2022: ο ετεροπροσδιορισμός της Ευρώπης

by/ 0 Comments / 0 View / 12/01/2022

Θα αρκούσε ίσως η αλλαγή στην ευρωπαϊκή ηγεσία με την αποχώρηση, έπειτα από 16 χρόνια, της εμβληματικής καγκελαρίου της Γερμανίας για να προσλάβει η αρχή της νέας χρονιάς ξεχωριστή σημασία. Θα αρκούσε ίσως και μόνο η ανάληψη, ύστερα από 14 χρόνια, της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Γαλλία –χώρα με φιλοδοξίες να συνδυάσει αυτό τον ρόλο με μια νέα εποχή στον διεθνή ρόλο της Ευρώπης– καθώς, μάλιστα, το πρόγραμμά της δίνει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση προβλημάτων που συνδέονται με τη διεθνή υπόσταση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος όπως η ενδυνάμωση της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας της ίδιας της Ε.Ε. και το απροσπέλαστο των εξωτερικών συνόρων και της μετάβασης σε μια Ευρώπη «ισχυρή στον κόσμο, ελεύθερη στις επιλογές της και κυρίαρχη της μοίρας της». Tο κλίμα αισιοδοξίας δεν δείχνει να επηρεάζεται από το γεγονός ότι σε περίπου δύο μήνες η γαλλική προεδρία της Ε.Ε. και ο πρόεδρος Μακρόν θα υποστούν τη «βάσανο» των προεδρικών εκλογών.

Πέρα όμως από τα σχέδια της γαλλικής προεδρίας, η πορεία της Ε.Ε. θα επηρεαστεί καταλυτικά από την έκβαση της ουκρανικής κρίσης, διακύβευμα της οποίας δεν είναι μόνο η ένταξη ή μη αυτής της χώρας στην Ατλαντική Συμμαχία, όσο το ευρωπαϊκό ή ευρασιατικό μέλλον της ίδιας της Ρωσίας. Οι αμερικανο-ρωσικές συνομιλίες που ξεκίνησαν στη Γενεύη και οι ΝΑΤΟ – Ρωσίας δύο ημέρες αργότερα θα διαπραγματευτούν το ρωσικό αίτημα της μη ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ ή/και της φιλοξενίας στο έδαφός της βάσεων ή οπλικών συστημάτων κρατών-μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας. Ο ενήμερος αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι με δεδομένες τις θέσεις της Ατλαντικής Συμμαχίας για επέκτασή της στον χώρο του πρώην ανατολικού συνασπισμού, οι προσδοκίες θετικής έκβασης από τις συνομιλίες αυτές είναι πενιχρές.

Θα ήταν όμως χρήσιμο να ληφθεί υπόψη ότι το ευρωπαϊκό ή μη μέλλον της Ρωσίας αποτελεί πλέον διακύβευμα του ευρύτερου αμερικανο-κινεζικού ανταγωνισμού και υπό αυτήν την έννοια έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις. H διάλυση στη δεκαετία του 1990 της Σοβιετικής Ένωσης και των περιφερειακών οργανισμών με τους οποίους κατοχύρωνε την κυριαρχία της στην Ανατολική Ευρώπη (Σύμφωνο της Βαρσοβίας και COMECON) δημιούργησε προϋποθέσεις ενσωμάτωσης και της ίδιας της Ρωσίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Δηλαδή, την υλοποίηση του οράματος του στρατηγού Ντε Γκολ για μια Ευρώπη «από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια». Ωστόσο, η ευδαιμονία του «μονοπολισμού» στις ΗΠΑ, στη δεκαετία του 1990 και λιγότερο στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000 οδήγησε στην εκτίμηση ότι «η Ρωσία ήταν ένας ασθενής διεθνής δρων που είχε χάσει την ισχύ του ακόμη και για το απώτερο μέλλον» (A. Lukin & D. Novikov, «Sino-Russian Rapprochement and Greater Eurasia: From geopolitical pole to international society?», «Journal of Eurasian Studies», April 2021). Ο αποκλεισμός της Ρωσίας από τις διαδικασίες οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης έθεσε προς αναθεώρηση, πρώτη φορά έπειτα από δυόμισι αιώνες, δηλαδή από την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης, η οποία είχε κατοχυρώσει με ειδικό νόμο την ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ρωσίας.

H αποξένωση της Ρωσίας από τις διαδικασίες ευρωπαϊκής και ευρω-ατλαντικής ολοκλήρωσης επιτάχυνε τη σινο-ρωσική προσέγγιση και την οικοδόμηση της ευρύτερης Ευρασίας. Απτά δείγματα αυτής της προσέγγισης είναι η δημιουργία, με πρωτοβουλία της Ρωσίας, της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης και η Οικονομική Ζώνη του Δρόμου του Μεταξιού με πρωτοβουλία της Κίνας. Μόσχα και Πεκίνο διαμόρφωσαν από κοινού την πλατφόρμα «από το Καλίνινγκραντ στη Σανγκάη» ως το θεσμικό υπόβαθρο της συνεργασίας στην Ευρασία που προχωρά τώρα με γοργούς ρυθμούς.

Πολιτικό τους υπόβαθρο είναι η ανάγκη απάντησης στη μετα-ψυχροπολεμική κυριαρχία της Δύσης αλλά και οι πραγματικές ανάγκες ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού του πλανήτη. Εύγλωττος είναι ο τίτλος της πρώτης τους κοινής διακήρυξης το 1997: «Εγκαθίδρυση ενός Πολυπολικού Συστήματος και μιας Νέας Διεθνούς Τάξης». Χρειάστηκε να μεσολαβήσουν οι ακρότητες της προεδρίας Τραμπ για να γίνει ευρύτερα αντιληπτή η αναβάθμιση της Κίνας σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη προκειμένου να αποφασίσουν οι ΗΠΑ τη διαχείριση της σινο-ρωσικής πρόκλησης.

Οι συναντήσεις και διαπραγματεύσεις των επόμενων ημερών θα είναι ενδεικτικές του πολιτικού κόστους που είναι διατεθειμένη να αναλάβει η προεδρία Μπάιντεν προκειμένου να αποτρέψει την παγίωση ενός σινο-ρωσικού μετώπου. Η κρίση στο Καζακστάν δημιούργησε ένα νέο πρόβλημα στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας και ενίσχυσε τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ πρέπει να εκτιμήσουν εάν ή στιγμή είναι κατάλληλη για έναν συμβιβασμό με τη Ρωσία που θα αναγνωρίζει ως θεμιτές τις ανησυχίες της για παραπέρα επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς με αντάλλαγμα την αποδυνάμωση της συνεργασίας της με την Κίνα στην Ευρασία. Τα ανταλλάγματα που μπορεί να προσφέρει ο Πούτιν στη συγκεκριμένη συγκυρία είναι εκ των πραγμάτων λιγότερο σαφή και πειστικά. Όμως το κίνητρο για την Ουάσινγκτον παραμένει: μια Ρωσία εγγύτερα στην Ευρώπη και μακρύτερα από την Κίνα. Παραμένει επίσης για τους Ευρωπαίους το ερώτημα των ορίων της ηπείρου τους.

* fellow, Dalhousie University, Halifax, πρώην μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης

efsyn.gr