“Οταν η επικοινωνία είναι η ουσία”. Του Κύρκου Δοξιάδη

by/ 0 Comments / 58 View / 24/05/2016

Στον τρέχοντα πολιτικό λόγο ή ακριβέστερα στον τρέχοντα δημόσιο λόγο περί πολιτικής, είθισται να χρησιμοποιούμε τις λέξεις «επικοινωνία» και «επικοινωνιακός» υποτιμητικά –ως κάτι που αντιδιαστέλλεται προς την ουσία ή την πραγματικότητα της πολιτικής.

Ετσι, όταν λέμε πως κάτι είναι «επικοινωνιακό», συχνά εννοούμε πως έγινε χάριν εντυπωσιασμού, στο πλαίσιο της δημαγωγίας, του «πολιτικού μάρκετινγκ» ή της διαφημιστικής καμπάνιας υπέρ ενός κόμματος ή πολιτικού προσώπου.

Αν μέναμε όμως σ’ αυτή τη χρήση του όρου «επικοινωνία», θα ξεχνούσαμε πως ο όρος, έστω και με τη στενή έννοια της δημοσιότητας, περιλαμβάνει τον δημόσιο λόγο εν γένει –που σημαίνει, μεταξύ άλλων, αλλά πρώτα και κύρια (εφόσον στην πολιτική αναφερόμαστε), την ιδεολογία: αυτόν τον επίσης παρεξηγημένο όρο, που συνηθίζουμε να θυμόμαστε μόνο προκειμένου να τον αντιπαραβάλουμε με τον «ρεαλισμό».

Να μιλάμε για την πολιτική ή για τα πολιτικά κόμματα αγνοώντας την ιδεολογία είναι περίπου σαν να μιλάμε για την Εκκλησία ξεχνώντας τη θρησκεία. Η ιδεολογία είναι η ουσία των πολιτικών κομμάτων, χωρίς τη μεν απλούστατα δεν θα υπήρχαν τα δε.

Κατά συνέπεια, η επικοινωνιακή πολιτική ενός κόμματος, δηλαδή η άσκηση πολιτικής στη σφαίρα της δημοσιότητας, πριν γίνει «πολιτικό μάρκετινγκ», δεν μπορεί παρά να είναι δύο πράγματα: Πρώτον, προβολή της ιδεολογικής του φυσιογνωμίας και, δεύτερον, αγώνας για την απόκτηση ιδεολογικής ηγεμονίας. Εξυπακούεται ότι τα δύο συνδέονται άρρηκτα.

Εξ ου και μια βασική διαφορά της ιδεολογίας από το μάρκετινγκ: το δεύτερο μπορεί να είναι επιφανειακό –υπό την έννοια ότι μπορεί να «πουλάς» μια εικόνα του εαυτού σου που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα προκειμένου να προσελκύσεις το ευρύ κοινό, χωρίς όμως να αλλοιώνεται αυτό που πραγματικά είσαι.

Ενα κόμμα όμως που με τον δημόσιο λόγο του και τις επικοινωνιακές πρακτικές του τείνει να ασκεί ιδεολογική ηγεμονία προς μια κατεύθυνση διαφορετική ή αντίθετη προς την ιδεολογική του ταυτότητα, αναπόφευκτα αναιρεί την τελευταία και αυτοπαγιδεύεται στην ιδεολογία του αντιπάλου.

Τούτη η διαφορά μεταξύ ιδεολογίας και μάρκετινγκ συνίσταται κυρίως στο ότι η πρώτη δεν έχει να κάνει με το «ίματζ» προσώπων ή κομμάτων, αλλά με κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο: η ιδεολογία είναι το πρόγραμμα και η στρατηγική ενός κόμματος, αυτό που υλοποιούν οι πρακτικές του, σε άμεση συνάρτηση με την αφήγηση που προβάλλει για την κοινωνία αλλά και για τη δική του θέση μέσα σ’ αυτήν ως προς τα ταξικά και ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα που εκπροσωπεί.

Παραδείγματα από την ελληνική πολιτική επικαιρότητα: Είναι ηλίου φαεινότερον ότι τα κόμματα της πρώην συγκυβέρνησης και νυν αντιπολίτευσης σε πολύ μεγάλο, αν όχι στο μεγαλύτερο, τμήμα της αντιπολιτευτικής τους ρητορικής επιδίδονται σε πολιτικό μάρκετινγκ.

Προσπαθούν –εις μάτην, ελπίζουμε– να κατασκευάσουν ένα «φιλολαϊκό ίματζ» του εαυτού τους, που βέβαια δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Το γεγονός αυτό ούτε στο ελάχιστο αλλοιώνει την πραγματική ιδεολογική τους ταυτότητα, η οποία ούτε κατά μισό χιλιοστό έχει απομακρυνθεί από τον νεοφιλελευθερισμό (για τη Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη μάλλον το αντίθετο ισχύει).

Το πρόγραμμα αλλά και τα ταξικά ερείσματα του ΣΥΡΙΖΑ προσδιόριζαν μέχρι πρότινος την ιδεολογική του φυσιογνωμία. Επρόκειτο για μία από τις σπάνιες ευτυχείς συγκλίσεις μεταξύ ιδεολογίας σε επίπεδο προγράμματος και στρατηγικής, αφενός, και αντίστοιχης πραγματικής εκπροσώπησης κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων, αφετέρου.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ με το τρίτο Μνημόνιο απολέσει επομένως τα ερείσματά του στις λαϊκές τάξεις, αυτό δεν θα οφείλεται σε ανεπιτυχές ή ανεπαρκώς πειστικό πολιτικό μάρκετινγκ -δηλαδή στο ότι αποδείχτηκε πως παραπλάνησε με ψέματα τον ελληνικό λαό όπως τον κατηγορεί η αντιπολίτευση-, αλλά στο ότι έχει αναιρέσει την ίδια την ιδεολογική του ταυτότητα.

Σε αυτό ειδικά το ζήτημα είναι κρίσιμη η τωρινή επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν αρκεί να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της πως θα κάνει ό,τι μπορεί για να απαλύνει τις οδυνηρές επιπτώσεις του νέου Μνημονίου, ιδίως για τις κατώτερες τάξεις.

Δεν αρκεί ούτε καν να αποδείξει με τα έργα της ότι είναι ειλικρινής ως προς αυτό. Αν θέλει να διατηρήσει την αριστερή ιδεολογική της ταυτότητα, θα έπρεπε να μη σταματήσει ούτε στιγμή να υπενθυμίζει με κάθε δυνατό τρόπο ότι το Μνημόνιο και οι πολιτικές που απορρέουν από αυτό δεν ήταν αλλά ούτε και είναι δική της επιλογή: ότι ήταν κάτι που εκβιάστηκε να αποδεχτεί και να εφαρμόσει χωρίς να συμφωνεί.

* Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας με ειδίκευση στην Επικοινωνία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 24/05/2016