Προαναγγελθείσα ανατροπή – του Γιώργου Καπόπουλου

by/ 0 Comments / 1 View / 23/08/2021

Στην κυριολεξία η επιστροφή των Ταλιμπάν στην Καμπούλ συνιστά χρονικό προαναγγελθείσας ανατροπής με αφετηρία τις συνομιλίες ανάμεσα στην ηγεσία τους και τις ΗΠΑ που αφορούσαν τη μεθόδευση της αποχώρησης των αμερικανικών δυνάμεων και την παλινόρθωση του ισλαμικού καθεστώτος στο Αφγανιστάν.

Αν υπάρχει έκπληξη, αυτή αφορά την ταχύτητα της κατάρρευσης των κυβερνητικών δυνάμεων, οι οποίες προεξοφλώντας τις εξελίξεις παραδόθηκαν-προσχώρησαν στους Ταλιμπάν.

Δεν είναι μόνο η εικόνα των ελικοπτέρων στη στέγη της αμερικανικής πρεσβείας που παραπέμπει στην πτώση της Σαϊγκόν την άνοιξη του 1975 αλλά και η διαδικασία της απεμπλοκής των ΗΠΑ με μόνη ουσιαστική διαφορά τη χρονική διάρκεια.

Τον Φεβρουάριο του 1968 άρχισαν στο Παρίσι οι συνομιλίες ΗΠΑ – Βορείου Βιετνάμ με στόχο την απεμπλοκή των ΗΠΑ και τη «βιετναμοποίηση» του πολέμου – μια δύσκολη διαπραγμάτευση που χρειάστηκε πέντε χρόνια για να καταλήξει σε συμφωνία στις αρχές του 1973, με τους Βιετκόνγκ να καταλαμβάνουν τη Σαϊγκόν την άνοιξη του 1975.

Εδώ σταματούν οι ομοιότητες και οι αναλογίες και προβάλλει ανάγλυφη η κραυγαλέα αντίστιξη ανάμεσα στην εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και στο Αφγανιστάν.

Η εισβολή στο Αφγανιστάν τον Οκτώβριο του 2001 έναν και πλέον μήνα μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ουάσινγκτον και τη Νέα Υόρκη είχε την ομόθυμη στήριξη της διεθνούς κοινότητας, από τη Ρωσία του Πούτιν μέχρι και τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ. Η Μόσχα έδωσε το πράσινο φως για τη χρήση αεροδρομίων και στρατιωτικών βάσεων στην πρώην Σοβιετική Κεντρική Ασία, ενώ οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ενεργοποίησαν το σχετικό άρθρο του καταστατικού χάρτη της Ατλαντικής Συμμαχίας που προβλέπει αυτόματη αλληλεγγύη σε κράτος-μέλος που δέχεται επίθεση.

Η ευκαιρία για την Ουάσινγκτον ήταν μοναδική, καθώς δέκα χρόνια μετά τον πρώτο πόλεμο κατά του Ιράκ, την άνοιξη του 1991, και παρά τις αντιφάσεις και τις παλινδρομήσεις της αμερικανικής πολιτικής στα Βαλκάνια υπήρχε παγκόσμια ομοφωνία για καίριο πλήγμα κατά του ακραίου σουνιτικού φονταμενταλισμού στο Αφγανιστάν.

Ετσι, στη σκιά της παγκόσμιας ανησυχίας για την επόμενη επίθεση του Μπιν Λάντεν και της Αλ Κάιντα, η Ουάσινγκτον είχε μια μοναδική ευκαιρία να τερματίσει τις παρενέργειες της στήριξης που έδωσε μετά το 1979 στους κάθε λογής φονταμενταλιστές που συγκρούονταν με τις σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής.

Πολύ γρήγορα οι ΗΠΑ του Μπους υιού κατέστησαν σαφή την ατζέντα τους που στοχοποιούσε όχι κατά προτεραιότητα τους τζιχαντιστές-φονταμενταλιστές, αλλά όλες τις χώρες της περιοχής που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν περιφερειακό ρόλο και φιλοδοξούσε συνολικά στην επαναχάραξη του Χάρτη της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής, αρχής γενομένης με το Ιράκ. Η αντίφαση ήταν κραυγαλέα και είχε στρατηγικές διαστάσεις, καθώς πολύ γρήγορα οι ΗΠΑ προσδιόρισαν τον αραβικό εθνικιστικό ριζοσπαστισμό των μπααθικών καθεστώτων της Βαγδάτης και της Δαμασκού αλλά και την επιρροή της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή ως σημαντικότερη απειλή από τον σουνιτικό φονταμενταλισμό των Ταλιμπάν. Την παραπάνω αντίφαση συνειδητοποίησαν οι ΗΠΑ του Ομπάμα που άρχισαν να αναζητούν συνολική προσέγγιση με το Ιράν από τις αρχές του 2013, ενώ δύο χρόνια αργότερα συμμάχησαν de facto με τη Ρωσία στη μάχη κατά των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού κράτους» στη Συρία.

Οταν οι ΗΠΑ συνειδητοποίησαν ότι η κυρίαρχη πρόκληση για τα ζωτικά τους συμφέροντα αλλά και για την περιφερειακή σταθερότητα συνολικά ήταν ο σουνιτικός φονταμενταλισμός ήταν πλέον πολύ αργά για το Αφγανιστάν.

Efsyn.gr