Οι σχέσεις Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας σε νέα φάση – του Θεόδωρου Γεωργίου*

by/ 0 Comments / 2 View / 29/06/2021

Συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από τότε που τέθηκε σε ισχύ η «Συμφωνία των Πρεσπών», με την οποία επιλύθηκε μετά από δεκαετίες μία ενδοβαλκανική «αντιπαράθεση». Με τη συμφωνία αυτή, δύο εθνικά κράτη (η Ελλάδα και η Βόρεια Μακεδονία) της σύγχρονης εποχής, διακήρυξαν την πολιτική βούλησή τους να εγκαταλείψουν παρωχημένες εθνογενετικές διαδικασίες και να υπογράψουν ένα πολιτικό σύμφωνο για την μελλοντική πορεία και των δύο εθνικών κοινοτήτων.

Τί συμβαίνει όμως σήμερα τρία χρόνια μετά; Τα δύο σύγχρονα εθνικά κράτη και οι σχέσεις μεταξύ τους, βρίσκονται σε στασιμότητα, για να μην πω ότι κολυμπάνε σε λιμνάζοντα νερά. Οι Πρέσπες για τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη, αντί να αποτελέσουν την αφετηρία μίας νέας ιστορικής πορείας για τα δύο εθνικά κράτη, μετατρέπονται σε «εθνική παγίδα» όχι μόνον για την Δεξιά, αλλά και για την Ελλάδα που αυτοπροσδιορίζεται ως σύγχρονο εθνικό κράτος. Και από τις δύο πλευρές γίνονται πολιτικά λάθη: αναφέρω ενδεικτικά ότι Κ. Μητσοτάκης προσφάτως υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό, της Βόρειας Μακεδονίας, τον Ζόραν Ζάεφ, όχι με τον τίτλο του: πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, αλλά χρησιμοποίησε την έκφραση: ο πρωθυπουργός της γειτονικής χώρας! Από την άλλη πλευρά ο Ζόραν Ζάεφ, με αφορμή την συμμετοχή της χώρας του στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, έκανε κινήσεις που υπονομεύουν την συμφωνία. Και το «κερασάκι στην τούρτα» είναι η απόφαση του Ελληνικού Κοινοβουλίου (δηλ. της Ελληνικής Κυβέρνησης, δηλαδή του ίδιου του Πρωθυπουργού –αφού δεν ισχύει η αρχή της διάκρισης των πολιτικών εξουσιών) να αναστείλει επ’ αόριστον την κοινοβουλευτική επικύρωση των εφαρμοστικών της «Συμφωνία των Πρεσπών» πράξεων.

Με βάση αυτά τα εμπειρικά δεδομένα, καλούμαστε να εξετάσουμε το ζήτημα: σε ποιό σημείο βρίσκονται οι σχέσεις Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας στις μέρες μας, τη στιγμή κατά την οποία οι κυβερνήσεις των δύο χωρών, αντί να επεξεργασθούν πολιτικά προγράμματα περαιτέρω ιστορικών εξελίξεων στη βαλκανική ενδοχώρα, αναλώνουν τις δυνάμεις τους σε παρωχημένες σκιαμαμαχίες;

Τονίζω με έμφαση, ότι η «Συμφωνία των Πρεσπών» (μέγιστο πολιτικό κατόρθωμα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ) παρέχει την ιστορική δυνατότητα στην Ελλάδα να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια. Σ’ αυτήν την ιστορική συγκυρία η κυβέρνηση Μητσοτάκη οδηγεί την Ελλάδα σε ιστορική οπισθοδρόμηση.

Επειδή στην πολιτική φιλοσοφία, συνηθίζουμε μεν να εντοπίζουμε τις αρνητικές όψεις ενός πολιτικού φαινομένου, αλλά ταυτόχρονα επεξεργαζόμαστε και θεωρητικο-πολιτικά σχέδια εξόδου από τα αδιέξοδα, θα ήθελα, αγαπητοί αναγνώστες, να μου επιτρέψετε να σκιαγραφήσω, έστω και επιγραμματικά, τον τρόπο και τη μέθοδο με την οποία μπορούμε να απαλλαγούμε από την εθνικιστική ομφαλοσκόπηση που πρότεινε η κυβέρνηση Μητσοτάκη στον ελληνικό λαό για τη «Συμφωνία των Πρεσπών».

Μία σύγχρονη ορθολογική κυβέρνηση στον σύγχρονο κόσμο μας θα έβλεπε μπροστά και όχι πίσω. Το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα είναι να καταστεί ηγέτιδα δύναμη στα Βαλκάνια. Το κομματικό συμφέρον του Μητσοτάκη είναι να κρατηθεί ενωμένη η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ένα κόμμα της Δεξιάς που έχει παρακμάσει. Οι κομματικές ομάδες των Καραμανλή και Σαμαρά παραμονεύουν.

Τρεις, λοιπόν, είναι οι πολιτικοί άξονες κατά την δική μου θεωρητικο-πολιτική άποψη και έχουν τα εξής τρία ονόματα: πρώτον, να αποκατασταθεί η ηθικο-πολιτική σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στα δύο εθνικά κράτη. Δεύτερον, να ξεκινήσει η πολιτική συνεργασίας τους σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής (οικονομία, τουρισμός, πολιτισμός, κοινωνικός βιόκοσμος κ.λπ.) και τρίτον, επιτέλους να βρουν οι δύο χώρες τις κοινές ιστορικές προοπτικές τους στο μετα-εθνικό και υπερ-εθνικό μέλλον τους στα Βαλκάνια και την Ευρώπη.

*Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ στο ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ