«Αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού με ουσία» Του Παν. Δ. Παναγιώτου (Παν-Παν)

by/ 0 Comments / 145 View / 17/02/2016

Ο κ. Μητσοτάκης επιχειρεί μια ανασυγκρότηση του κεντροδεξιού φιλελεύθερου πόλου με «ορμητήριο» τη ΝΔ. Εκ των πραγμάτων «συμπιέζει» το Ποτάμι και τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, καθώς εμφανίζεται ως «αιχμή του δόρατος» για την ανατροπή του ΣΥΡΙΖΑ και ως βασική «εναλλακτική» λύση εξουσίας. Όσο βέβαια το Ποτάμι και η Δημοκρατική Συμπαράταξη, υιοθετούν ταυτόσημο με τη ΝΔ «πολιτικό αφήγημα» κατά του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο πιο «εύκολη πολιτική λεία» γίνονται  για τη ΝΔ του Μητσοτάκη στο επόμενο «εκλογικό ραντεβού». Η ιδεολογική διαφοροποίηση (λ.χ. «εμείς είμαστε σοσιαλδημοκράτες») δεν αρκεί, όσο δεν συνοδεύεται με σημαντική πολιτική διαφοροποίηση έναντι της ΝΔ. Ούτε λύση για το Ποτάμι και τη Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι, μια επιλογή «ίσων αποστάσεων» καθώς ισοδυναμεί με «μηδενικό αποτέλεσμα», όταν εκ των πραγμάτων, η κύρια τάση είναι, ένας «νέος διπολισμός», ιδεολογικός, πολιτικός και κοινωνικός, με βασικούς πόλους τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ. Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Έχει πλέον και Ευρωπαϊκή διάσταση, με διαφορετικές εκφράσεις και ένταση σε κάθε χώρα, όντας πιο «καθαρό» στον Ευρωπαϊκό νότο, που δοκιμάζεται περισσότερο, από τις πολιτικές της λιτότητας.

Θα ρωτήσει ο καλόπιστος αναγνώστης: Και πια διαφορά υπάρχει μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ όταν και οι δύο είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν ένα «μνημόνιο» σε τελική ανάλυση; Θα προσφύγω στην απάντηση που έδωσε ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης σε ανάλογη ερώτηση δημοσιογράφου: «Υπάρχει μεγάλη διαφορά, αν το μνημόνιο το υλοποιεί ο ΣΥΡΙΖΑ ή η ΝΔ. Οι στόχοι μπορεί να είναι οι ίδιοι, αλλά εμείς δε θα βάλουμε φόρους, αλλά θα «κόψουμε» το κράτος. Το αντίθετο κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ». Σε τελευταία ανάλυση, ο κ. Γεωργιάδης έχει δίκιο παρά τη λαϊκίστικη «φόρμα» της διατύπωσής του. Μας μιλάει πολύ απλοϊκά, για το τέλος του «κοινωνικού κράτους», στο όνομα της «ελευθερίας των αγορών».

Στόχος, το κοινωνικό κράτος

Σύμφωνα με το κυρίαρχο στην εποχή μας «νέο-φιλελεύθερο δόγμα», το «κοινωνικό κράτος» είναι μία «αντιφιλελεύθερη σύμβαση», γιατί παρεμποδίζει την «ιδιωτική πρωτοβουλία» και τη δημιουργία πλούτου.

Αντίθετα, η «ελεύθερη αγορά», είναι ένα είδος «κοινωνικής οργάνωσης» που συνδυάζει την «ατομική ελευθερία» με την ισότητα που είναι η εφαρμογή των νόμων, η ισότητα έναντι των δικαιωμάτων.

Η προσέγγιση αυτή, παραγνωρίζει:

α) την ουσία της Δημοκρατίας που είναι, εκτός από τη «νομική», και η κοινωνική και υλική «αναλογική ισότητα» των μελών της,

β) ότι τα πολιτικά και αστικά δικαιώματα αποδυναμώνονται, όταν μεγαλώνουν οι ανισότητες και επιφέρουν διαφόρων ειδών σχέσεις εξάρτησης και υποταγής. Γι’ αυτό ουσιαστικά ο ρυθμιστικός κοινωνικός και οικονομικός ρόλος του κράτους είναι αναγκαίος.

Η πολιτική της σκληρής και σε μακρά διάρκεια λιτότητας, για τη μείωση του δημοσίου χρέους, έχει σαν βασικό κίνητρο την απορρύθμιση του κοινωνικού κράτους. Αυτή η πολιτική δίνει τον κυρίαρχο τόνο σήμερα στην Ευρώπη στο όνομα του ανταγωνισμού. Όμως το υπερβολικό δημόσιο χρέος -όπου υπάρχει- δεν οφείλεται βασικά στις κοινωνικές δαπάνες (άλλο θέμα οι σπατάλες, οι κλεψιές και οι ανορθολογικές ρυθμίσεις). Εξ άλλου, πολλές λειτουργίες του κοινωνικού κράτους (δημόσια Παιδεία, Υγεία, Ασφάλιση) δεν είναι κυριολεκτικά δαπάνες, αλλά λειτουργούν περισσότερο ως επένδυση για το μέλλον και συμβάλλουν στην ενίσχυση της κοινωνική συνοχής.

Αντίθετα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους, οφείλεται, πρωτίστως, στα εξωφρενικά επιτόκια των χρηματιστηριακών αγορών –που λειτουργούν χωρίς σοβαρές ρυθμίσεις, καθώς η «αυτορρύθμιση» είναι ένα παραμύθι για μικρά παιδιά-, στους υπέρμετρους εξοπλισμούς και γενικά σε πολλές άλλες μη κοινωνικές ή παραγωγικές δαπάνες και «σπατάλες» πολυτελείας.

Το πολιτικό στοίχημα

Υπάρχει λοιπόν μείζον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό διακύβευμα, που περιλαμβάνει αναγκαστικά τα «μνημόνια» με βάση τους ευρύτερους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, αλλά και τα υπερβαίνει. Το κριτήριο είναι οι προτεινόμενες μέθοδοι επίλυσης και κατευθύνσεων, που είναι από τη μία συντηρητικές – νεοφιλελεύθερες και από την άλλη προοδευτικές- κοινωνικές.

Υπάρχουν σαφή διαχωριστικά χαρακτηριστικά της μία από την άλλη, παρ’ ότι σε συνθήκες δημοσιονομικής επιτήρησης και ελέγχου της χώρας, η διαφοροποίηση απέναντι στην επιβολή του «κυρίαρχου δόγματος» δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ευανάγνωστη, ενώ παράλληλα  ευνοεί τις νέο-φιλελεύθερου χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις.

Άρα οι «δύο πόλοι» αντιμετώπισης της κρίσης είναι υπαρκτοί και όχι μόνο θεωρητικοί, αλλά με συγκεκριμένες πρακτικές- πολιτικές συνέπειες. «Ουδέτερες» πολιτικές δυνάμεις σε αυτό το δίπολο, δεν μπορούν να υπάρξουν. Ούτε, α λα καρτ επιλογές.

Αυτό όμως –παρά την πίεση- δε σημαίνει ότι δεν «υπάρχει πολιτικό χώρος» μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, ή ότι πρέπει να εξαφανισθεί. Το αντίθετο θα λέγαμε εάν θέλουμε μια «υγιή» δημοκρατία που προϋποθέτει ανταγωνισμό, αποχρώσεις, εκατέρωθεν επηρεασμούς, μετατοπίσεις και συμμαχίες.

Μετά την εκ των πραγμάτων υπέρβαση του «σκληρού δίπολου» μνημόνιο –αντιμνημόνιο, η επιστροφή στην ουσιαστική διάκριση Αριστερά  -Δεξιά, με την σύγχρονη έννοια των όρων και με όλες τις αποχρώσεις τους, είναι πολιτικά μία αναπόδραστη εξέλιξη.

Στις σημερινές συνθήκες, η Αριστερά στην Ευρώπη σ’ όλες τις εκδοχές της οφείλει να έχει στο κέντρο των πολιτικών της την αντιμετώπιση της λιτότητας, την αποτροπή της απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους, την άμβλυνση των ανισοτήτων και την ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας, σε μία περισσότερο ενοποιημένη Ευρώπη.

Μανιφέστο διακυβέρνησης

Με αυτά τα προτάγματα, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία με τις διάφορες εκδοχές της έχει περισσότερα κοινά με τον ΣΥΡΙΖΑ παρά με τη ΝΔ, εφόσον σταδιακά απαγκιστρωθεί από τη λογική της δικαιολόγησης της περιόδου Σαμαρά-Βενιζέλου.

Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, μετά τη «στροφή του καλοκαιριού», δηλαδή την ευρωπαϊκή  πολιτικοποίηση του κοινωνικού ριζοσπαστισμού του, οφείλει να πάρει πρωτοβουλίες αναζωογόνησης, του …εαυτού του αλλά και του ευρύτερου προοδευτικού χώρου, σε πολλά επίπεδα: θεσμικά, λειτουργίας του κράτους, προστασίας δικαιωμάτων κ.λπ., εκτός βέβαια από το κεντρικό πρόβλημα της αντιμετώπισης του πολιτικού νεοφιλελευθερισμού, που η ανατροπή του δεν είναι μία εύκολη και γρήγορη υπόθεση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο οφείλει: να διατυπώσει, ένα νέο μανιφέστο για την προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας, που να ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα με ρεαλιστικές δεσμεύσεις. Να απευθυνθεί στην κοινωνία και σε όλες τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις, κόμματα, κινήσεις και προσωπικότητες, είτε για μια οργανική σύνθεση δυνάμεων στο συνέδριό του είτε για μια στρατηγική πολιτικών συμμαχιών για να βγει η χώρα από την κρίση με όσο το δυνατόν πιο ήπιο τρόπο για την κοινωνία, και ιδίως τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα.

Οφείλει επίσης να μιλήσει για τα λάθη του αλλά και αυτά που αφορούν τις αρχικές πολιτικές επιλογές του – που ορθά εγκαταλείφθηκαν – και εκείνα που προκύπτουν από τις δυσκολίες εξοικείωσής του με τη διακυβέρνηση που ίσως πολιτικά του κοστίζουν περισσότερο. Η δημιουργική πολιτική αναβάπτιση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ολοκληρωθεί γρήγορα, για να μπορέσει να λειτουργήσει ως μοχλός αναζωογόνησης της ελληνικής κοινωνίας και είναι επείγουσα ανάγκη.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 1/02/2016