“Μια ευρωπαϊκή «πληθυντική Αριστερά»;”. Του Γιάννη Μπαλαμπανίδη

by/ 0 Comments / 214 View / 08/01/2016

Το 2015 ήταν μια χρονιά την οποία εκλογολόγοι και πολιτικοί αναλυτές θα ευγνωμονούν: διπλές εκλογές και δημοψήφισμα στην Ελλάδα, εκλογές τον Μάιο στη Βρετανία, πορτογαλικές εκλογές την 4η Οκτωβρίου και πολωνικές την 25η, περιφερειακές εκλογές στη Γαλλία, εθνικές εκλογές στην Ισπανία πέντε ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα. Σε τι συνοψίζεται όμως αυτό το εκλογικό μωσαϊκό;

Κάτι αλήθεια συμβαίνει στο αριστερό τμήμα του πολιτικού φάσματος στην Ευρώπη -και αφήνοντας προς το παρόν κατά μέρος την εκρηκτική άνοδο της Ακροδεξιάς (Γαλλία, Πολωνία). Μια τάση μοιάζει να ξεδιπλώνεται στην «περιφέρεια», ιδίως στις χώρες που υπέστησαν προγράμματα λιτότητας, και να περικυκλώνει το κέντρο της Ευρώπης.

Στην ιδιάζουσα ελληνική περίπτωση, η εντυπωσιακή ανθεκτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ τού δίνει την ευκαιρία να κυριαρχήσει στο κεντρο-αριστερό φάσμα της πολιτικής σκηνής, σε μια ανίερη όμως συγκυβέρνηση με ένα ακραία δεξιό κόμμα.

Στην Πορτογαλία, «success story» των προγραμμάτων προσαρμογής, οι Σοσιαλιστές χρειάστηκαν τη σύμπραξη του ριζοσπαστικού Μπλόκο αλλά και του «παραδοσιακού» Κ.Κ. για να επανέλθουν στην εξουσία με συνθήματα κατά της λιτότητας στις σημαίες τους.

Η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, είτε κανείς την αξιολογεί ως πραγματισμό είτε ως συνθηκολόγηση, δεν φρέναρε αυτή τη δυναμική, αλλά μάλλον λειτουργεί ως οδηγός. Το Podemos, υιοθετώντας μία πιο μετριοπαθή οικονομική ρητορική και δεσμευόμενο σαφώς στην ευρωπαϊκή τροχιά της Ισπανίας, επέλεξε παρομοίως την «πλειοψηφική» στρατηγική από μια ριζοσπαστική differentia specifica.

»Επιλογή που απέδωσε εκλογικά οφέλη και του επιτρέπει τώρα να διαπραγματεύεται, βάζοντας στην ατζέντα θέματα όπως οι ανισότητες ή η διαφθορά, με το PSOE που με τη σειρά του αποκλείει κάθε συμμαχία με το Λαϊκό Κόμμα επιλέγοντας υπέρ μιας «προοδευτικής διακυβέρνησης».

Tα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς από τη θέση του «παρία» μετατοπίζονται σε θέσεις δυνάμει κυβερνητικού «συμμετόχου» της εθνικής πολιτικής ζωής σε μια σειρά χώρες (ενώ αναμένονται και οι ιρλανδικές εκλογές, όπου το Sinn Féin ενισχύεται έναντι των Εργατικών).

Κάτι ενδιαφέρον συντελείται όμως και στην απέναντι όχθη, της Σοσιαλδημοκρατίας, είτε μέσα στη διαλεκτική σχέση των σοσιαλιστικών κομμάτων με τα αριστερά, όπως στην Πορτογαλία και την Ισπανία, είτε στο εσωτερικό τους, όπως συνέβη στη Βρετανία, όπου οι εκλογές άνοιξαν τον δρόμο για μια στροφή επ’ αριστερά στην ηγεσία των Εργατικών. Αν οι σοσιαλιστές στον Νότο πιέζονται από τη ριζοσπαστική Αριστερά, στον Βορρά πλαγιοκοπούνται από δεξιά εθνικιστικά-λαϊκιστικά κόμματα ή βρίσκονται σε στρατηγική αμηχανία στη σκιά της κυρίαρχης κεντρο-Δεξιάς.

Οι Εργατικοί είναι μια περίπτωση εμβληματική. Η ανανέωση των Νέων Εργατικών στα 1990 αποδείχθηκε πετυχημένη στα χρόνια της ανάπτυξης αλλά επιφανειακή στα χρόνια της κρίσης.

Η νίκη του αουτσάιντερ Τζέρεμι Κόρμπιν, που κατάφερε να κινητοποιήσει τις «χαμένες φυλές» της βρετανικής Αριστεράς, είναι σημαίνουσα και μόνο επειδή έδειξε στον καθρέφτη το είδωλο ενός κόμματος γραφειοκρατικοποιημένου, «επαγγελματικού», επικεντρωμένου στο κράτος και την κυβέρνηση, ανήμπορου να εμπνεύσει ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες, όπως σημειώνει ο πολιτικός επιστήμονας Nick Pearce («In the valley of death. Labour and the disintegration of social democracy», New Statesman, 7-9-2015).

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μία εικόνα με δύο όψεις. Η ριζοσπαστική Αριστερά αναπτύσσει δυναμική ακριβώς στον βαθμό που καλύπτει τον χώρο πολιτικής εκπροσώπησης που αφήνει κενό η Σοσιαλδημοκρατία, καθώς τείνει να γίνει μια δύναμη υπερβολικά μετριοπαθής και «φιλελεύθερη» η οποία αποδέχεται πλήρως τις αγορές σε βάρος της ρύθμισης, εγκαταλείπει τον κεϊνσιανισμό υπέρ της δημοσιονομικής σταθερότητας, εστιάζει σε μετα-υλιστικές θεματικές υποβαθμίζοντας τη μέριμνα για αναδιανομή. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι κοινωνίες μετατοπίζονται αυτομάτως σε ριζοσπαστικές αριστερές θέσεις.

Η ριζοσπαστική Αριστερά, που πολιτικοποιεί τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό αλλά δυσκολεύεται να εξοικειωθεί με τη διακυβέρνηση, την ίδια στιγμή που πολιορκεί τη Σοσιαλδημοκρατία λειτουργεί και ως μοχλός αναζωογόνησής της, επαναφοράς της στην απαράγραπτη διάκριση Αριστερά-Δεξιά και στο κοινωνικό ρίζωμα.

Το τέλος της Σοσιαλδημοκρατίας, που πολλοί προφήτευσαν, δεν έρχεται, τουλάχιστον όχι ακόμη. Από την άλλη, η ριζοσπαστική Αριστερά δεν επιβεβαιώνει το όνειρο μιας καλπάζουσας δύναμης αδιαμεσολάβητης ανατροπής του νεοφιλελευθερισμού.

Κατάσταση παράδοξη: μοιάζει σαν η ριζοσπαστική Αριστερά να μην μπορεί να κυβερνήσει μόνη της και η Σοσιαλδημοκρατία να δυσκολεύεται να κυβερνήσει χωρίς την Αριστερά. Αυτό λοιπόν που γίνεται ξανά ενδιαφέρον είναι η σχέση ανταγωνισμού/συμμαχίας των δύο πολιτικών χώρων και οι εκατέρωθεν μετατοπίσεις.

Ας θέσουμε ένα προκλητικό ερώτημα: Το κόκκινο νήμα που συνδέει πολλές από τις εκλογικές αναμετρήσεις της περασμένης χρονιάς είναι άραγε η ανάδυση μιας «πληθυντικής Αριστεράς» σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Κάτι δηλαδή σαν την «gauche plurielle», τη συμμαχία Σοσιαλιστών, Κομμουνιστών και Πρασίνων υπό τον Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία του 1997-2002, όπου η πλουραλιστική συνύπαρξη δεν σήμαινε και την άρνηση των ιδιαιτεροτήτων κάθε συνιστώσας; Εγχείρημα που έμεινε στη σκιά του ηγεμονικού τότε μπλερικού Τρίτου Δρόμου, κι ωστόσο μοιάζει σήμερα απρόσμενα κατάλληλο για να περιγράψει μια αναδυόμενη νέα πολιτική ισορροπία.

*Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών»