‘’Ο «κινητήρας» της Ευρώπης χρειάζεται περισσότερη Αριστερά’’. Του Παν. Δ. Παναγιώτου (Παν-Παν)

by/ 0 Comments / 161 View / 08/01/2016

Αν θέλει κάποιος να περιγράψει, πολύ αφαιρετικά, τη μεταπολίτευση, μπορεί να πει, με δυο λόγια, ότι κυριάρχησε η ευρωπαϊκή στρατηγική του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που υλοποιήθηκε όμως κατά βάση από το … ΠΑΣΟΚ, σε δύο φάσεις: Στην πρώτη, ο Ανδρέας Παπανδρέου δημιούργησε τις πολιτικές προϋποθέσεις (έφερε την «άλλη Ελλάδα» στο προσκήνιο) και στην δεύτερη φάση ο Κώστας Σημίτης δημιούργησε τις οικονομικοτεχνικές προϋποθέσεις για την ένταξη της χώρας στο ευρώ. Δεν παραγνωρίζουμε και τη συμβολή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη

Ο Καραμανλής, συνέλαβε εξαρχής, με εξαιρετική προνοητικότητα, τη στρατηγική αξία του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ένωσης. Δεν είχε όμως η παράταξή του – εκείνη την περίοδο- την ικανότητα (ιδεολογικοπολιτική) να την υλοποιήσει. Το ιστορικό κενό κάλυψε το ΠΑΣΟΚ.

Το καλοκαίρι του 1992, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ψήφισε στη Βουλή τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που αφορούσε την θεσμοθέτηση της Ε.Ε και κυρίως της ΟΝΕ (Οικονομική Νομισματική Ένωση). Την ψήφισαν επίσης και το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ με ισχυρές όμως κριτικές παρατηρήσεις και επιφυλάξεις, ως προς την «ατελή αρχιτεκτονική της» ως προς τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις της και το δημοκρατικό έλλειμμά της.

Από τη σχεδόν «προφητική» ομιλία στη Βουλή του Ανδρέα Παπανδρέου (28/07/1992) – αξίζει να την διαβάσει κάποιος σήμερα- σταχυολογώ δύο φράσεις «Παραμένει βέβαια πάντα το ερώτημα, σ’ όλη αυτή την πορεία, εάν πορευόμαστε προς μια «ευρωπαϊκή Γερμανία» ή προς μια «Γερμανική Ευρώπη». Kαι πιο κάτω «Οι δείκτες- στόχοι της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, συνιστούν το όραμα ενός «ευρωπαίου τραπεζίτη» και εκφράζουν κατά κύριο λόγο τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της σημερινής Ευρώπης».

Αλλά και η απόφασης της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΝ της Αριστεράς και της Προόδου (18/07/1992), επιβεβαιώνει τον σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό του, την ανάγκη του συμβιβασμού, που περιέκλειε το Μάαστριχτ, ενώ παράλληλα κάνει ισχυρή κριτική, διατυπώνει επιφυλάξεις αλλά και συγκεκριμένες προτάσεις, για το πώς πρέπει να προχωρήσει η Ευρώπη.

Για την Ανανεωτική και την Ριζοσπαστική Αριστερά, παρά τις διακυμάνσεις και τους προβληματισμούς, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός αποτελεί μια σταθερή κατεύθυνση.

Κατανοεί ότι η ΕΕ και η εξέλιξη της, συναρτάται με τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς που διαμορφώνονται συνολικά στην Ευρώπη θεωρεί τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προνομιακό πεδίο διεκδίκησης και πολιτικής αντιπαράθεσης για τη χώρα. Η Αριστερά, δεν ήταν και δεν είναι, εξ’ ορισμού, με την εθνική περιχαράκωση, ιδίως σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον – χωρίς κανόνες- ούτε ο εθνικο-λαϊκισμός υπήρξε ποτέ πολιτικο-ιδεολογικό υπόβαθρο της.

Θυμηθήκαμε την γενεσιουργό συνθήκη της ΕΕ και την Ελληνική Βουλή, που την επικύρωσε, για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί σχεδόν… 23 χρόνια μετά, οι κριτικές παρατηρήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΣΥΝ επιβεβαιώνονται σχεδόν με απόλυτο τρόπο. Και δεύτερον, γιατί η αντιπαράθεση πολιτικών δυνάμεων, δηλαδή συντηρητικών- νεοφιλελεύθερων από την μια και Αριστεράς – σοσιαλιστών από την άλλη και τότε και σήμερα, παρ’ όλες τις…. τεθλασμένες πορείες των τελευταίων χρόνων, εξακολουθεί να υπάρχει.

Η οικονομική κρίση, οι τρομοκρατικές επιθέσεις και το προσφυγικό δημιουργούν “τριγμούς” στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, και εντείνουν τις τάσεις ιστορικής αναδίπλωσης. Η λιτότητα διαλύει σιγά-σιγά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο Γερμανικός ηγεμονισμός δημιουργεί αρνητικό περιβάλλον και αντιδράσεις. Οι απαιτήσεις της Βρετανίας, υπονομεύουν τις ενωτικές διαδικασίες, που έχει σήμερα ανάγκη η ΕΕ.

Παρ’ όλα αυτά, και μια «Κακή Ευρώπη» είναι ακόμα καλύτερη από μία διάλυση.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, με βάση και τις ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην Πορτογαλία και την Ισπανία, η ανάγκη συνεργασίας στην Ευρώπη, των σοσιαλιστών, των σοσιαλδημοκρατών, της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς και άλλων προοδευτικών ομάδων και κινημάτων, πάνω σ’ ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα, είναι περισσότερο παρά ποτέ μεγάλη.

Ας μην ξεχνάμε ότι η σοσιαλδημοκρατία, παρά την υπαρξιακή κρίση της, αποτελεί ακόμα την πιο ισχυρή έκφραση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αν θέλουμε να αποκρουσθούν οι πολιτικές της ακραίας λιτότητας και να αποκατασταθεί το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, η συμμαχία ριζοσπαστικής Αριστεράς και σοσιαλδημοκρατίας είναι αναγκαία πολιτική προϋπόθεση.

Και στην Ελλάδα, πρέπει να προχωρήσουμε μέσα από ένα τέτοιο δρόμο, αίροντας σταδιακά τις δυσκολίες συνεργασίας και τα «τραύματα» του παρελθόντος, αποκαθιστώντας σταδιακά τις σχέσεις εμπιστοσύνης.

Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων απέδειξε: Πρώτον ότι η νομισματική ένωση χωρίς πολιτική ενοποίηση, είναι αδύνατον να υπάρξει στον ευρύτερο χρόνο με τη σημερινή της μορφή. Δεύτερον, οι πολιτικές ακραίας λιτότητας, για γρήγορη μείωση του χρέους, εμποδίζουν την ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της κρίσης. Η υπερβολική μείωση των ελλειμμάτων τροφοδοτεί την κρίση καθυστερώντας την ανάπτυξη. Τρίτον, η Ελλάδα σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς δείκτες- παρά τη σχετική μυθολογία- εφάρμοσε περισσότερες μεταρρυθμίσεις από το 2007 και μετά, συγκριτικά με άλλες προβληματικές χώρες, ενώ ελέγχεται και η «ποιότητα» των μεταρρυθμίσεων που της επεβλήθησαν.

Το καλοκαίρι μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μην κατάφερε να ανατρέψει το κυρίαρχο στην Ευρώπη «δόγμα της λιτότητας», αποφεύγοντας να διακινδυνέψει της θέση της χώρας στο ευρώ, αφού το ελληνικό υπόδειγμα κρίθηκε επικίνδυνο για τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ρήγματα όμως πολιτικά και κοινωνικά έχουν γίνει, καθώς συνειδητοποιείται ευρύτερα το κοινωνικό αδιέξοδο των πολιτικών αυτών.

Το πολιτικό διακύβευμα είναι, μια Ευρώπη υπό την εποπτεία των αγορών ή μία αγορά υπό την εποπτεία μιας πολιτικά ενοποιημένης Ευρώπης, με δημοκρατικά νομιμοποιημένες πολιτικές διαδικασίες;

Δύο… φαντάσματα πλανιούνται στην Ευρώπη. Το ένα είναι πλαστό και αφορά την … δήθεν λαϊκίζουσα ριζοσπαστική Αριστερά που απειλεί την σταθερότητα στην Ευρώπη. Το άλλο φάντασμα είναι πραγματικό. Η ξενοφοβική εθνικιστική δεξιά, που αμφισβητεί μέσω του ευρωσκεπτικισμού τα θεμέλια και την ανάγκη ύπαρξης της Ένωσης και του ευρώ.

Η επιβίωση της Ευρώπης, απαιτεί ισχυρή φιλοευρωπαϊκή Αριστερά, ισχυρή σοσιαλδημοκρατία αλλά και σοβαρή χριστιανοδημοκρατία, που μπροστά στο «φόβο» της Αριστεράς, δε θα υιοθετεί στοιχεία της ατζέντας της Ακροδεξιάς.
Αυτά που απειλούν σήμερα την Ευρώπη είναι η πολιτικές λιτότητας και η δεξιά εθνικιστική αναδίπλωση.

Γι΄ αυτό ο ρόλος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι χρήσιμος και κρίσιμος, σ’ ένα εξαιρετικά αντιφατικό ευρωπαϊκό περιβάλλον, που «αυτοϋπονομεύει» την ολοκλήρωση της Ε.Ε και την οδηγεί σε «κατακερματισμό»…

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, 11/01/2016