Ομιλία του Φώτη Κουβέλη στην πανελλαδική συνάντηση αντιπροσώπων της Ενωτικής Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς

by/ 0 Comments / 796 View / 23/01/2016

Η χώρα βρίσκεται για μια ακόμα φορά ενώπιον καθοριστικών στιγμών, αντιμετωπίζοντας ένα πλέγμα εξωτερικών πιέσεων και εσωτερικών αντιθέσεων. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί, έχοντας απέναντί της όχι μόνο τις – ασφυκτικές σε πολλές περιπτώσεις – πιέσεις των δανειστών, αλλά και την πίεση των εσωτερικών κύκλων και των μερίδων εκείνων του πολιτικού κόσμου, που θα ήθελαν η διακυβέρνηση αυτή να αποτελέσει ένα σύντομο διάλειμμα.

Τα συνδυασμένα πυρά που δέχεται η κυβέρνηση αυτές τις μέρες, για το προσχέδιο του ασφαλιστικού που παρουσίασε, υπογραμμίζουν αυτή την πραγματικότητα. Κόμματα που όχι απλώς υπερψήφισαν μνημόνια, αλλά που υποστήριζαν τις μνημονιακές αντιλήψεις ως τις μόνες ικανές για την ανάταξη της χώρας – θυμίζω την κοινή επωδό του μνημονιακού τόξου, σύμφωνα με την οποία «και να μην υπήρχε το μνημόνιο οφείλαμε να το έχουμε εφεύρει» – εμφανίζονται πλέον σε ρόλο τιμητή για να υποστηρίξουν τα εντελώς αντίθετα απ’ όσα υπερψήφιζαν το περασμένο καλοκαίρι, υποκύπτοντας, αυτοί, οι υποτιθέμενοι εχθροί του λαϊκισμού, σε μικροκομματικές λογικές και τυπικούς λαϊκισμούς.

Προφανώς, στις μέρες που διανύουμε, τίποτα δεν είναι απλό, τίποτα δεν είναι εύκολο. Και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πάντοτε την καθαρή ματιά να δρομολογήσει τις εξελίξεις με τρόπο που θα εγγυώνται ταυτόχρονα την τήρηση της συμφωνίας που υπέγραψε η χώρα, αλλά και τη δημιουργία ενός πλέγματος προστασίας των στρωμάτων εκείνων – και είναι πολλά πλέον – που η κρίση γονάτισε εισοδηματικά ή απώθησε στο περιθώριο.

Στην περίπτωση του ασφαλιστικού είναι προφανές ότι μπορεί και πρέπει να υπάρξουν διορθωτικές παρεμβάσεις που θα κατανείμουν με δικαιότερο τρόπο το βάρος των ασφαλιστικών εισφορών και ταυτόχρονα θα προστατέψουν τις επερχόμενες γενιές και τους αυριανούς συνταξιούχους από τον κίνδυνο μιας μαζικής φτωχοποίησης.

Η συμφωνία της 12ης Αυγούστου, παρά τα σοβαρά και έντονα αρνητικά στοιχεία της και την βαρύτητα των μέτρων που προβλέπει,  μπορεί να σταθεροποιήσει τη χώρα και να δημιουργήσει προϋποθέσεις ανάκαμψης. Βασικός όρος και κρίσιμο μέγεθος παραμένει η αναδιάρθρωση του χρέους που εξακολουθεί να μην είναι βιώσιμο.

Η υλοποίηση της συμφωνίας – κι αυτό δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση, αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης που τη συνυπέγραψαν με την ψήφο τους –  πρέπει να γίνει με τρόπο που θα αξιοποιεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό υπαρκτές πλευρές της, θα περιορίζει και θα αντιρροπεί τα έντονα σκληρά μέτρα που περιέχει. Ο δρόμος δεν  είναι εύκολος. Όποιος ωστόσο δεν τον επιλέγει, οφείλει να πει ποια διαδρομή και ποια πολιτική αντιπροτείνει.

Εκτιμώ ότι υπάρχει η δυνατότητα για να δημιουργηθούν οι συνθήκες και οι προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας από τη κρίση. Το κυβερνητικό έργο βεβαίως οφείλει να είναι σαφές, καλά σχεδιασμένο και να μην επιλέγει αποσπασματικές και επ΄ευκαιρία ρυθμίσεις. Και πρέπει να αρχίσει να υλοποιείται ένα παράλληλο πρόγραμμα. Η αναπτυξιακή διαδικασία η οποία μπορεί και πρέπει άμεσα να ξεκινήσει, με στόχο την μείωση της ανεργίας, είναι ένα παράλληλο πρόγραμμα. Και αναφέρομαι στην ανάγκη να ξεκινήσει με συγκεκριμένους στόχους, άξονες και προτεραιότητες. Πρέπει να ξεκινήσει χωρίς άλλη καθυστέρηση. Χωρίς καθυστέρηση πρέπει, επίσης, να προωθήσει, χωρίς δισταγμούς, τις μεταρρυθμίσεις που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό των τάσεων και των δυναμικών που αναπτύσσονται το γεγονός ότι, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση κατηγορείται στο εσωτερικό από το σύνολο της αντιπολίτευσης για αντιασφαλιστική λογική, πιέζεται από τους δανειστές και ειδικά από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για «ουσιαστικότερες – όπως λένε – μεταρρυθμίσεις», πράγμα που μεθερμηνευόμενο σημαίνει περικοπές ακόμα και στις κύριες συντάξεις.

Και το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι τούτο: γιατί οι δανειστές της χώρας ή έστω οι περισσότεροι εξ αυτών επιστρέφουν σε τακτικές πολωτικές, που αποδεδειγμένα δεν μπορούν να σηκώσουν ούτε η χώρα ούτε η κοινωνία. Να είναι, άραγε, ένα διαπραγματευτικό παιχνίδι για να περάσουν όσο το δυνατόν περισσότερες σκληρές θέσεις; Να θέλουν να πιέσουν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για να την απογυμνώσουν από όποια αξιοπιστία ή λαϊκή αποδοχή; Να λειτουργούν παραδειγματικά, θεωρώντας ότι η Ευρώπη που εκείνοι διακονούν δεν επιτρέπει ανοχές και κυβερνήσεις εκτός των κυρίαρχων λογικών;

Ή, μήπως, η μεταβολή των συσχετισμών στον ευρωπαϊκό νότο, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, αλλά και η αφύπνιση ενός μέρους της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, φοβίζει το κομμάτι εκείνο της ευρωπαϊκής δεξιάς που, χρόνια τώρα, βαδίζει με φανατική προσήλωση το δρόμο της λιτότητας και της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας;

Δεν βρίσκεται μόνο η χώρα ενώπιον καθοριστικών στιγμών. Η ίδια η Ευρώπη βρίσκεται στο μεταίχμιο αλλαγών και ανακαθορισμών που μπορεί να αλλάξουν σε μεγάλο βαθμό τη φορά των πραγμάτων.

Η οικονομική κρίση, οι τρομοκρατικές επιθέσεις και το προσφυγικό δημιουργούν τριγμούς στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και εντείνουν τις τάσεις ιστορικής αναδίπλωσης. Η λιτότητα διαλύει σιγά-σιγά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο Γερμανικός ηγεμονισμός δημιουργεί αρνητικό περιβάλλον και αντιδράσεις. Οι απαιτήσεις της Βρετανίας υπονομεύουν τις ενωτικές διαδικασίες, που έχει σήμερα ανάγκη η ΕΕ.

Τι απέδειξε άλλωστε η εμπειρία των τελευταίων χρόνων;

Πρώτον, ότι η νομισματική ένωση χωρίς πολιτική ενοποίηση, είναι αδύνατον να υπάρξει στον ευρύτερο χρόνο με τη σημερινή της μορφή.

Δεύτερον, οι πολιτικές ακραίας λιτότητας για γρήγορη μείωση του χρέους, εμποδίζουν την ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της κρίσης. Η υπερβολική μείωση των ελλειμμάτων τροφοδοτεί την κρίση, καθυστερώντας την ανάπτυξη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, για μια μεγάλη περίοδο, παγιδευμένος σε λογικές που καλλιεργήθηκαν προεκλογικά, επιχείρησε να ανατρέψει το κυρίαρχο στην Ευρώπη «δόγμα της λιτότητας», πράγμα που ήταν αδύνατο από άποψη συσχετισμών, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην αναδίπλωση του καλοκαιριού. Κατάφερε, ωστόσο, αποδεχόμενος το δρόμο της ευρωζώνης ως τον μοναδικό που διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας, να συμβάλει στη δημιουργία πολιτικών και κοινωνικών ρηγμάτων, καθώς πλέον συνειδητοποιείται ευρύτερα στην Ευρώπη το κοινωνικό αδιέξοδο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Ο πολιτικός κόσμος και η κοινή γνώμη στην Ελλάδα βρίσκονται μπροστά σε εξελίξεις που ενδέχεται να αναδιατάξουν τον πολιτικό χάρτη. Η επικράτηση Μητσοτάκη και η μετακίνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε ρεαλιστικές θέσεις απειλούν τις ενδιάμεσες δυνάμεις και αναβιώνουν το διπολικό σκηνικό.

Από τις εξελίξεις των ημερών κυρίαρχη είναι η αίσθηση ότι, παρά τις βεβαιότητες  για το “τέλος της μεταπολίτευσης” και για το τέλος του δικομματικού συστήματος, η πολιτική ζωή επιστρέφει στην εποχή του διπολισμού, όπου δύο βασικές πολιτικές οντότητες, αυτή που συγκροτείται γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ κι αυτή που συσπειρώνεται γύρω από τη ΝΔ, βρίσκονται απέναντι η μία στην άλλη, απειλώντας να απορροφήσουν ή να εξαφανίσουν ενδιάμεσες δυνάμεις.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που διαμορφώνεται μετά την επικράτηση Μητσοτάκη, είναι η πίεση που οι εξελίξεις ασκούν στο Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ. Περισσότερο το πρώτο – λιγότερο το δεύτερο, συνειδητοποιούν ότι η εκλογή ενός πολιτικού, όπως ο νέος Πρόεδρος της ΝΔ, με νεοφιλελεύθερη οικονομική ατζέντα, σχετικά φιλελεύθερη κοινωνική οπτική και φιλοδοξία να στοχεύσει προς το κέντρο, παρά τις ισχυρές παλαιοδεξιές δεσμεύσεις που μεταφέρει, εγείρει γι΄αυτούς ζητήματα υπαρξιακής τάξεως.

Το Ποτάμι, έχοντας ακροβατήσει επί καιρό πάνω στην κόψη της πολιτικής ασάφειας,  χωρίς σαφές πρόσημο (κεντροδεξιό ή κεντροαριστερό), νιώθει να χάνει την ισορροπία του, καθώς μερίδα στελεχών του δείχνει να έλκεται από την παρουσία του νέου αρχηγού και να ενθουσιάζεται με την πιθανότητα της σύμπλευσης με τη ΝΔ, στο όνομα ενός θολού συντηρητικού μεταρρυθμισμού.

Πίεση, αλλά άλλου τύπου, αισθάνεται και το ΠΑΣΟΚ, στο εσωτερικό του οποίου συνυπάρχουν δύο τάσεις: ή μία διαβάζει τις εξελίξεις στη βάση του αφηγήματος που βλέπει πάντοτε με καλό μάτι την προοπτική σύγκλησης των – υποτιθέμενων – “φιλευρωπαικών δυνάμεων” απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Η δεύτερη, που φαίνεται να εκφράζει και τη σημερινή ηγεσία του, τάσσεται υπέρ της αυτοτελούς παρουσίας του κόμματος στην πολιτική ζωή και φιλοδοξεί να κρατήσει το ΠΑΣΟΚ όρθιο ανάμεσα στους δύο πόλους.

Προφανώς, οι εξελίξεις ούτε ευθύγραμμες θα είναι – ούτε μπορούν να προεξοφληθούν. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, στο σκηνικό που διαμορφώνεται, καταλυτικό ρόλο θα παίξουν οι προσπάθειες των δύο μεγάλων κομμάτων να προωθήσουν τη διεύρυνση της επιρροής τους, λειτουργώντας ως κορμοί ευρύτερων συμπαρατάξεων.

Στο πλαίσιο του νέου διπολισμού που διαμορφώνεται, ένα μπλοκ αναλυτών και πολιτικών στελεχών, στο οποίο πρωταγωνιστούν πρόσωπα που αυτοτοποθετούνται στο χώρο της κεντροαριστεράς και τα οποία έστερξαν να υποστηρίξουν τη συγκυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ, επιχειρούν να πείσουν για την ανάγκη συσπείρωσης των φιλο-ευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας, την προοπτική της οποίας υποτίθεται πως απειλούν ο ΣΥΡΙΖΑ και η Αριστερά.

Πρόκειται για μια ακραία μετωπική αντίληψη, που επιχειρήθηκε να προβληθεί και στο πρόσφατο δημοψήφισμα, εξαιρετικά διχαστική στη σύλληψή της, που επιχειρεί να διχοτομήσει την πολιτική ζωή, φέρνοντας αντιμέτωπους τους «φίλους της Ευρώπης» με το υποτιθέμενο μπλοκ του αντιευρωπαϊσμού, που συγκροτείται γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Εμείς όλοι, ως τμήμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, ως ρεύμα που μεταφέρει τις παραδόσεις του ευρωπαϊσμού και των παραδόσεων του χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της ανανέωσης, έχουμε χρέος να αντιμετωπίσουμε αυτή τη διχαστική λογική ως αντίληψη παραμορφωτική, που διαστρέφει την πραγματικότητα και επενδύει σε μία ψευδεπίγραφη πόλωση, που – ειδικά μετά τη σημαντική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ – δεν έχει καμία μα καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Αντιθέτως, το πραγματικό δίπολο που επιχειρείται να συσκοτιστεί είναι η αντίθεση ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης, τις συνέπειες της οποίας πλήρωσε ο ελληνικός λαός με 1,5 εκατομμύριο ανέργους και ύφεση που κατέφαγε το ένα τέταρτο του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος της χώρας, ανάμεσα λοιπόν σ’ αυτό τον τύπο διαχείρισης που παγίωσε τη φτώχεια και στην ανάγκη μιας προοδευτικής διακυβέρνησης του τόπου, που θα δώσει ανάσες στην κοινωνία και προοπτική στην οικονομία.

Αυτό είναι το δίπολο. Και απέναντί του όλοι οι αριστεροί, όλοι οι προοδευτικοί άνθρωποι οφείλουν να πάρουν θέση.

Είναι άλλωστε προφανές: Βρισκόμαστε σε μια καθοριστική στιγμή. Μετά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση, που κατέληξε- ύστερα από μία μεγάλη ευρωπαϊκή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ- σε καθαρή νίκη των ευρωπαϊκών δυνάμεων της Αριστεράς, η νέα κυβέρνηση ανέλαβε το δύσκολο έργο της εξόδου της χώρας από την κρίση. Στόχος είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση, σε στέρεες και διαφανείς βάσεις, με δίκαιες αναδιανεμητικές κοινωνικές πολιτικές, με αίσθηση των ευρωπαϊκών συσχετισμών και επίγνωση των αρνητικών πλευρών της συμφωνίας που υπεγράφη, πλευρών που η συνολική κυβερνητική πολιτική οφείλει να δημιουργήσει αντίβαρα.

Μέσα για την επίτευξη των στόχων αυτών, είναι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και οι εκσυγχρονισμοί που χρειάζεται η χώρα, με βάση τις αξίες της δημοκρατίας και με σαφές προοδευτικό κοινωνικά πρόσημο.

Η προσπάθεια – το αποτυπώνουν ανάγλυφα όσα συνέβησαν και όσα συμβαίνουν –  δε θα είναι εύκολη, καθώς έχει απέναντί της κοινωνικά συντηρητικές και οικονομικά νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, που θέτουν συνεχώς προσκόμματα, προβάλλοντας τους δικούς τους όρους και τα δικά τους συμφέροντα.

Το υπογραμμίσαμε και στην πρώτη συνάντηση που οργάνωσε η κίνησή μας, η Ενωτική Κίνηση Ευρωπαϊκής Αριστεράς, το υπογραμμίζουμε και σήμερα:

Η συγκυρία επιβάλλει την μεγαλύτερη δυνατή πολιτική και οργανική συσπείρωση των Αριστερών Ευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας, χωρίς αποκλεισμούς, μεμψιμοιρίες και “εγκλωβισμούς” σε διαφορές του παρελθόντος. Οι πολιτικές συνθέσεις στο πεδίο των νέων πραγματικοτήτων που διαμορφώνονται στη χώρα, δεν είναι μόνο χρήσιμες, είναι αναγκαίες.

Η ευρύτερη δυνατή πολιτική αντιστοίχηση των αριστερών δυνάμεων με το ισχυρό κοινωνικό και εκλογικό ρεύμα που διεκδικεί την έξοδο της χώρας από το θανάσιμο κύκλο της κρίσης, απαιτεί – όπως εξάλλου αποδείχθηκε – τολμηρές και οργανωτικές αναδιαρθρώσεις.

Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων, μέλη και στελέχη της πρώην ΔΗΜΑΡ, που δεν ακολουθήσαμε το δρόμο της πολιτικής ταύτισης με το ΠΑΣΟΚ, πήραμε πριν από τρεις περίπου μήνες την πρωτοβουλία για μια Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, η οποία κατέληξε στη δημιουργία μιας πολιτικής κίνησης – και όχι κόμματος – υπό τον τίτλο “Ενωτική Κίνηση Ευρωπαϊκής Αριστεράς”, ώστε να προωθήσουμε, με ενωτική αντίληψη, τις πολιτικές και οργανωτικές διαδικασίες της σύγχρονης Ευρωπαϊκής Αριστεράς που οφείλει να παίξει καθοριστικό ρόλο για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Σήμερα συνεχίζουμε. Και σας καλούμε με τον προβληματισμό που θα αναπτύξετε, να κάνουμε ένα επιπλέον αποφασιστικό βήμα, προωθώντας το συντονισμό μας, εντείνοντας την παρουσία μας και πολλαπλασιάζοντας τις παρεμβάσεις μας.

Σας ευχαριστώ. Καλή επιτυχία στη συνάντησή μας.

IMG_20160123_112822IMG_20160123_112802fotis 1

*Πατήστε πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση