“Αριστερός ευρωπαϊσμός και κρίση της Ευρώπης”. Του Σωτήρη Βαλντέν

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο “Αριστερός ευρωπαϊσμός και κρίση της Ευρώπης”. Του Σωτήρη Βαλντέν / 633 View / 16/12/2015

Θα ήθελα πρώτα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση να μιλήσω στη σημερινή εκδήλωση. Η παρουσία μου αποτελεί και μια έκφραση στήριξης προς την κίνησή σας. Είμαι βέβαιος, πως πολλοί που έχουμε τις καταβολές μας στην ανανεωτική αριστερά, συγκλίνουμε μαζί σας στην άρνηση της μετάλλαξης του ιστορικού αυτού ρεύματος σε στρατηγικό εταίρο της δεξιάς και πιστεύουμε πως ο ρόλος μας σήμερα είναι να συμβάλουμε στην επιτυχία της αριστερής διακυβέρνησης της χώρας, στηρίζοντας και ασκώντας εποικοδομητική κριτική στην κυβέρνηση και όχι επιζητώντας την αποσταθεροποίηση και ανατροπή της.

Για το θέμα της σημερινής συνάντησης, άλλοι ομιλητές είναι πολλοί αρμοδιότεροι εμού. Εμένα θα μου επιτρέψετε να διευρύνω κάπως το θέμα με μερικές σκέψεις για τη σημερινή κατάσταση και τις προοπτικές της Ευρώπης από τη σκοπιά μιας δημοκρατικής αριστεράς.

Οι λέξεις που περιλαμβάνονται στον τίτλο της εκδήλωσης, ασφάλεια, δικαιώματα, ελευθερίες, αν ερμηνευθούν πλατιά και με μια κοινωνική διάσταση και αν συμπληρωθούν και με τη λέξη ευημερία, αποτελούν μια καλή συνόψιση των αξιών που περιγράφουν αυτό που ονομάστηκε «Ευρωπαϊκό μοντέλο» και που αποτελεί το σημείο αναφοράς όσων από μας δηλώναμε και δηλώνουμε ευρωπαϊστές.

Ο αριστερός ευρωπαϊσμός δεν είναι αφελής. Γνωρίζουμε πολύ καλά πως η Ευρώπη οικοδομήθηκε στη βάση μιας άνισης σχέσης με το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου κόσμου, πως ο ψυχρός πόλεμος υπήρξε μια σημαντική κινητήρια δύναμή της. Γνωρίζουμε πως αποτελεί έκφραση μιας καπιταλιστικής διεθνοποίησης, με τις ανισότητες, τις αδικίες και την εκμετάλλευση που ενυπάρχουν σ’ αυτό το κοινωνικό σύστημα.

 Όμως ταυτόχρονα γνωρίζουμε πως η Ευρώπη ενσωματώνει και τις δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις των λαών της, πως στηρίχθηκε σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο και  σε έναν συμβιβασμό ανάμεσα στα δύο κυριότερα πολιτικά της ρεύματα, τη χριστιανοδημοκρατία και το δημοκρατικό σοσιαλισμό. Το «Ευρωπαϊκό μοντέλο», η συνισταμένη που προέκυψε από αυτή την ιστορική διαδικασία, είναι αναμφίβολα η μορφή κοινωνικής οργάνωσης που βρίσκεται κοντύτερα στις αξίες και τις αντιλήψεις μας. Μια ματιά στον κόσμο γύρω μας αρκεί για να μας πείσει πως αυτό ισχύει και σήμερα και πως αξίζει να υπερασπιζόμαστε τον δικό μας τρόπο ζωής. Εξάλλου η ιστορική εμπειρία, με τις ουτοπίες που μετατράπηκαν σε εφιάλτες, αποτελεί ένα συντριπτικό επιχείρημα για όσους από εμάς τους αριστερούς θα είχαμε τον πειρασμό να περιφρονήσουμε την υπαρκτή Ευρώπη.

Και κάτι ακόμα. Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης και της στενής αλληλεξάρτησης οικονομιών και κοινωνιών, είναι παραπάνω από προφανές ότι δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε, να διατηρήσουμε και να βελτιώσουμε το κοινωνικό μας μοντέλο με αναδίπλωση στα εθνικά μας σύνορα. Είναι αναγκαίο ένα κρίσιμο μέγεθος που θα επιτρέπει την αντιμετώπιση των προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, τη διαπραγμάτευση και την αντιπαράθεση με τους άλλους ισχυρούς παγκόσμιους παίκτες. Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν διαθέτει από μόνη της αυτό το κρίσιμο μέγεθος, πολλώ μάλλον μια μικρή χώρα σαν τη δική μας. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε την Ευρώπη.

Χρειαζόμαστε λοιπόν την Ευρώπη, και μάλιστα περισσότερη Ευρώπη. Όμως, δυστυχώς, η Ευρώπη δεν προχωρά, δεν αναπτύσσεται. Αντίθετα, έχει βαλτώσει, υποχωρεί, και στα λίγα όπου προχωρά, αυτό γίνεται κατά κανόνα προς τη λάθος κατεύθυνση. Τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει κρίσεις που απειλούν την ίδια την ύπαρξή της.

Η κρίση της Ευρωζώνης –που κάθε άλλο παρά έχει ξεπεραστεί- έπληξε καίρια τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκαλώντας ένα βαθύ ρήγμα βορρά-νότου και βυθίζοντας ένα κράτος-μέλος στη δυστυχία και σε οικονομικά, κοινωνικά, ας ελπίσουμε όχι και πολιτικά αδιέξοδα. Το μεγάλο προσφυγικό-μεταναστευτικό ρεύμα προκαλεί άλλη κρίση, καθώς τα περισσότερα κράτη-μέλη αναδιπλώνονται στον εαυτό τους, αγνοούν ή απορρίπτουν τις –συχνά αλλοπρόσαλλες- ευρωπαϊκές αποφάσεις και συχνά αναζητούν χώρες για να τους περάσουν το «μουντζούρη». Οι τρομοκρατικές επιθέσεις οξύνουν τα διλήμματα ανάμεσα στην ασφάλεια και τις ελευθερίες και υποθάλπουν αντιδραστικά ρεύματα. Οι σχέσεις με τη Ρωσία προκαλούν άλλες διαιρέσεις, όταν δεν στρέφουν την Ευρώπη προς νέο ψυχρό πόλεμο. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές, εγκαταλείποντας κάθε πρόσχημα αξιακής προσήλωσης, διολισθαίνουν ραγδαία προς την πιο ωμή realpolitik, τα διπλά στάνταρντ και την κραυγαλέα υποκρισία.

Το σημαντικότερο είναι πως η Ευρώπη, με τις κρίσεις και τις πολιτικές της, χάνει τη νομιμοποίηση στους πολίτες της. Αυξάνονται οι πιθανότητες ενός Brexit, ενώ και σε άλλα κράτη-μέλη επικρατούν τάσεις ανακοπής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο αντι-ευρωπαϊκός ριζοσπαστισμός, κυρίως ακροδεξιός, ενισχύεται σχεδόν παντού, με τελευταία επικίνδυνα κρούσματα την Πολωνία και βέβαια την τρομακτική προοπτική της επικράτησης του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία που θα απέβαινε μοιραία για την Ευρώπη. Τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά του γαλλικού λαού έφραξαν ευτυχώς το δρόμο χθες στη Λε Πεν, αλλά δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να εφησυχάσουμε ενόσω συνεχίζονται οι ίδιες πολιτικές. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, συνεκτικός ιστός της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, αποτελεί μάλλον ανάμνηση, αντανακλώντας ευρύτερες τάσεις διάλυσης της κοινωνικής συνοχής που αλλού εκδηλώνονται και με αποσχιστικά, διαλυτικά ρεύματα.

Ας μην έχουμε αυταπάτες: η κατάσταση αυτή είναι πραγματικά δραματική και πρωτόγνωρη. Δεν πρόκειται για καταστροφολογία στην οποία παραδοσιακά ρέπει η αριστερά. Ούτε και ισχύουν τα κλασικά σχήματα πως «η Ευρώπη πάντα ξεπερνά τις κρίσεις της». Οι μόνοι που δεν το αντιλαμβάνονται είναι κάποιοι ρομαντικοί άλλων εποχών, όσοι βγάζουν το ψωμί τους προπαγανδίζοντας την Ευρώπη και, στη χώρα μας, μερικοί που σαν τον πνιγμένο πιάνονται από τα μαλλιά τους εμφανίζοντας την Ευρώπη ως τον καλό και δίκαιο πατέρα που κρίνει, βοηθά και τιμωρεί τον άσωτο υιό (ενώ τίποτε από αυτά δεν ισχύει: ο «πατέρας» είναι κακός, αδύναμος και άδικος και μόνο για τον εαυτό του νοιάζεται, και μάλιστα κοντόφθαλμα).

Πώς φθάσαμε ως εδώ; Στο φιλοευρωπαϊκό στρατόπεδο επικρατεί η άποψη πως η Ευρώπη δεν κατορθώνει να προσαρμοστεί στο νέο, δυναμικό διεθνές περιβάλλον με αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, κυρίως επειδή την φρενάρουν οι κάθε λογής λαϊκιστές, δεξιοί και αριστεροί, τους οποίους και αναθεματίζουν αδιακρίτως. Στην Ελλάδα οι απόψεις αυτές πήραν τις ακραίες μορφές του «ζήτω το μνημόνιο» και του δήθεν «ευρωπαϊκού μετώπου» ενάντια στον Τσίπρα.

Η προσέγγιση αυτή είναι κατά τη γνώμη μου επιφανειακή και σε μεγάλο βαθμό παραπλανητική. Παρακάμπτει το ζήτημα του ποιες είναι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και τσουβαλιάζει καταστροφικά τις αντιδράσεις στο κατεστημένο και τις πολιτικές του.

Ασφαλώς η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση να προσαρμοστεί σε ένα νέο διεθνές περιβάλλον, όπου η προνομιακή της θέση, κληρονομημένη από το αποικιακό και ιμπεριαλιστικό της παρελθόν δεν είναι πια δεδομένη. Ασφαλώς η προσαρμογή αυτή επιβάλλει μείζονες μεταρρυθμίσεις και συνεπάγεται αναδιανομές προς όφελος νέων εξω-ευρωπαϊκών κέντρων.

Όμως κατά τα τελευταία είκοσι και πάνω χρόνια, η ανάγκη προσαρμογής έχει γίνει το φύλλο συκής πίσω από το οποίο πραγματοποιείται μια θεαματική μεταφορά πόρων και ισχύος από τους εργαζόμενους προς μια ελάχιστη και αδηφάγα ολιγαρχία. Η κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ που λειτουργούσε ως αντίπαλο δέος, συνέβαλε σημαντικά σ’ αυτό, αντί να απελευθερώσει τις προοδευτικές δυνάμεις. Το κοινωνικό κράτος, το ίδιο το Ευρωπαϊκό μοντέλο διαβρώνονται καίρια. Η ανεργία, η εργασιακή ανασφάλεια, η περιθωριοποίηση πλατειών στρωμάτων και οι ακραίες ανισότητες έχουν όλα εκτοξευθεί και εμφανίζονται ως συνώνυμα της μεταρρύθμισης και του εκσυγχρονισμού.

Οι πολιτικές αυτές δεν έχουν πετύχει τον διακηρυγμένο στόχο τους. Δεν έχουν ανακόψει τη καθοδική πορεία της Ευρώπης, ούτε έχουν επιφέρει ανάπτυξη και απασχόληση. Αντίθετα, οι κοινωνίες μας έχουν γίνει έρμαια άναρχων και άγριων αγορών. Οι πολιτικές αυτές πετυχαίνουν ίσως τον πραγματικό, ταξικό τους, στόχο, αλλά και αυτή η επιτυχία είναι επισφαλής στο βαθμό που η Ευρώπη και η επικρατούσα τάξη στις χώρες μας απειλείται με κατάρρευση. Όλα αυτά βέβαια σίγουρα δεν γίνονται επειδή αντιδρούν οι κακοί λαϊκιστές. Το αντίθετο συμβαίνει: οι λαϊκιστές βρίσκουν ευήκοα ώτα ακριβώς ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων.

Το κρίσιμο ζήτημα που παραβλέπεται είναι πως η προσαρμογή, οι μεταρρυθμίσεις και ο εκσυγχρονισμός έχουν ως υποκείμενο ανθρώπους, και οι άνθρωποι δεν πρόκειται να κινηθούν προς την κατεύθυνση αυτή αν δεν βλέπουν ότι και οι ίδιοι θα έχουν ένα μερίδιο του οφέλους. Οι εκκλήσεις για μεταρρυθμίσεις είναι καταδικασμένες να πέφτουν στο κενό όταν για τους παραλήπτες τους σημαίνουν περισσότερη ανεργία, φτώχεια και ανασφάλεια. Και αν επιβάλλονται με αντιδημοκρατικά μέσα –όπως σε ακραία μορφή συμβαίνει στην Ελλάδα των μνημονίων- το αποτέλεσμα είναι μια κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος και των θεσμών, με πρώτο θύμα την Ευρώπη. Στην αναξιοπιστία του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος συμβάλλει καίρια και η επαναλαμβανόμενη υποκριτική στάση πολιτικών, που θυμούνται τα κακά της λιτότητας σε κάθε προεκλογική περίοδο, για να επανέλθουν στις προηγούμενες πολιτικές αμέσως μετά, συχνά συγκυβερνώντας και με τη δεξιά. Οι τελευταίες δηλώσεις Γκάμπριελ αποτέλεσαν αποκορύφωμα αυτής της πρακτικής.

Η εσωτερική διάβρωση και παράλυση της Ευρώπης επιδεινώνεται και από το ασταθές και εκρηκτικό εξωτερικό μας περιβάλλον, ιδιαίτερα στη γειτονιά μας. Οι εξελίξεις εκεί έχουν φυσικά τα δικά τους αίτια, αλλά έχουμε και εμείς μερτικό της ευθύνης. Με αφετηρία τον εγκληματικό πόλεμο του Ιράκ, στον οποίο συμμετείχε και η μισή Ευρώπη, και τον οποίο θα πληρώνουμε όλοι επί μακρόν, η Ευρώπη πρωτοστάτησε σε άφρονες επεμβάσεις στη Λιβύη και τη Συρία. Και παρασύρθηκε από τα νέα ανατολικοευρωπαϊκά μέλη της και από άλλα γεράκια σε μιαν υπεροπτική και αδιέξοδη σταυροφορία κατά της Ρωσίας. Σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα, με τα εκατομμύρια των προσφύγων, την έξαρση της τρομοκρατίας και τις απαρχές ενός νέου ψυχρού πολέμου.

Ας συνοψίσω: κάθε αναζήτηση των αιτίων της σημερινής υπαρξιακής κρίσης της Ευρώπης που αφήνει στο απυρόβλητο τις ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές της ακραίας λιτότητας καθώς και κρίσιμες εξωτερικές πολιτικές της είναι εντελώς ανεπαρκής. Οι πολιτικές αυτές και οι φθαρμένοι φορείς τους αποτελούν μέρος του προβλήματος ίσως όσο κανένας άλλος. Και η αντιμετώπιση του ευρωσκεπτικισμού, της ξενοφοβίας και της ανόδου της ακροδεξιάς χωρίς την αλλαγή της κυρίαρχης κατεύθυνσης της Ευρώπης και της ριζικής ανανέωσης των πολιτικών της ελίτ είναι, φοβάμαι, χαμένη υπόθεση.

Από τα παραπάνω προκύπτει ένα κεντρικό συμπέρασμα: αν επιδίωξή μας είναι η επιβίωση της Ευρώπης και του τρόπου ζωής που με πολύ κόπο κατακτήθηκε σ’ αυτήν την ήπειρο, θα έλεγα ακόμη και της ίδιας της δημοκρατίας μας, η ύπαρξη μιας ισχυρής φιλοευρωπαϊκής αριστεράς, ως καταλύτης για μια τέτοια αλλαγή και ανανέωση της Ευρώπης, αποτελεί αναγκαιότητα και κεντρικό στοιχείο.

Δυστυχώς, μέχρι στιγμής φαίνεται να επικρατούν δυνάμεις που τα ταξικά τους αντανακλαστικά και οι ιδεολογικές τους προκαταλήψεις τις κάνουν να αξιολογούν τον αριστερό φιλοευρωπαϊκό ριζοσπαστισμό ως μεγαλύτερο κίνδυνο από την επερχόμενη αντιευρωπαϊκή και ακροδεξιά λαίλαπα. Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της στρατηγικής του κ.Σόϋμπλε και των ομοίων του απέναντι στην Ελλάδα, στρατηγικής που κάθε άλλο παρά τέλειωσε τον περασμένο Ιούλιο.

Εξάλλου, πολλές συντηρητικές δυνάμεις –και όχι μόνο- προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τους ευρωσκεπτικιστές και την ακροδεξιά, με την υιοθέτηση στοιχείων από την ατζέντα τους, θωπεύοντας αντιδραστικά αντανακλαστικά ξενοφοβίας και εθνικισμού. Η πείρα έχει όμως δείξει πως η ενδοτική αυτή στρατηγική παίζει στα χέρια των εχθρών της δημοκρατίας και της Ευρώπης.

Με βάση την παραπάνω ζοφερή εικόνα, ποια είναι η προοπτική της Ευρώπης και ποια μπορεί να είναι η δική μας συμβολή, ως αριστεροί ευρωπαϊστές από τη μικρή Ελλάδα;

Δεν θα σας κρύψω ότι είμαι αρκετά απαισιόδοξος. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που περιμένουν καρτερικά και με πίστη την ώρα που η Ευρώπη θα αλλάξει προς την κατεύθυνση που επιθυμούμε, όπως περιμένουν οι Χριστιανοί τη Δευτέρα Παρουσία. Μια θετική στροφή φυσικά δεν αποκλείεται, γιατί το κόστος της διάλυσης είναι μεγάλο και θίγει πολλούς. Όμως οι μεγάλες καταστροφές κατά κανόνα συμβαίνουν σε πείσμα της απλής λογικής. Πολύ φοβάμαι ότι έχουν μπει μπροστά διαδικασίες διάλυσης που δεν είναι εύκολο να ανακοπούν. Και οι δυνάμεις εκείνες που θα πετύχαιναν τη μεγάλη αναγκαία στροφή, φαίνονται μέχρις στιγμής αδύναμες.

Εξυπακούεται βέβαια ότι, από τη σκοπιά μας, πρέπει να κάνουμε το παν για να πετύχουμε αυτή τη θετική στροφή. Και κάτι τέτοιο μόνο στο ευρωπαϊκό επίπεδο είναι νοητό. Οι απόψεις για εθνική αναδίπλωση είναι, πιστεύω, στρατηγικά αδιέξοδες.

Κρίσιμο ζήτημα είναι να ηττηθούν στην Ευρώπη οι πολιτικές της ακραίας λιτότητας και να ανακτήσουν την ηγεμονία το κοινωνικά ευαίσθητο ευρωπαϊκό όραμα και η αρχή της αλληλεγγύης. Κλειδί γι’ αυτό είναι η εξέλιξη της σοσιαλδημοκρατίας.

Η μετατόπιση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από τη συνδιαχείριση του νεοφιλελεύθερου σχεδίου από κοινού με τη δεξιά, προς μιαν εναλλακτική αριστερή πολιτική σε σύγκλιση με άλλα, ριζοσπαστικά και φιλοευρωπαϊκά ρεύματα, είναι αυτό που θα κρίνει μάλλον το μέλλον της Ευρώπης. Είναι θετικό πως ο Έλληνας πρωθυπουργός φαίνεται να το έχει συνειδητοποιήσει και κινείται προς ενίσχυση μιας τέτοιας εξέλιξης. Και είναι τραγικό πως αυτοί που στην Ελλάδα διεκδικούν την εκπροσώπηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, δίνουν τον υπέρ πάντων αγώνα προς την αντίθετη κατεύθυνση, σαν πεισμωμένα παιδιά που τους πήραν το παιχνίδι τους. Στον τομέα αυτό υπάρχουν κάποιες ενθαρρυντικές ενδείξεις: στην Πορτογαλία, στη Μεγάλη Βρετανία, ίσως και αλλού. Όμως και τα εμπόδια είναι πολλά και μεγάλα.

Στις περιπτώσεις όπου ο ακροδεξιός και φασιστικός εχθρός είναι προ των πυλών και απειλείται η δημοκρατία εννοείται πως  επιβάλλεται το πιο πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο για να του φράξει το δρόμο. Όμως η αριστερά δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, να υποκύψει στον εκβιασμό των συντηρητικών και να υποταγεί στις καταστροφικές τους πολιτικές και ιδεολογίες. Κάτι τέτοιο, αντί να φράξει το δρόμο στην ακροδεξιά, θα τη φέρει στην εξουσία.

Η ύπαρξη της αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα έχει κι αυτή μεγάλη σημασία και για την Ευρώπη–κι αυτό είναι ένας πρόσθετος λόγος για να στηριχθεί. Στην κυβέρνηση αυτή προσβλέπουν πολλοί και η ήττα των σεναρίων της «παρένθεσης» θα είναι ήττα και της ευρωπαϊκής αντίδρασης. Το έργο της κυβέρνησης, στις συνθήκες της επιβολής του diktat του Ιουλίου, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Η σταθεροποίησή της θα εξαρτηθεί από το αν θα πείσει πως δεν είναι «μία από τα ίδια» και μάλιστα πιο άπειρη από τους προηγούμενους. Όλοι νομίζω καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο και ότι υπάρχει σαφής κίνδυνος να αναλωθεί ταχύτατα το μεγάλο κεφάλαιο εμπιστοσύνης που η κυβέρνηση έλαβε τρεις φορές φέτος από τον ελληνικό λαό.

Για την Ελλάδα και τη δημοκρατική της αριστερά, ορθώς έχει εκτιμηθεί πως η Ευρώπη αποτελεί μονόδρομο. Όμως η κρισιμότητα της κατάστασης στην Ευρώπη και η αβεβαιότητα ως προς τις προοπτικές δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε λ.χ. καταστάσεις βαθμιαίας ή και απότομης διάλυσης κρίσιμων τμημάτων της όπως το Σένγκεν, και η ευρωζώνη. Και τυχόν τέτοιες εξελίξεις ενδέχεται να συνοδευθούν από σπασμούς, όπου θα επικρατούν ακόμη περισσότερο ο νόμος του ισχυροτέρου, τα στενά εθνικά και ταξικά συμφέροντα του καθενός και όπου η Ελλάδα, ως αδύναμος κρίκος, μπορεί να αποτελέσει πρώτο θύμα και αποδιοπομπαίο τράγο. Σήμερα, λ.χ. είναι φανερό πως κάποιοι –μπροστά στον πανικό τους με την προσφυγική κρίση- επιδιώκουν να μας φορτώσουν το πρόβλημα, χρησιμοποιώντας μεθόδους που θυμίζουν τις πρακτικές τους απέναντί μας για το ευρώ.

Μπροστά σ’ αυτά τα ενδεχόμενα χρειάζεται μια στοιχειώδης ετοιμότητα. Η χώρα μας θα πρέπει να επιβιώσει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Και δεν θα πρέπει να ξαναβρεθεί ποτέ μπροστά σε δίλημμα ανάμεσα στον βέβαιο ξαφνικό ή τον πιθανό αργό θάνατο. Γιατί βέβαια μόνον οι παράφρονες και οι καμικάζι επιλέγουν τον βέβαιο ξαφνικό, αλλά και μόνον οι αφελείς εκλαμβάνουν έναν πιθανότατα αργό θάνατο ως σωτηρία και επιτυχία.

 

*Ομιλία σε ημερίδα που οργάνωσε η «Ενωτική Κίνηση Ευρωπαϊκής Αριστεράς» [Ε.ΚΙ.Ε.Α] με θέμα «Ευρώπη-Ασφάλεια-Δικαιώματα-Ελευθερίες» στην Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 2015,