας ύλης ήταν λιγότερο αποτελεσματική, σε σύγκριση με τη διά ζώσης μάθηση.

H απογοητευτική εμπειρία των παιδιών με την τηλεκπαίδευση έρχεται σε πλήρη εναρμόνιση με την αντίληψη των ίδιων των εκπαιδευτικών, η πλειονότητα των οποίων δήλωσε ότι δεν τους παρασχέθηκε ποτέ η απαραίτητη υποστήριξη, ώστε να εξασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση στις ψηφιακές τάξεις. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που κλήθηκαν να διαχειριστούν οι καθηγητές αφορούσε τη σύνδεση στο διαδίκτυο, ο ανεπαρκής εξοπλισμός των μαθητών και η αδυναμία συγκέντρωσης, η αδιαφορία των παιδιών για το μάθημα, όπως και ο ανεπαρκής εξοπλισμός του σχολείου.

Ψυχική υγεία

Η απουσία κοινωνικών συναναστροφών εκτός σπιτιού, η παρατεταμένη παραμονή στο σπίτι και η απομάκρυνση των παιδιών όλων των ηλικιών από το σχολείο αποτέλεσαν πλήγμα για την κοινωνικοποίησή τους, με τους γονείς και τους κηδεμόνες που συμμετείχαν στην έρευνα να εκφράζουν την ανησυχία τους για την ψυχική υγεία των παιδιών. Ολοι οι γονείς που βρίσκονταν σε καθεστώς αναστολής από την εργασία τους συμφώνησαν πως επιβαρύνθηκε η ψυχολογία των παιδιών τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ, στο σύνολό τους, το ποσοστό αυτό φτάνει το εκκωφαντικό ποσοστό του 83,9%!

Η συντριπτική πλειονότητα (87,2%) τόνισε πως τα παιδιά ήταν πιο νευρικά και ανήσυχα, ενώ σημαντικό είναι το ποσοστό εκείνων που παρατήρησαν συναισθηματικές μεταπτώσεις στα παιδιά (42,4%) ή ότι έγιναν πιο εσωστρεφή (24,5%). Ενας στους δέκα (10,9%) παρατήρησε παλινδρόμηση, συμπεριφορές δηλαδή που αντιστοιχούν σε μικρότερη ηλικία.

Ανησυχία προκαλεί πως η πλειονότητα των γονέων (70,6%) δεν ένιωσε την ανάγκη να ζητήσει βοήθεια από ειδικούς, παρά τα προβλήματα, ενώ μόλις το 25,8% δήλωσε πως ένιωσε την ανάγκη. Μόνο το 6,9% τελικά αναζήτησε βοήθεια από δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας ή ιδιώτες ψυχολόγους.

Η πλειονότητα των επαγγελματιών (53%) έκρινε ότι η πρόσβαση των παιδιών στα κέντρα παιδικής ψυχικής υγείας κατά τη διάρκεια των μέτρων ήταν δυσκολότερη, ενώ το 87,6% πιστεύει πως η κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη, στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των μέτρων, τις πιθανές επιπτώσεις τους στην ψυχική υγεία των παιδιών.

Στα ύψη τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας

Σε μια εποχή που το χάσμα των ανισοτήτων βαθαίνει και η υγειονομική κρίση δείχνει ακόμη περισσότερο τις έμφυλες διαστάσεις της, πώς θα μπορούσαν τα παιδιά να μην είναι από τους μεγάλους χαμένους της πανδημίας; Πόσο μάλλον όταν η παραμονή στο σπίτι, η απομάκρυνση από χώρους κοινωνικοποίησης, η αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και της Εισαγγελίας αλλά και η περιορισμένη λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών που ειδικεύονται στη διερεύνηση περιστατικών κακοποίησης και παραμέλησης θεωρήθηκαν «αναγκαίο κακό» για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Δεν είναι τυχαίο πως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γραμμής για Παιδιά «SOS 1056», σημειώθηκε κατακόρυφη αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, που έφτασε το 36% το 2020: Το 2019, κατέγραψε συνολικά 825 καταγγελίες για περιστατικά παιδικής κακοποίησης, που αφορούσαν 1.622 παιδιά. Οι καταγγελίες του 2020 ήταν 1.123 και αφορούσαν 2.009 παιδιά. Φυσικά, τα στοιχεία αυτά, σε καμία περίπτωση δεν είναι αντιπροσωπευτικά του μεγέθους του προβλήματος, αφού, όπως υπογράμμισε η Συνήγορος, τα παιδιά «σπανίως αντιλαμβάνονται ως παραβίαση συμπεριφορές του ενήλικα, όπως ένα ανάρμοστο άγγιγμα. Ακόμα και τη σωματική κακοποίηση την εκλαμβάνουν σαν μια κανονικότητα».

Οι απαντήσεις επαγγελματιών που ανήκουν στα Δίκτυα για τα Δικαιώματα των Παιδιών και ρωτήθηκαν για την αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων αποδεικνύουν πως το σύστημα παιδικής προστασίας στη χώρα κάθε άλλο παρά εγρήγορση έδειξε:

● To 77,6% αντιλήφθηκε αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας.

● Οι λόγοι αύξησης των περιστατικών ήταν η κοινωνική απομόνωση (69,6%), η υποχρεωτική παραμονή στο σπίτι (67,8%), η περιορισμένη δυνατότητα των παιδιών να ζητήσουν βοήθεια (66%) και το κλείσιμο σχολείων (41%).

● 61,6% θεωρεί πως δεν υπήρξαν φορείς που επιστρατεύθηκαν για τον εντοπισμό και την παραπομπή περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας.

● Tο 56,9% έκρινε ότι οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν ήταν αποτελεσματικές. Μόλις το 16,6% θεωρεί το αντίθετο.

efsyn.gr