Και μετά την κυρία Μέρκελ; – του Δημήτρη Κώνστα

by/ 0 Comments / 3 View / 13/05/2021

Πριν από λίγες ημέρες, με την εκλογή του Αρμιν Λάσετ ως υποψήφιου των Χριστιανοδημοκρατών για τις ομοσπονδιακές εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου, ξεκίνησε και επίσημα η διαδικασία απομάκρυνσης της Ανγκελα Μέρκελ από την κεντρική πολιτική σκηνή της Γερμανίας και της Ευρώπης, της πρώτης καγκελαρίου από την Ανατολική Γερμανία και της πρώτης γυναίκας σε αυτό το αξίωμα.

 

Πριν από την πανδημία, η Γερμανία της Μέρκελ αναδείχθηκε τέταρτη παγκόσμια οικονομική δύναμη με υψηλή ποιότητα ζωής, σχεδόν πλήρη απασχόληση και εντυπωσιακά πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Ομως η καταστροφική, μέχρι τώρα, εξέλιξη της πανδημίας και μια σειρά από οικονομικά σκάνδαλα μπορεί να της στερήσουν την υστεροφημία της «μεγάλης καγκελαρίου».

Δύο από τις μεγαλύτερες κρίσεις της μακροχρόνιας θητείας της Ανγκελα Μέρκελ συνδέονται με τη Νότια Ευρώπη. Η πρώτη, του 2009, αφορούσε την αδυναμία χωρών όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Κύπρος και ιδίως η Ελλάδα να ανταποκριθούν στους δημοσιονομικούς κανόνες της ευρωζώνης και το δίλημμα της διάσωσης ή της εκδίωξής τους. Η δεύτερη, το 2015, το άνοιγμα των γερμανικών συνόρων στα κύματα των προσφύγων που δημιούργησε η συριακή κυρίως κρίση.

 

Στην πρώτη περίπτωση, όπως καλά γνωρίζουμε οι Ελληνες, τάχθηκε υπέρ της διατήρησης, με δρακόντειους όρους, της χώρας μας στην ευρωζώνη, ενώ στη δεύτερη, η ευρωπαϊκή συμφωνία δισεκατομμυρίων ευρώ με τον Ταγίπ Ερντογάν και το κλείσιμο των συνόρων από τις χώρες του βαλκανικού διαδρόμου οδήγησαν και στο de facto κλείσιμο και των γερμανικών συνόρων στους πρόσφυγες. Το τελευταίο ζήτημα είχε ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για τη Μέρκελ, όπως δείχνει η εξαιρετικά ισχνή πλειοψηφία επανεκλογής της το 2017 και η είσοδος στη Βουλή του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία».

 

Στη διεθνή πολιτική, η εξάρτηση της Γερμανίας στο πεδίο της ασφάλειας από την πυρηνική ομπρέλα των ΗΠΑ, η εξάρτηση από την Κίνα, τον μεγαλύτερο, εκτός Ε.Ε., προορισμό των γερμανικών εμπορικών εξαγωγών, και από τη Ρωσία στο πεδίο της ενέργειας, έτσι κι αλλιώς περιορίζουν τις επιλογές του Βερολίνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ευθυγράμμιση της καγκελαρίου με την πολιτική Μπάιντεν κατά της Ρωσίας δεν επεκτάθηκε στην αναστολή του έργου του αγωγού Nord Stream 2 που θα μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο στη Γερμανία.

 

Ακόμη, η διαχρονική απροθυμία της Μέρκελ να καταβάλει η Γερμανία το οικονομικό κόστος που θα την αναδείκνυε σε σημαντική στρατιωτική δύναμη επηρέασε και το ΝΑΤΟ, αλλά κυρίως την αμυντική πολιτική της Ε.Ε. Χαρακτηριστική, τέλος, ήταν ή απροθυμία της να συμπράξει στην επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Ουγγαρίας και της Πολωνίας για τις αντιδημοκρατικές πρακτικές τους και η πολιτική ίσων αποστάσεων απέναντι στην Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο.

 

Εδώ θα ήταν χρήσιμη μια υπενθύμιση. Στη Γερμανία ζουν και ψηφίζουν περίπου τρία εκατομμύρια Τούρκοι και οι μισοί περίπου από αυτούς έχουν δικαίωμα ψήφου και στη χώρα καταγωγής τους. Μεταξύ αυτών, η δημοφιλία του Ερντογάν είναι μεγαλύτερη από ό,τι στην ίδια την Τουρκία. Στο δημοψήφισμα του 2017 ψήφισε τον Ερντογάν το 65% των Τούρκων της Γερμανίας, έναντι του 51,2% που έλαβε στην ίδια την Τουρκία.

 

Μεταξύ των τουρκικής καταγωγής ψηφοφόρων δημοφιλέστερο κόμμα είναι οι Σοσιαλδημοκράτες με περίπου 35%, ακολουθούν οι Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ με 30%, ενώ οι Πράσινοι λαμβάνουν το 15%. Τέλος, το μεγαλύτερο ποσοστό των Τούρκων της Γερμανίας, το 33,4%, ζει στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και ο πρωθυπουργός του, Αρμιν Λάσετ, διάδοχος πλέον της Μέρκελ στην αρχηγία των Χριστιανοδημοκρατών, διατηρεί μαζί τους προνομιακές σχέσεις.

 

Θα έχει αναρωτηθεί ο αναγνώστης γιατί ένα κείμενο που τιτλοφορείται «Μετά τη Μέρκελ» ολοκληρώνεται συνεχίζοντας να ασχολείται με τα δρώμενα της καγκελαρίου. Η απάντηση είναι ότι ο κορμός της γερμανικής πολιτικής δεν θα αλλάξει σημαντικά από την αποχώρησή της. Οπως και κατά το παρελθόν, οι κυβερνήσεις που θα την διαδεχθούν θα είναι κυβερνήσεις συνεργασίας και οι θεμελιώδεις πολιτικές παράμετροι θα παραμείνουν. Ομως ο παράγοντας «Πράσινοι» αξίζει την προσοχή μας.

 

Στις δημοσκοπήσεις βρίσκονται σήμερα στη δεύτερη θέση και όλα δείχνουν ότι θα αποτελέσουν σημαντικό εταίρο της επόμενης κυβέρνησης συνασπισμού. Εναντιώνονται στην κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2, που παραμένει πρωταρχικός στόχος της κυβέρνησης Μέρκελ, και στηρίζουν τα κινήματα αμφισβήτησης των καθεστώτων στην Κίνα, τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Τέλος, o Τζεμ Οστεμίρ, τουρκικής καταγωγής υψηλόβαθμο στέλεχός τους, υπήρξε ο πρωτεργάτης της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τη Γερμανία και συνεχίζει να ασκεί κριτική στις πολιτικές του Ερντογάν.

 

* fellow, Πανεπιστήμιο Dalhousie, Χάλιφαξ, Καναδάς

Efsyn.gr