Πώς ο Σολτς έγινε το μεγάλο φαβορί για την καγκελαρία – Του Tony Barber

by/ 0 Comments / 0 View / 09/09/2021

H πολιτική αλλαγή στη Γερμανία εμφανίζεται ενδεδυμένη με τον μανδύα της συνέχειας. Σε ένα έθνος τραυματισμένο από την ιστορία του τον 20ό αιώνα, τα παραδοσιακά κόμματα κερδίζουν τις εκλογές υποσχόμενα να διαφυλάξουν τη σταθερότητα, την ευημερία και τον διεθνή σεβασμό που ανακτήθηκε μετά τη δημιουργία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας το 1949.

Ενίοτε, ωστόσο, οι τετριμμένες διαβεβαιώσεις περί σταθερότητας μπορούν να αποτελούν πρελούδιο αξιοσημείωτων μεταστροφών στην οικονομική και εξωτερική πολιτική.

Μια τέτοια στιγμή σημειώθηκε το 1969, όταν η πρώτη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της μεταπολεμικής εποχής εφάρμοσε την Οστπολιτίκ, που συμφιλίωσε τη Δυτική Γερμανία με τους κομμουνιστές γείτονές της στην Ανατολή. Μια άλλη τέτοια στιγμή σημειώθηκε το 2002, όταν ο επανεκλεγμένος κυβερνητικός συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών (SPD) και Πρασίνων προχώρησε σε ριζικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και το κοινωνικό κράτος της Γερμανίας.

Καθώς η Μέρκελ ετοιμάζεται να αποχωρήσει από την καγκελαρία μετά από 16 χρόνια, το ερώτημα που πλανάται πάνω από τις εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου στην Bundestag είναι κατά πόσον η Γερμανία είναι και πάλι προ των πυλών μιας σημαντικής αλλά συγκαλυμμένης αλλαγής. Προς έκπληξή του, το SPD είναι για μια ακόμα φορά στο επίκεντρο των εξελίξεων. Γιατί το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της προεκλογικής μάχης στη Γερμανία είναι η μεταμόρφωση του SPD από ένα κόμμα που πριν από τέσσερις μήνες φαινόταν καταδικασμένο σε μια καταστροφική ήττα, σε ένα που έχει πλέον την ευκαιρία να ηγηθεί της επόμενης κυβέρνησης.

Το SPD βρίσκεται σε άνοδο εν μέρει λόγω των νωθρών προεκλογικών εκστρατειών των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) της Μέρκελ και των Πρασίνων. Και τα δύο κόμματα είχαν βρεθεί στην κορυφή των δημοσκοπήσεων νωρίτερα φέτος, αλλά έχασαν έδαφος, καθώς οι ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη στους υποψήφιούς τους για την καγκελαρία, στον Άρμιν Λάσετ του CDU και την Αναλένα Μπέρμποκ των Πρασίνων. Τώρα φαίνεται πως οι ψηφοφόροι βλέπουν ως προτιμότερο αντικαταστάτη της Μέρκελ τον Όλαφ Σολτς του SPD, ο οποίος είναι υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή της και αντικαγκελάριος.

Ήρεμος, ενημερωμένος και σοβαρός όπως και η κα Μέρκελ, ο κ. Σολτς πλασαρίστηκε ως ένας πιο αξιόπιστος υποψήφιος να συνεχίσει την κληρονομιά της έναντι των αντιπάλων του. Η προεκλογική του καμπάνια επιδίωξε να αναδείξει τις μεταξύ τους ομοιότητες. Το σύνθημα μιας προεκλογικής διαφήμισης ήταν «er kahn Kanzlerin», το οποίο σημαίνει «μπορεί να γίνει καγκελάριος», αλλά με το ουσιαστικό να κλίνεται ως θηλυκό, για να θυμίσει στους ψηφοφόρους την κα Μέρκελ.

O Σολτς δεν έχει πολλά κοινά με την αριστερή βάση του SPD, τόσο λόγω ταμπεραμέντου όσο και λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Όπως ο Χέλμουτ Σμιντ, πρώην καγκελάριος του SPD, έφτιαξε την πολιτική του καριέρα στο Αμβούργο, ένα λιμάνι του οποίου οι πολίτες φημίζονται για την κοινή λογική τους. Ήταν ο Σμιντ αυτός που κάποτε είπε: «Όποιος έχει οράματα, πρέπει να επισκεφτεί έναν γιατρό».

Eκ πρώτης όψεως, υπάρχουν κάποιοι λόγοι για τους οποίους η καγκελαρία του Σολτς μπορεί να σηματοδοτήσει μια μεταστροφή από την εποχή Μέρκελ. Η πλατφόρμα του SPD υπόσχεται να καταστήσει τη στέγαση πιο φθηνή και να αυξήσει τον κατώτατο μισθό στα 12 ευρώ από 9,60 ευρώ την ώρα. O Σολτς μιλάει για τόνωση των επενδύσεων στην εκπαίδευση και την ψηφιοποίηση. Αλλά ως προστάτης των δημόσιων οικονομικών της Γερμανίας, είναι αναγκασμένος να συμμορφωθεί με τον συνταγματικά κατοχυρωμένο κανόνα για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Υποστηρίζει ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της Ε.Ε., που κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το βρίσκουν πολύ περιοριστικό δημοσιονομικά, είναι ήδη αρκετά ευέλικτο.

Επιπλέον, οποιαδήποτε αξιολόγηση του Σολτς ως μελλοντικού καγκελάριου πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την επίδοση του SPD στις κάλπες και των δυνητικών κυβερνητικών του εταίρων. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να θέσουν πολύ σημαντικούς περιορισμούς σε μια κυβέρνηση υπό τον Σολτς.

Κατ’ αρχάς, έχουν περάσει προ πολλού οι ημέρες όπου, όπως το 1998, ανέβηκε στην εξουσία με 41% των ψήφων. Το κόμμα συγκέντρωσε μόλις 23% το 2009, 25,7% το 2013 και 20,5% το 2017. Το γεγονός ότι το SPD βρίσκεται πλέον στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων με ποσοστό αρκετά κάτω από το 30% δεν είναι σημάδι της ευρείας απήχησής του, αλλά ένδειξη του κατακερματισμένου γερμανικού πολιτικού τοπίου, με έξι μεγάλα κόμματα.

Ως εκ τούτου, το SPD θα πρέπει να συγκυβερνήσει με άλλα δύο κόμματα, αν και όχι με το CDU, διότι τόσο τα δύο κόμματα όσο και το εκλογικό σώμα δεν θέλουν άλλους «μεγάλους συνασπισμούς». Ο πιο προφανής εταίρος είναι οι Πράσινοι, με τους οποίους το SPD μοιράζεται κάποιες κοινές θέσεις στην οικονομική πολιτική. Αλλά οι φιλελεύθεροι Ελεύθεροι Δημοκράτες θα ήταν παράξενη επιλογή εταίρου, δεδομένων των απαιτήσεών τους για φορολογικές ελαφρύνσεις και την αντιπάθειά τους στις μεγάλες δημόσιες επενδύσεις. Όσον αφορά το ριζοσπαστικά αριστερό Die Linke, ο Σολτς δεν το έχει αποκλείσει, αλλά μπορεί να θεωρεί μη ανεκτή την εχθρική του στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ.

Η κατακλείδα είναι ότι αν το SPD κέρδιζε τις εκλογές, απλά και μόνο η συγκρότηση ενός κυβερνητικού συνασπισμού θα ήταν δύσκολο εγχείρημα. Η συγκυβέρνηση με δύο ακόμα κόμματα θα περιορίσει τη δυνατότητά του να θέσει μια τολμηρή ατζέντα όπως συνέβη τότε που ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της κυβέρνησης το 1969-82 και 1998-2005.

Η αλλαγή στη Γερμανία είναι προ των πυλών μόνο και μόνο από την αποχώρηση της κας Μέρκελ, αλλά πόση ακριβώς αλλαγή είναι ένα ζήτημα προς συζήτηση.

euro2day.gr, financial times