Ενας χρόνος από τα ακροδεξιά αίσχη

by/ 0 Comments / 1 View / 04/01/2022

Κορίνα Βασιλοπούλου

Μια «βαριά» επετειακή εβδομάδα ξεκίνησε για τις ΗΠΑ. «Βαριά» όχι μόνο γιατί η χώρα θα αναγκαστεί να ξαναζήσει την τραυματική εμπειρία της εξωφρενικής, εξωπραγματικής σχεδόν, και αιματηρής εισβολής σε καιρό ειρήνης στο Καπιτώλιο από αφιονισμένους οπαδούς του απερχόμενου προέδρου οι οποίοι ήθελαν να σταματήσουν την επικύρωση της νίκης του διαδόχου του. Η σκιά της 6ης Ιανουαρίου του 2021 εξακολουθεί να πλανάται πάνω από το πολιτικό σκηνικό της χώρας και θα παραμείνει καθ’ όλη αυτή την εκλογική χρονιά με τις εκλογές για την ανανέωση των μελών του Κογκρέσου τον επόμενο Νοέμβριο και κατά πάσα πιθανότητα, πολύ πέραν αυτής.

Η εξεταστική επιτροπή που συνέστησε η Βουλή των Αντιπροσώπων σχετικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίθεση της 6ης Ιανουαρίου και όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκειά της συνεχίζει, αν και μετ’ εμποδίων, τις εργασίες της, περιμένοντας να δει ποια στάση θα τηρήσει το Ανώτατο Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προκειμένου να εμποδίσει την πρόσβαση στα προσωπικά του αρχεία και στα αρχεία του Λευκού Οίκου από εκείνη την περίοδο.

H επιτροπή, η οποία θέλει να έχει εκδώσει το πόρισμά της πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου, φιλοδοξεί να αποδείξει ότι ο Τραμπ με την επίμονη άρνησή του να αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα και το κάλεσμα προς τους οπαδούς του να διαδηλώσουν στην Ουάσινγκτον ήταν εκείνος που υποκίνησε τη βάρβαρη επίθεση στο Καπιτώλιο.

Μονίμως όμως προσκρούει στον τοίχο που στήνουν οι Ρεπουμπλικανοί και οι πρώην σύμμαχοι του Τραμπ οι οποίοι αρνούνται να συνεργαστούν μαζί της. Μέχρι στιγμής, έχει αποδώσει ποινικές ευθύνες στον ακροδεξιό Στίβεν Μπάνον, τον πρώην σύμβουλο εθνικής ασφάλειας του Τραμπ, λόγω της άρνησής του να καταθέσει στην επιτροπή παρά τις επανειλημμένες κλητεύσεις και στον πρώην προσωπάρχη του Λευκού Οίκου Μαρκ Μίντοους ο οποίος διέκοψε τη συνεργασία του μαζί της. «Το κόμμα μας θα πρέπει να διαλέξει. Μπορούμε να είμαστε είτε πιστοί προς τον Τραμπ είτε προς το Σύνταγμα, όμως και τα δύο μαζί δεν γίνονται», είπε σε συνέντευξή της την Κυριακή στο CBS η Ρεπουμπλικανή βουλευτίνα του Γουαϊόμινγκ και αντιπρόεδρος της επιτροπής Λιζ Τσένι, μία από τους ελάχιστους Ρεπουμπλικανούς που ψήφισαν πέρυσι υπέρ της παραπομπής του Ντόναλντ Τραμπ.

Την Πέμπτη, ανήμερα της επετείου, ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και η Κάμαλα Χάρις θα απευθύνουν ομιλίες προς τους Αμερικανούς. Το ίδιο όμως θα κάνει και ο Ντόναλντ Τραμπ από την έπαυλή του στο Μαρ-αλ-Λάγκο της Φλόριντα, ο οποίος χαρακτήρισε «υπερβολικά προκατειλημμένη» την ειδική επιτροπή, σχολιάζοντας πως θα ήταν προτιμότερο να ερευνούσε «τις νόθες προεδρικές εκλογές του 2020».

Δεν είναι όμως μόνο η πλειονότητα των Ρεπουμπλικανών αιρετών που αποδέχεται είτε φωναχτά είτε σιωπηρά την παράλληλη πραγματικότητα του Τραμπ. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι στην ίδια γραμμή βρίσκονται και πολλοί Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι, όπως δείχνει έρευνα που διεξήγαγε η Washington Post σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ.

Σύμφωνα με αυτήν, το 60% του συνόλου των Αμερικανών λέει ότι ο Τραμπ φέρει μεγάλη ή αρκετά μεγάλη ευθύνη για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου. Ομως, το 72% των Ρεπουμπλικανών και ειδικότερα το 83% των ψηφοφόρων του Τραμπ ισχυρίζονται ότι ο τέως πρόεδρος φέρει μικρή ή καμία ευθύνη. Σύμφωνα μάλιστα με τελευταία δημοσκόπηση του δικτύου CBS News και του YouGov, το 56% των Ρεπουμπλικανών εκτιμά πως όσα συνέβησαν στο Καπιτώλιο ήταν «πράξη υπεράσπισης της ελευθερίας», ενώ ένα 47% τα αποκαλεί «κίνηση πατριωτισμού».

efsyn.gr