«Η Αμερική επέστρεψε»… σε εποχές Ψυχρού Πολέμου

by/ 0 Comments / 1 View / 20/03/2021

Οταν ο νεοεκλεγείς Τζο Μπάιντεν διακήρυξε πως «η Αμερική επέστρεψε», μιλώντας ενώπιον των δυτικών συμμάχων του στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου, ακριβώς πριν από έναν μήνα, είχε κατονομάσει τρεις χώρες ως βασική στοχοθέτηση της νέας εξωτερικής πολιτικής του.

 

Την Κίνα -«το μεγαλύτερο γεωπολιτικό τεστ του 21ου αιώνα» για τις ΗΠΑ, κατά δήλωση του Αμερικανού ΥΠΕΞ, Αντονι Μπλίνκεν-, έναντι της οποίας κάλεσε την Ευρώπη σε συστράτευση σε έναν «μακροπρόθεσμο στρατηγικό ανταγωνισμό». Τη Ρωσία, ως υπονομευτή των δημοκρατικών αξιών και της ενότητας του ΝΑΤΟ. Και, δευτερευόντως, το Ιράν -με το οποίο επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση της διεθνούς συμφωνίας για τα πυρηνικά-, ως μόνιμο αποσταθεροποιητικό παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, που θα πρέπει «να αντιμετωπιστεί».

 

Σήμερα, έναν μήνα μετά, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται η στρατηγική της νέας ηγεσίας της Ουάσινγκτον, με κατευθυντήρια γραμμή το δόγμα του «φιλελεύθερου παρεμβατισμού», που υπαγορεύει την ανάληψη διπλωματικής ή πολυμερούς δράσης, στο πλαίσιο ενός κοινού συστήματος φιλελεύθερων αξιών, με συνθηματικά κυρίαρχη αυτήν της δημοκρατίας.

Μόλις μέσα στην τελευταία εβδομάδα, λοιπόν, (και με εφαλτήριο νέα έκθεση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών περί απόπειρας ρωσικής και ιρανικής ανάμειξης στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, αλλά και αναίρεσης τελικά ανάλογων κινεζικών σχεδίων), ο Τζο Μπάιντεν κήρυξε λίγο πολύ μια νέα φάση «ψυχρού πολέμου» με τη Ρωσία και την Κίνα, επιχειρώντας ουσιαστικά να αναμορφώσει κατά το δοκούν τους όρους της πολυμέρειας και να οριοθετήσει πρώτος τις «κόκκινες γραμμές».

 

Ηταν επιλογή του (αν και με την παρακίνηση του πρώην στελέχους της προεδρίας Κλίντον, νυν δημοσιογράφου στο δικτύου ABC, Τζορτζ Στεφανόπουλου) να χαρακτηρίσει σε συνέντευξή του τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν «δολοφόνο» – με τον οποίο μόλις στα τέλη Ιανουαρίου είχε συμφωνήσει την πενταετή επέκταση της Νέας Συνθήκης START για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων.

 

Ηταν, επίσης, προμελετημένη η απόφαση της Ουάσινγκτον να επιβάλει κυρώσεις κατά 24 Κινέζων αξιωματούχων για την άγρια καταστολή στο Χονγκ Κονγκ, λίγο πριν αρχίσουν τα ξημερώματα της Παρασκευής οι διήμερες, πρώτες από την εκλογή Μπάιντεν, σινο-αμερικανικές συνομιλίες, σε υψηλόβαθμο επίπεδο, στην Αλάσκα.

 

Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο. Η μεν Μόσχα ανακάλεσε τον πρέσβη της στην Ουάσινγκτον για διαβουλεύσεις. Και στην παγωμένη Αλάσκα τα αίματα άναψαν, με μία άνευ διπλωματικού προηγούμενου ανταλλαγή κατηγοριών και απειλών, μπροστά στις κάμερες, μεταξύ των υψηλόβαθμων αντιπροσωπειών, με επικεφαλής τον Αμερικανό ΥΠΕΞ Μπλίνκεν και τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Τζέικ Σάλιβαν από τη μια, τον Κινέζο ΥΠΕΞ, Ουάνγκ Γι, και τον υψηλόβαθμο Κινέζο διπλωμάτη Γιανγκ Τζιετσί από την άλλη.

 

Ανεξαρτήτως αποτελέσματος της αναμφίβολα σημαντικής, πλην χαμηλών προσδοκιών, συνόδου (αν και ήδη γράφεται ότι η πρώτη τηλεδιάσκεψη μεταξύ του Μπάιντεν και του Κινέζου προέδρου Σι θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της -αμερικανικής πρωτοβουλίας- συνόδου κορυφής για την κλιματική αλλαγή, στις 22 Απριλίου), το βέβαιο είναι ότι οι επιδιώξεις των δύο πλευρών είναι διαμετρικά αντίθετες.

 

Οι σχέσεις με Κίνα

Το μεν Πεκίνο -που έθεσε για φέτος στόχο ανάπτυξης 6%, εν μέσω πανδημίας- έχει προ πολλού βάλει φουλ τις μηχανές για να γίνει παγκόσμια υπερδύναμη, ακόμη και μέχρι το 2030 σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις. Η δε Ουάσινγκτον προσπαθεί σε έναν πολυπολικό πια κόσμο να διατηρηθεί σε θέση μέγιστης ισχύος, εστιάζοντας στην ανάσχεση της Κίνας και των περιφερειακών στρατηγικών συμμαχιών της.

 

Εξ αυτών, η ισχυρότερη είναι με τη Μόσχα. Για να πετύχει αυτή η στρατηγική ανάσχεσης απαιτείται στενή συνεργασία των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους στην Ευρώπη και στην Ασία. Ωστόσο, η πειθήνια στήριξή τους δεν θα πρέπει πλέον να θεωρείται από την Ουάσινγκτον δεδομένη.

 

Για τη χαλύβδωση των συμμαχιών στην περιοχή του Ειρηνικού, ο Αμερικανός πρόεδρος οργάνωσε στα μέσα Μαρτίου, μέσω τηλεδιάσκεψης, την πρώτη στα χρονικά σύνοδο κορυφής των λεγόμενων Quad, με τη συμμετοχή των ηγετών της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας και της Ινδίας. Προ της συνόδου στην Αλάσκα, εν τω μεταξύ, οι υπουργοί Εξωτερικών και Αμυνας των ΗΠΑ είχαν επιχειρήσει να προλειάνουν το έδαφος της νέας στρατηγικής, αντι-κινεζικής στρατηγικής, περιοδεύοντας στην Ιαπωνία και στη Βόρεια Κορέα.

 

Πρόκειται πάντως για τις ίδιες χώρες που μαζί με άλλες της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού είχαν σπεύσει, τον περασμένο Νοέμβριο (αμέσως μετά την εκλογή Μπάιντεν), να συνυπογράψουν με την Κίνα την Περιφερειακή Ολοκληρωμένη Οικονομική Εταιρική Σχέση (RCEP): τη μεγαλύτερη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο, που καλύπτει περίπου το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

 

Η Ευρώπη, αντίστοιχα, τρεις εβδομάδες πριν από την ορκωμοσία Μπάιντεν υπέγραψε μία εξίσου σημαντική επενδυτική συμφωνία με το Πεκίνο και ήδη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Κίνα αναδεικνύεται σε υπ’ αριθμόν 1 εμπορικό εταίρο της Ε.Ε., εκτοπίζοντας τις ΗΠΑ. Και αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις που συμφωνήθηκαν προχθές σε βάρος Κινέζων αξιωματούχων, πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια, για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειονοτικών Ουιγούρων.

 

Κατ’ αναλογία, παρά τις κυρώσεις των Βρυξελλών σε βάρος της Ρωσίας, το γερμανο-ρωσικό σχέδιο για τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2 προχωρά κανονικά, σε πείσμα των νέων, προχθεσινών απειλών της Ουάσινγκτον για την επιβολή κυρώσεων κατά εταιρειών που συμμετέχουν στην κατασκευή του.

 

Αταλάντευτος προς το παρόν στην τακτική της τιμωρητικής διπλωματίας, ο Λευκός Οίκος ετοιμάζεται να ανακοινώσει εντός της επόμενης εβδομάδας κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας (πιθανόν και κατά του Ιράν και της Κίνας, σύμφωνα με διαρροές ανώνυμων κυβερνητικών πηγών στο δίκτυο CNN), ενώ ο Αμερικανός ΥΠΕΞ καταφθάνει στην Ευρώπη, για σύνοδο στο ΝΑΤΟ, όπου και αναμένεται να θέσει στους Ευρωπαίους ομολόγους του το ακανθώδες θέμα των σχέσεων με τη Μόσχα.

 

Δίκοπο μαχαίρι

Κινήσεις σαν και αυτές εμπεριέχουν, ωστόσο, τον κίνδυνο περαιτέρω ενίσχυσης του άξονα Πεκίνου – Μόσχας και αποξένωσης των Ευρωπαίων συμμάχων. Ολων όσοι, παρεμπιπτόντως, κράτησαν ζωντανή τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ιράν, μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ επί Τραμπ. Απόφαση την οποία η προεδρία Μπάιντεν επιδιώκει τώρα να αναιρέσει.

 

Το αποτέλεσμα είναι, στην παρούσα φάση, οι μοναδικοί σύμμαχοι που δείχνουν να στέκονται αταλάντευτα στο πλευρό των ΗΠΑ είναι η Βρετανία του πρωθυπουργού του Brexit, Μπόρις Τζόνσον –που μέσα στην εβδομάδα ανακοίνωσε αύξηση του πυρηνικού οπλοστασίου, προκαλώντας την αντίδραση της Μόσχας–, και, εξ… αντι-ιρανικής αντανακλάσεως, η κυβέρνηση Νετανιάχου στο Ισραήλ, που την ερχόμενη Τετάρτη θα δώσει τη δική της μάχη πολιτικής επιβίωσης στις κάλπες.

 

Περιπλέκοντας στο μεσοδιάστημα ακόμη περισσότερο το σκηνικό στη στρατηγικής σημασίας περιοχή της Ευρασίας, ο Μπάιντεν ξεκαθάρισε ότι δεν αναμένεται να αποχωρήσουν τα αμερικανικά στρατεύματα από το Αφγανιστάν ώς την 1η Μαΐου, όπως είχε συμφωνήσει ο προκάτοχός του, Ντόναλντ Τραμπ, με τους Ταλιμπάν. Τα σχέδια αυτά υπολογίζεται να πάρουν το λιγότερο εξάμηνη παράταση, ενόσω η αφγανική κυβέρνηση και οι Ταλιμπάν θα συνεχίζουν τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

 

Η προχθεσινή διεθνής διάσκεψη για το Αφγανιστάν ολοκληρώθηκε, χωρίς κάποια σημαντική πρόοδο, στη Μόσχα. Η επόμενη αναμένεται να οργανωθεί τον Απρίλιο, στην Τουρκία, κατόπιν αιτήματος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο Τούρκος πρόεδρος δεν άφησε πάντως ασχολίαστες τις δηλώσεις Μπάιντεν για τον Πούτιν. Τις χαρακτήρισε «απαράδεκτες», λίγο πριν από τη χθεσινή τηλεδιάσκεψη που θα είχε με την ηγεσία της Ε.Ε.

Efsyn.gr