“Τεχνοκρατική Ευρώπη και φονταμενταλιστικό Ισλάμ”. Του Θεόδωρου Γεωργίου

by/ 0 Comments / 75 View / 19/04/2016

Με αφορμή τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες, σε παγκόσμια κλίμακα διεξάγονται συζητήσεις και διαβουλεύσεις (στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο), αναπτύσσονται απόψεις και διατυπώνονται ιδέες οι οποίες διεκδικούν το επιστημολογικό καθεστώς της ερμηνείας των τρομοκρατικών συμβάντων.

Με μία πρώτη ματιά μπορούμε να χωρίσουμε τα επονομαζόμενα ερμηνευτικά σχήματα των τρομοκρατικών συμβάντων σε τρεις κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει τα εμπειρικά σχήματα, η δεύτερη συνδέεται με την περιγραφική ανάλυση και η τρίτη αυτοπροσδιορίζεται ως κριτική και αναστοχαστική ερμηνεία.

Κατά την εμπειρική ανάλυση, οι τρομοκρατικές επιθέσεις είναι πράξεις δρώντων, οι οποίοι ανήκουν σε συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, για την οποία τα πρωτεία του συλλογικού συνειδησιακού αυτοπροσδιορισμού της κατέχει η ισλαμική θρησκεία και ακόμη περισσότερο η ισλαμική κοσμοθεωρία. Στη συγκεκριμένη ανάλυση πρωτεύουσα θέση κατέχει η θεωρία των κινήτρων και η ανάλυση ενός ολοκληρωμένου αιτιοκρατικού και φυσιοκρατικού σχεδίου επίθεσης.

Είναι σαφές για κάθε λογικό κοινό νου ότι μία τέτοιου τύπου ανάλυση, η οποία μπορεί ως γενικό σχήμα να εφαρμοστεί για οποιοδήποτε ανθρώπινο συμβάν, δεν μπορεί να προσφέρει πολλά στην κατανόηση των τρομοκρατικών επιθέσεων. Θα υποστήριζε κανείς ότι η τυπική εμπειρική και φυσιοκρατική αυτή προσέγγιση οδηγεί σε εσφαλμένα πολιτικά συμπεράσματα και σε λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις.

Και υπάρχει το ενδεχόμενο, Ευρωπαίοι πολιτικοί να υιοθετήσουν ως θεμέλιο της πολιτικής αντιμετώπισης της τρομοκρατίας αυτό το ερμηνευτικό σχήμα. Και τότε, τα πολιτικά πράγματα στην Ευρώπη να χειροτερεύσουν.

Η δεύτερη κατηγορία ερμηνευτικών σχημάτων που τείνει να επικρατήσει στη διεθνή κοινή γνώμη είναι η περιγραφική ανάλυση, η οποία έχει την καταγωγή της στη σχηματική «μεγάλη αφήγηση» του Σάμιουελ Χάντιγκτον, σύμφωνα με τον οποίο Δύση και Ισλάμ συγκρούονται ως πολιτισμικές οντότητες, ως πολιτισμικά συστήματα. Η θεωρία της «σύγκρουσης των πολιτισμών» με εντελώς άκριτο τρόπο αναβίωσε από πολλούς πολιτικούς αναλυτές και επιστήμονες.

Δεν έκαναν το ίδιο όμως φιλόσοφοι και στοχαστές, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά την ιδιαιτερότητα του νέου κοινωνικού αντικειμένου, το οποίο μόλις τώρα αρχίζει να διαμορφώνεται. Το ερμηνευτικό σφάλμα του περιγραφικού σχήματος έγκειται στο εξής παράδοξο: ενώ από τη μία ανασύρει από το ιστορικό παρελθόν τη διένεξη ανάμεσα στη Δύση και το Ισλάμ ως δομική πολιτισμική διαφορά σε παγκόσμια κλίμακα, από την άλλη επιδιώκει να την καταστήσει γενική και καθολική ανθρώπινη κατάσταση, κάτι το οποίο δεν έγινε ούτε στην ιστορική φάση των συγκρούσεων ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο κοσμοσυστήματα.

Τελικά σε μία εποχή κατά την οποία το «τέλος των ιδεολογιών» είναι χειροπιαστό και ακόμη περισσότερο σε μία εποχή που οι ίδιες οι κοσμοθεωρίες αναγνωρίζουν τη θεωρητική φτώχεια τους, το ερώτημα που τίθεται διατυπώνεται ως εξής: Μπορεί να απαλλαγεί και ο κοινός νους και η πολιτική (επομένως και οι πολίτες και οι πολιτικώς δρώντες) από τα δήθεν ερμηνευτικά σχήματα ιδεολογικής και αποκαλυπτικής έμπνευσης;

Στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες δεν συγκρούεται η Δύση με το Ισλάμ. Δεν έχουμε να κάνουμε με πόλεμο ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, σε δύο θρησκείες, σε δύο κοσμοθεωρίες.

Η τρίτη κατηγορία των ερμηνευτικών σχημάτων, τα οποία βλέπουν δειλά-δειλά το φως της δημοσιότητας ανήκουν στην κριτική θεωρία, σύμφωνα με την οποία κάθε σκεπτόμενος πολίτης και πολιτικός οφείλει να ανατρέξει σε δύο αφετηριακά σημεία: πρώτον, στην παρούσα και υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων σχετικά με την Ευρώπη και το Ισλάμ και, δεύτερον, στην ιστορική καταγωγή και των δύο οντοτήτων.

Γιατί και οι δύο οντότητες έχουν υποστεί πολλούς λογικούς και συνειδησιακούς μετασχηματισμούς, για να φτάσουν στη σημερινή κατάσταση. Το κριτικό και αναστοχαστικό ερμηνευτικό σχήμα λοιπόν (στο οποίο ανήκει και ο συγγραφέας αυτού του κειμένου) υποστηρίζει ότι η Ευρώπη κατά τον 21o αιώνα μετασχηματίζεται σε τεχνοκρατική οντότητα και παύει να είναι πολιτικό υποκείμενο.

Από την άλλη το Ισλάμ όχι ως σύνολο, αλλά ως ειδική εκδοχή, αυτονομείται και μετατρέπεται στην Ανατολή σε «Ισλαμικό κράτος» και στη Δύση σε πληθυσμιακή κοινωνική ομάδα, η οποία δεν εντάσσεται και δεν ενσωματώνεται στο διαφωτιστικό κοσμοείδωλο.

Τα προάστια των Παρισίων και των Βρυξελλών και οι πόλεις του «Ισλαμικού κράτους» είναι οι τόποι του φονταμενταλιστικού Ισλάμ. Από την πλευρά της Ευρώπης, όλοι εμείς οι ελεύθεροι Ευρωπαίοι πολίτες διαπιστώνουμε ότι οι Βρυξέλλες είναι ο τόπος της τεχνοκρατικής Ευρώπης.

Ως σύνοψη τονίζουμε τα εξής: Η κριτική και αναστοχαστική ερμηνεία των τρομοκρατικών συμβάντων, πρώτον, τονίζει την ιστορική ιδιαιτερότητα των συμβάντων και, δεύτερον, επισημαίνει ότι στον βαθμό που η Ευρώπη από τη μία επιλέγει για τον εαυτό της την τεχνοκρατική εκδοχή της και δεν ακολουθεί την ιστορική έλλογη πορεία του πνεύματός της και το Ισλάμ από την άλλη στην ιστορική του εξέλιξη αναζητεί δρόμους φονταμενταλιστικής αναδίπλωσης, πάντοτε θα υπάρχουν πολιτικοί τόποι σύγκρουσης.

Το μεγάλο ζητούμενο είναι πότε επιτέλους θα υπάρξουν στην εποχή μας Ευρωπαίοι πολιτικοί, οι οποίοι θα επαναπροσδιορίσουν το ευρωπαϊκό όραμα στα χνάρια των Χούσερλ και Χάμπερμας. Στην ιστορική προοπτική του πολιτικού διαφωτισμού.

* Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 19/04/2016