«ΜΜΕ: Αλήθειες, ψέματα και … πειθαρχικά». Του Παν. Δ. Παναγιώτου (Παν-Παν)

by/ 0 Comments / 71 View / 20/04/2016

Είναι προφανές ότι η ελευθερία της γνώμης, της άποψης, του σχολιασμού ή της διατύπωσης πολιτικής θέσης από οποιονδήποτε πολίτη και βέβαια από κάθε δημοσιογράφο είναι απαραβίαστο δικαίωμα. Για τον τελευταίο, είναι και επαγγελματικό – λειτουργικό καθήκον. Ακόμα και αν διατυπώνεται η άποψη με οξύτητα και κριτική σκληρότητα, είναι δικαίωμα που προκύπτει από το Σύνταγμα και το ευρύτερο δικαιϊκό σύστημα της χώρας αλλά και από το ευρωπαϊκό Δίκαιο. Αρκεί βέβαια να μην παραβιάζεται η κοινή νομοθεσία.

Ζητήματα που έχουν σχέση με υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων, είναι δουλειά των αρμοδίων οργάνων, δηλαδή του ΕΣΡ για τα ραδιοτηλεοπτικά και της Δικαιοσύνης, όπου παραβιάζεται η κοινή νομοθεσία.

Τα θέματα αυτά όχι μόνο δεν λύνονται με «πειθαρχικά», αλλά δε θα έπρεπε να υπάρχουν «πειθαρχικά», καθώς παραπέμπουν σε ξεπερασμένες μορφές επαγγελματικής συντεχνίας. Θα αρκούσε μια επιτροπή δεοντολογίας με υψηλό κύρος, που θα διατύπωνε δημόσιες παρατηρήσεις και συστάσεις και θα δημιουργούσε ισχυρή και πραγματική κουλτούρα επαγγελματικής δεοντολογίας. Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με τα ΜΜΕ και τον Τύπο και όλα βαίνουν καλώς. Το αντίθετο ισχύει. Ένα επιχείρημα αρκεί: Στις έρευνες αξιοπιστίας της κοινής γνώμης τα ΜΜΕ καταλαμβάνουν μία από τις τελευταίες θέσεις, συνήθως, δε, κάτω και από τα πολιτικά κόμματα!

Ειδικά για τη ραδιοτηλεόραση, το Σύνταγμα (άρθρο 15 §2) προβλέπει ότι υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του κράτους, απαιτεί αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων και παραχωρεί τον σχετικό έλεγχο και τις επιβαλλόμενες κυρώσεις στο ΕΣΡ.

Για την επίμαχη περίοδο του δημοψηφίσματος, το ΕΣΡ εξέδωσε τέσσερις καταδικαστικές αποφάσεις επιβάλλοντας χρηματικά πρόστιμα, ή δε Εισαγγελία, έπειτα από σχετικές καταγγελίες, ερεύνησε το κατά πόσο διαπράχθηκαν αδικήματα που αφορούν την εκλογικά νομοθεσία από τους τηλεοπτικούς σταθμούς, απεφάνθη αρνητικά και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο…

Η προσωπική μου γνώμη, ως τηλεθεατή, (όση μικρή σημασία και αν έχει) είναι ότι κατά την περίοδο του δημοψηφίσματος, από τα περισσότερα κανάλια παραβιάστηκε η αρχή της «αντικειμενικής και με ίσους όρους» μετάδοσης ειδήσεων και πληροφοριών και σε αρκετές περιπτώσεις η δημοσιογραφική δεοντολογία.

Πολιτικά, ο ανισομερής τρόπος μετάδοσης του «ΝΑΙ» έναντι του «ΟΧΙ» από τα μεγαλύτερα κανάλια έφερε τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Ενίσχυσε τελικά το ΟΧΙ… Είναι ο τρόπος που «εκδικείται» μερικές φορές η πραγματικότητα την «εικονική πραγματικότητα» των μέσων!

Με αφορμή πάντως και τα «πειθαρχικά» έχει τεθεί και τίθεται ένα πολύ πιο σοβαρό θέμα από την αντιπολίτευση και μερίδα των ΜΜΕ, ότι η κυβέρνηση έχει θέσει ως «στόχο» τον περιορισμό της ελευθερίας του τύπου, και των ΜΜΕ.

«Θα μας κάνουν… Βόρεια Κορέα» φωνάζει ο ένας, «Ερντογάν ο … Τσίπρας» ο άλλος. Και ο πιο …μετριοπαθής βλέπει ότι «κινδυνεύουμε να γίνουμε Ουγγαρία του Ορμπάν»!

Για την αξία και τη σοβαρότητα όλων αυτών, αρκεί κάποιος να δει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων (99% κριτική στη κυβέρνηση), ν’ ακούσει ραδιόφωνο και να δει τα δελτία ειδήσεων και τις πολιτικές τηλεοπτικές εκπομπές. Δε χρειάζεται τίποτε άλλο… Μετά τον «εθνικο-λαϊκίστικο» ΣΥΡΙΖΑ (που δήθεν η στάση του στο προσφυγικό δείχνει… εθνικισμό! Και το ασφαλιστικό και το φορολογικό που δήθεν συνιστούν… λαϊκίστικες πολιτικές!), η νέα «δαιμονοποίηση» είναι ο κίνδυνος της «ελευθερίας του Τύπου».

Ο φανατισμός κατά του ΣΥΡΙΖΑ και η «δαιμονοποίηση» του δε βοηθάει την «ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής», κάτι που υποτίθεται επιδιώκουν οι πιο «φανατικοί»… Δε γίνεται έτσι. Ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί η στάση τους από την κάκιστη «δαιμονοποίηση» που είχε κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν ήταν αντιπολίτευση, στις τότε κυβερνήσεις. Οι πολιτικές δυνάμεις δεν πρέπει να λειτουργούν «συμψηφιστικά». Άλλο πράγμα βέβαια η κριτική και η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση, που είναι απολύτως ευπρόσδεκτες στη δημοκρατία. Η «δαιμονοποίηση» κουβαλάει πάντα στοιχεία πολιτικής στρέβλωσης.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση που επηρεάζει τη σημερινή κατάσταση των ΜΜΕ. Είναι η αυτόνομη «πολιτική ατζέντα» ορισμένων μιντιακών και επιχειρηματικών συμφερόντων που αντιδρούν στη νομιμοποίηση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου με τον τρόπο που επιδιώκει η κυβέρνηση, αρχής γενομένης με τη νόμιμη παραχώρηση, μέσω προκήρυξης, των τηλεοπτικών αδειών.

Επιδιώκουν τη «ματαίωση» του εγχειρήματος αυτού, προωθώντας τη διενέργεια άμεσων εκλογών, τη ματαίωση της σύνθεσης του ΕΣΡ κ.λπ. μέσω της πολιτικής ρυμούλκησης της αξιωματικής αντιπολίτευσης στους στόχους τους με «φόντο» τη δήθεν προσπάθεια φίμωσης της ελευθερίας των ΜΜΕ.

Προωθούν μια οξύτερη πολιτική δοσολογία κριτικής προς την κυβέρνηση, απ’ ότι τα ίδια τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα ήθελαν… Κατανοητό, όχι όμως και αποδεκτό.

Πράγματι, υπάρχει πρόβλημα με τα μέσα και τον Τύπο, αλλά με άλλα χαρακτηριστικά από αυτά που προβάλλονται. Η λύση του προϋποθέτει σοβαρό δημόσιο διάλογο, σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας, με στόχο μια καλύτερη και ουσιαστικότερη θεσμική ρύθμιση ευρύτατης αποδοχής…

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20/04/2016