“ΣΥΡΙΖΑ και ευρωκομμουνισμός”. Του Θεόδωρου Γεωργίου

by/ 0 Comments / 109 View / 19/02/2016

Με αφορμή την έκδοση και την κυκλοφορία του βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη με τον τίτλο: «Ευρωκομμουνισμός: από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά» (εκδ. ΠΟΛΙΣ), στην πολιτική σφαίρα διεξάγεται ένας ευρύτατος διάλογος μεταξύ δημοσιογράφων, πολιτικών και διανοουμένων. Εάν επιχειρήσει κανείς να κωδικοποιήσει τα ζητήματα τα οποία απασχολούν τους συνομιλητές σ’ αυτόν τον διάλογο, τότε μπορεί να τα ταξινομήσει σε τρεις κατηγορίες: πρώτον, τι ήταν ο ευρωκομμουνισμός ως ιστορικό πολιτικό σχέδιο και πρόγραμμα, δεύτερον, ποια είναι η πολιτική και η ιδεολογική ταυτότητα της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς στη σημερινή συγκυρία των πρώτων δεκαετιών του εικοστού πρώτου αιώνα και τρίτον, ποιά σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα στην ιστορική παράδοση του ευρωκομμουνιστικού κινήματος και της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Εκφράζουμε μέσω αυτού του κειμένου την επιστημολογική βεβαιότητα, ότι ο διάλογος, ο οποίος μόλις τώρα άρχισε θα συνεχισθεί και ότι θα είναι γόνιμος και πλούσιος επειδή η Αριστερά ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία χρειάζεται και έχει ανάγκη από οποιαδήποτε άλλη ιστορική εποχή, τις ιδέες μέσω των οποίων θα οργανώσει την πολιτική πρακτική της. Το πολιτικό αίτημα της «ενότητας θεωρίας και πράξης» είναι όσο ποτέ άλλοτε επιτακτικό. Όσοι ισχυρίζονται ότι η πολιτική πράξη και πιο συγκεκριμένα η κυβερνητική εξουσία μπορεί να είναι υπόθεση της τυφλής εμπειρίας, αυτοί έχουν παραιτηθεί από το αίτημα του έλλογου σχεδιασμού της ιστορίας και της κοινωνίας.

Στο πρώτο ζήτημα, δηλ. στην ανάλυση του ευρωκομμουνισμού ως ιστορικού πολιτικού σχεδίου αξίζει να σημειωθούν τα εξής: στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής οι πολιτικές ρίζες του ευρωκομμουνισμού βρίσκονται στις εξεγέρσεις της Ουγγαρίας (1956) και της Τσεχοσλοβακίας (1968), ενώ οι πνευματικές καταβολές του αναζητούνται στο βιβλίο του Μαρκούζε με τον τίτλο: «Ο Σοβιετικός Μαρξισμός» (1958). Τα τρία αυτά μείζονα συμβάντα αποκαλύπτουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ότι στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου (1945) δεν εγκαθιδρύθηκαν καθεστώτα σοσιαλισμού, ελευθερίας και δημοκρατίας, αλλά ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ο ευρωκομμουνισμός λοιπόν εμφανίζεται ως πολιτικό σχέδιο, το οποίο υπερασπίζεται τη «χαμένη τιμή» του σοσιαλισμού και ταυτόχρονα μάχεται εναντίον της βαρβαρότητας του καπιταλισμού. Από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας μπορούμε να υποστηρίξουμε, ότι υπήρξε το γνήσιο τέκνο του πολιτικού διαφωτισμού στην ιστορική συγκυρία του ψυχρού πολέμου ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Θα μπορούσαμε να αποτιμήσουμε την πολιτική και την ιδεολογική συνεισφορά του στην ιστορική εξέλιξη εάν συγκρίνουμε την πορεία του με την πορεία του εργατικού κινήματος κατά το δέκατο ένατο αιώνα. Όπως το εργατικό κίνημα κεφαλαιοποίησε τις κατακτήσεις του στον κοινωνικό βιόκοσμο του καπιταλιστικού κράτους, έτσι και ο ευρωκομμουνισμός ως ιδεολογικό και πολιτικό πρόγραμμα κατέδειξε ότι οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας είναι αφ’ ενός μεν αξίες που αναφέρονται στον ίδιο τον άνθρωπο (μην ξεχνάμε το σύνθημα: σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο) αφ’ ετέρου η πρακτική εφαρμογή τους εξαρτάται από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία.

Για την ελληνική πολιτική κοινωνία θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το κίνημα του ευρωκομμουνισμού εκφράσθηκε κατά δημιουργικό τρόπο και όχι μέσω μεταπρατικών διαδικασιών από το «ΚΚΕ εσωτερικού» στην πρώτη φάση και στη συνέχεια από τις επιγονικές εκδοχές αυτής της κομματικής συλλογικότητας με τελευταία εκδοχή την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ (ΔΗΜ.ΑΡ.). Και μολονότι ο αναγνώστης θέτει το εύλογο ερώτημα: ποιός είναι σήμερα ο κληρονόμος του ευρωκομμουνισμού στα ελληνικά πολιτικά πράγματα, η απάντησή μας δεν θα είναι ούτε μονοσήμαντη ούτε, εννοείται, απλουστευτική.

Θα πρέπει προηγουμένως να ξεκινήσουμε με δύο εμπειρικές διαπιστώσεις. Η πρώτη είναι η εξής: μετά από εβδομήντα χρόνια, δηλ. μετά τη λήξη του πολέμου (1945) ασκεί την κυβερνητική εξουσία ένα κόμμα, μία κομματική συλλογικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ, που αυτοπροσδιορίζεται ως Αριστερά. Και η δεύτερη έχει να κάνει με τον κατακερματισμό της Αριστεράς ως οντότητας και όχι ως κομματικής συλλογικότητας. Η ίδια η ελληνική κοινωνία συγκροτήθηκε εντός του έτους 2015 δύο φορές ως εκλεκτορικό σώμα και αποφάσισε να εκλέξει το ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, να αναθέσει την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας στον ΣΥΡΙΖΑ.

Το ερώτημα επαναδιατυπώνεται: έχει καμιά σημασία μπροστά στην πολιτική παντοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να εξετάσει κανείς εάν ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς ή μήπως μία άλλη εκδοχή της κατακερματισμένης Αριστεράς είναι ο κληρονόμος του ευρωκομμουνισμού; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί να δοθεί σε πολλά επίπεδα. Αλλά θα επιμείνουμε στο εξής: μέχρι το έτος 2010 η ανανέωση, όπως συνηθίζεται να ονομάζεται στη δημοσιογραφική και πολιτική γλώσσα, της Αριστεράς ήταν και δεδομένη και παρούσα. Τότε όμως, εάν εξετάσουμε τις πολιτικές εξελίξεις στο επίπεδο των προσώπων και των ατομικοτήτων, ο Κουβέλης ιδρύει τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ και ο Τσίπρας αναλαμβάνει το πολιτικό έργο να οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Δεν καταγράφεται αυτή η πολιτική διαφωνία ανάμεσά στους Τσίπρα και Κουβέλη ως σύγκρουση ιδεολογικού προσανατολισμού της σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αντιθέτως, εγγράφεται στη διαφωτιστική πολιτική λογική των επιχειρημάτων, των θέσεων, των διαφωνιών και των διαφορετικών στάσεων στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες.

Ας τονισθεί για ακόμη μία φορά, οι ιδέες της Αριστεράς δε βρίσκονται σ’ ένα ντουλάπι και ο καθένας μας μπορεί να τις ανασύρει όποτε θέλει και όποτε τον βολεύει. Το πολιτικό σχέδιο του ευρωκομμουνισμού έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορική επεξεργασία των ιδεών του διαφωτισμού στην Ευρώπη κατά τη συγκυρία του ψυχρού πολέμου. Η ελληνική Αριστερά μέσω του ΣΥΡΙΖΑ είναι κυβέρνηση σήμερα στην ελληνική πολιτική κοινωνία. Δεν τίθενται θέματα κληρονομιάς είτε ιδεολογικής, είτε πολιτικής ανάμεσα σε δύο ηγέτες που προέρχονται από τον ίδιο χώρο. Η «ευρωπαϊκή στροφή» του ΣΥΡΙΖΑ και ο πολιτικός διαφωτισμός της «Ενωτικής Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς» συγκροτούν τη σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά που είναι η ίδια η συνείδηση της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας.

*Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 19/02/2016