«Η ψυχή μου είναι στη Δαμασκό»: Το μονοπάτι των προσφύγων σε σκίτσα

by/ 0 Comments / 79 View / 26/04/2016

Αν το 2015 υπήρχε ένα σημείο μηδέν από όπου ξεκινούσαν οι προσφυγικές ροές προς την Ευρώπη αυτό ήταν οι δυτικές τουρκικές ακτές. Στη Σμύρνη αναζητούσαν τους διακινητές που θα τους περνούσαν στην Ελλάδα κι από εκεί στην Ευρώπη και σωσίβια που θα τους κρατούσαν ζωντανούς.


Κάθε τρίτο μαγαζί στην μεγάλη εμπορική οδό της πόλης που κατέληγε στο τρίγωνο των διακινητών ήταν έτοιμο με μεγάλη χαρά να εξυπηρετήσει. «Αυθεντικά Yamaha» φώναζαν οι καταστηματάρχες. «Ελάτε να δοκιμάσετε ένα». Μερικοί πωλητές παπουτσιών και ράφτες έκρυψαν τα εμπορεύματά τους στα υπόγεια και αντί αυτών άρχισαν να πωλούν σωσίβια. Οι διακινητές έκλειναν ξενοδοχεία για τους πελάτες τους. Η Ελλάδα ήταν ακριβώς απέναντι. Έμενε μόνο να διασχίσουν το Αιγαίο. Μετά τη συμφωνία για το προσφυγικό μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, η εικόνα άλλαξε.

Ο Ghaith Abdul – Ahad αποτυπώνει την εξαντλητική διαδρομή των προσφύγων που μαστίζονται από τη φτώχεια και την εκμετάλλευση σε μια σειρά συγκινητικών σκίτσων για τον Guardian.

Ένας ράφτης και ο γιος του κάθονται σε μια καφετέρια κοντά στον σταθμό των τρένων. Το μαγαζί συνήθιζε να είναι γεμάτο πρόσφυγες και διακινητές που παζάρευαν τιμές. Ο ράφτης και ο γιος του βρίσκονται στην Τουρκία εδώ και μήνες. Οι φίλοι και οι συγγενείς τους έχουν φτάσει στη Γερμανία. Αλλά αυτός δεν μπορεί να πληρώσει το αντίτιμο που ζητούν οι διακινητές. Μετά από μερικές νευρικές κινήσεις βρίσκει το θάρρος και ρωτά έναν άντρα στο διπλανό τραπέζι, αν είναι από τη Συρία.

«Ναι απαντά κι εκείνος. Κι εσύ;». «Ναι» απαντά ο ράφτης ψιθυριστά. «Είμαι Κούρδος από το Καμισλί (πόλη στα σύνορα με την Τουρκία). Θέλω να πάω στην Ευρώπη αλλά δεν έχω καθόλου χρήματα και ψάχνω κάποιον να με πάρει μαζί του. Θα πάω σαν υπηρέτης, φίλος ή τίποτα. Ήμουν ράφτης στο Καμισλί και μπορεί να φανώ πολύ χρήσιμος».

Ο άλλος άντρας τον ρωτά πώς θα πάει στην Ευρώπη αν δεν έχει καν αρκετά χρήματα για να αγοράσει ψωμί για τα παιδιά του. «Ίσως στην Ευρώπη βρω μια δουλειά» απαντά ο ράφτης. «Ξέρεις κανέναν που μπορεί να βοηθήσει;».  Ο άντρας του δίνει μερικές λίρες για να αγοράσει φαγητό για τα παιδιά του και του υπόσχεται να τον βοηθήσει να βρει, όχι διακινητή αλλά μια δουλειά.

Κάποιοι Σύροι καταφέρουν να βρουν δουλειά στη μαύρη αγορά της Σμύρνης. Κάποιοι δεν θέλουν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη, επειδή θέλουν να βρίσκονται κοντά στο σπίτι τους. «Ήρθα στην Τουρκία για να μην πολεμήσω, αλλά η ψυχή μου είναι στη Δαμασκό κι αν ο πόλεμος τελειώσει σήμερα, αύριο θα είμαι στο σπίτι μου» λέει ένας πρόσφυγας.

Αλλά πολλοί, όπως Μαμντούχ, δεν έχουν άλλη επιλογή. Η παράνομη εργασία που μπορούν να βρουν στην Τουρκία οι πρόσφυγες είναι τόσο κακοπληρωμένη, που δεν τους επιτρέπει να μαζέψουν τα χρήματα που ζητούν οι διακινητές.

Ο Μαμντούχ ζει με τον πατέρα, τη μητέρα, τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά σε δυο δωμάτια ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού στην παλιά ακρόπολη της Σμύρνης. Το βράδυ μαζί με πολλούς άλλους Σύρους, περιπλανιέται στους δρόμους και μαζεύει πλαστικά μπουκάλια και χάρτινες κούτες για να τα πουλήσει. Όσοι το κάνουν αυτό, αν είναι τυχεροί, βγάζουν περίπου 650 με 700 λίρες (200 ευρώ) το μήνα. Τα 140 ευρώ περίπου χρειάζονται για το ενοίκιο και τους λογαριασμούς.

Κι όμως, με δεδομένη τη διόγκωση της κατώτερης τάξης της Τουρκίας και την εκμετάλλευση του συριακού πληθυσμού ο Μαμντούχ, με αυτήν έστω τη μαύρη εργασία κι ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του, θεωρείται από τους τυχερούς.

Πολλοί καταλήγουν ουσιαστικά σκλάβοι – εργάτες γης στη νότια Τουρκία. Αυτοί οι Σύροι ζουν σε σκηνές από φύλλα μουσαμά τεντωμένες σε κλαδιά.

Σε έναν οικισμό στην άκρη ενός αγροκτήματος, ακριβώς πίσω από τους στάβλους μια ηλικιωμένη γυναίκα στέκεται μπροστά από έναν πλαστικό μουσαμά και μερικές γλάστρες. Αυτά είναι όλα κι όλα τα υπάρχοντά της.  «Γιατί είμαστε εδώ;» λέει. «Επειδή πολεμούν στη γη μας. Το Ισλαμικό Κράτος και οι Κούρδοι και το συριακό καθεστώς, όλοι πολεμούν στα αγροκτήματά μας. Τα αφήσαμε και ήρθαμε εδώ».

Τα κορίτσια στέκονται ή κάθονται έξω, τα παιδιά τρέχουν ανάμεσα στις σκηνές. Οι άνθρωποι που ζουν εδώ πληρώνονται τον μισό μισθό, σε σχέση με τους Τούρκους εργαζόμενους. Οι επικεφαλής, οι οποίοι είναι κι αυτοί συχνά Σύροι, παίρνουν το 10% ως προμήθεια. Με αυτόν τον μισθό οι πρόσφυγες πρέπει να πληρώνουν ενοίκιο για το κομμάτι γης όπου έστησαν τις σκηνές τους και επίσης για τη χρήση του νερού και του ρεύματος.

Για κάποιους η μακρά αναμονή τελειώνει. Σε ένα λιθόστρωτο δρομάκι, πίσω από το σιδηροδρομικό σταθμό του Μπασμάν, δύο νεαρά ζευγάρια Σύρων περπατούν κοφτά. Κουβαλούν φτηνά πλαστικά σακίδια και σωσίβια. Συναντούν έναν μεσήλικα άντρα με κουρελιασμένο δερμάτινο μπουφάν κι ένα μαύρο τζιν. Τους γνέφει. Περπατούν πίσω του. Τους έχει πει ότι υπάρχει μια βάρκα που φεύγει απόψε.

Αλλά για τους πρόσφυγες που διασχίζουν τη θάλασσα και τραβούν βόρεια προς τα ελληνικά σύνορα με την ΠΓΔΜ, η πορεία τελειώνει. Τα σύνορα είναι κλειστά.

Η Σάιμα, μια νεαρή δασκάλα από την ανατολική Συρία, ζει στην άκρη του αυτοσχέδιου καταυλισμού της Ειδομένης. Αυτή και η οικογένειά της εγκατέλειψαν το σπίτι τους όταν οι αντάρτες πολιόρκησαν την πόλη τους το 2012. Δεν ήταν υποστηρικτές του Άσαντ, αλλά η πολιορκία διέλυσε την πόλη.

Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στο Χέσεκε, στη βορειο-ανατολική Συρία αλλά όταν χτύπησε το Ισλαμικό Κράτος κατέφυγαν πιο βόρεια, στην Τουρκία. Πέρσι ο σύζυγός της και τα δυο μεγαλύτερα παιδιά τους κατάφεραν να φτάσουν ως τη Γερμανία. Τώρα εκείνη προσπαθεί να καλύψει τη διαφορά, αλλά ο δρόμος είναι κλειστός. Είναι απομονωμένη.

ΠΗΓΗ: TVXS