“Ανάμεσα στη Μαρίν και τη Μαριάν”. Του Γιάννη Μπαλαμπανίδη

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο “Ανάμεσα στη Μαρίν και τη Μαριάν”. Του Γιάννη Μπαλαμπανίδη / 114 View / 23/12/2015

Όταν ανακοινώθηκαν τα τελικά αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών της 13ης Δεκεμβρίου, η Γαλλία αναστέναξε με ανακούφιση. Ο μεγάλος νικητής του πρώτου γύρου, το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν, δεν κέρδισε καμία περιφέρεια, χάρη στην αντιλεπενική κινητοποίηση.

Κι όμως, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για ήττα του Εθνικού Μετώπου. Στην καλύτερη περίπτωση, ήταν μια «μη ήττα» του δημοκρατικού ρεπουμπλικανικού μετώπου, όπως έγραφε την επομένη ο Λοράν Ζοφρέν στο κύριο άρθρο της «Libération».

Το ερώτημα είναι για πόσο ακόμη θα μπορεί η δημοκρατική συσπείρωση, με τη βοήθεια του εκλογικού συστήματος δύο γύρων, να παρατείνει την «conventio ad exclundendum», τη συνθήκη αποκλεισμού του μεγαλύτερου πλέον κόμματος της χώρας.

Διότι περί αυτού πρόκειται: το Εθνικό Μέτωπο δεν είναι μια επιλογή συγκυριακής διαμαρτυρίας αλλά εδραιωμένης πεποίθησης. Το ιστορικά υψηλό 27,7% δεν πρέπει να προκαλεί καμία έκπληξη. Είναι μια ψήφος σταθεροποιημένη, καθώς το 92% είχαν ξαναψηφίσει το Μέτωπο το 2012, και ομοιογενής, με υψηλή διείσδυση στις παραγωγικές ηλικίες 25-64 («χάνοντας» μόνο τους 65+).

Είναι επίσης ψήφος νεανική, με 34% στις ηλικίες 18-30 (έναντι 22% των Σοσιαλιστών και 19% των Ρεπουμπλικανών)· είναι ψήφος «λαϊκή», το ακροδεξιό κόμμα κατακτά το 43% των εργατών (αλλά μόλις το 19% των ανώτερων στελεχών) και το 34% των πολιτών με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο· ψήφος, τέλος, γεωγραφικά διαφοροποιημένη, ιδιαίτερα ισχυρή στις αγροτικές και ημιαστικές περιοχές.

Πού οφείλεται αυτή η ακατανίκητη επέλαση της Ακροδεξιάς στη χώρα των Φώτων; Οι προσφιλείς στον καθ’ ημάς δημόσιο διάλογο μονοπαραγοντικές ερμηνείες δεν επαρκούν. Και είναι σαφές ότι η τρομοκρατική επίθεση του «Ισλαμικού κράτους» στο Παρίσι δεν ήταν αυτό που έδωσε καθοριστική ώθηση στο Εθνικό Μέτωπο.

Το κόμμα της Μαρίν Λεπέν διαθέτει πλέον βαθύ κοινωνικό ρίζωμα και ένα πολυσυλλεκτικό προφίλ εθνικής εμβέλειας. Διαμεσολαβεί και πολιτικοποιεί, συγκρουσιακά και άρα αποτελεσματικά, πολλαπλές αντιθέσεις της γαλλικής κοινωνίας.

Το ρεπερτόριό του είναι πολύπτυχο. Δεν βασίζεται αποκλειστικά σε ένα ορισμένο αντι-ισλαμικό αίσθημα, δεν περιορίζεται καν στις φοβικές αντιδράσεις απέναντι στη μεταναστευτική ροή.

Μέρος της εικόνας είναι εξίσου η αμηχανία της Αριστεράς να μιλήσει για ζητήματα «εθνικά» ή να πολιτικοποιήσει το πρόβλημα της ασφάλειας, η (ατελέσφορη) προσχώρηση της Δεξιάς στην ατζέντα του Εθνικού Μετώπου, τα ελλείμματα του ρεπουμπλικανικού μοντέλου ενσωμάτωσης και η ανάδυση ενός κατακερματισμένου πολυκοινοτισμού, η «πολιτισμική ανασφάλεια».

Μήπως όμως το προφίλ των ψηφοφόρων του Εθνικού Μετώπου (νεότερες ηλικίες, χαμηλότερη μόρφωση, λαϊκά στρώματα), το κριτήριο ψήφου (πρωτίστως η ανεργία), η γεωγραφική κατανομή επαναφέρουν ανάμεσα σε όλα αυτά και το ξεχασμένο, σχεδόν απωθημένο για καιρό «κοινωνικό ζήτημα»;

Εχει επισημανθεί ότι η αύξηση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων στη Γαλλία συσχετίζεται ευθέως με την ψήφο στο Εθνικό Μέτωπο (βλ. τη διαφωτιστική συνέντευξη του γεωγράφου Hervé Le Bras «Qui dit hausse des inégalités, dit hausse du vote FN», στο περιοδικό Nouvel Observateur, 22-3-2015).

Η ακροδεξιά ψήφος εμφανίζεται ενισχυμένη όχι στις περιοχές με έντονη παρουσία μεταναστών από τις χώρες του Μαγκρέμπ, αλλά σε εκείνες όπου παρατηρούνται υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, χαμηλότερα επίπεδα μόρφωσης, μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες.

Δεν είναι απλώς οι λευκοί Γάλλοι που νιώθουν απειλούμενοι από τους μετανάστες. Πρόκειται για ένα ευρύτερο αίσθημα ανασφάλειας απέναντι σε συνθήκες που κλονίζουν τις σταθερές του βίου.

Δεν είναι μόνο η ρεπουμπλικανική ταυτότητα που απειλείται (ο ελεύθερος πολίτης, φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων πέρα από κάθε επιμέρους θρησκευτική, πολιτισμική, εθνοτική ταυτότητα), αλλά μια θεμελιακή προϋπόθεση της République: η γραμμένη στα λάβαρα του 1789 και στον φρυγικό σκούφο της Μαριάν «égalité». Η απειλή αφορά ταυτόχρονα την τυπική δημοκρατική ισότητα των πολιτών και την πραγματική ισότητα των ευκαιριών.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο «αίσθημα εγκατάλειψης» ευρύτατων στρωμάτων του πληθυσμού απέδωσε το αποτέλεσμα των εκλογών ο οικονομολόγος Τομά Πικετί, που στο βιβλίο του «Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» δείχνει ότι σήμερα διαμορφώνεται μια διπλή συνθήκη ανισότητας, υλική και πολιτισμική-συμβολική, που δημιουργεί πολίτες δύο ταχυτήτων, μπλοκάρει την κοινωνική κινητικότητα και υπονομεύει τις δημοκρατικές αξίες.

Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά γαλλικό, στα χρόνια της κρίσης οι ανισότητες έχουν οξυνθεί στην Ευρώπη. Η ένταση των ανισοτήτων, θα έλεγε ο Πικετί, είναι μια πολιτική και όχι μια αυθόρμητη ή «φυσική» διαδικασία.

Η ανασφάλεια ενισχύεται σε έναν κόσμο που εγκαταλείπεται στις αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, χωρίς θεσμούς ρύθμισης και παρέμβασης, προστασίας και αναδιανομής, δηλαδή χωρίς θεσμούς που υποστηρίζουν τον κοινωνικό δεσμό.

Αυτό είναι και το πρόβλημα της υπερφιλελεύθερης Ευρώπης, που μοιάζει ολοένα λιγότερο ελκυστική, αφήνοντας χώρο για σκληρά ευρωσκεπτικιστικά ρεύματα και φαντασιώσεις εθνικής αναδίπλωσης (η Λεπέν βάζει ανοιχτά στην ατζέντα την επιστροφή στο φράγκο). Αν είναι η République, και όχι μόνον αυτή, να σταθεί στα πόδια της, οφείλει να ξαναβρεί τον κοινωνικό βηματισμό της.

* O  Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας 

Πηγή: Eφημερίδα των Συντακτών