Η υπόθεση του Οσμάν Κάβαλα, η ουκρανική κρίση και οι Βαλκάνιοι ακόλουθοι της Τουρκίας: Η αποτυχία της Ε.Ε. – του Δημήτρη Κώνστα

by/ 0 Comments / 1 View / 01/02/2022

Δύσκολα θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς ότι η κορύφωση της σύγκρουσης της Τουρκίας με τους θεσμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2017 με την αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση του Osman Kavala, ενός κοινωνικά δραστήριου  Τούρκου μεγιστάνα, θα συνέπιπτε με  μια μεγάλη διεθνή κρίση που έχει  φέρει στα πρόθυρα σύρραξης τη Ρωσία και το ΝΑΤΟ.

Επί οκτώ επάλληλες συνεδριάσεις η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, το όργανο που εκπροσωπεί τις κυβερνήσεις των 47 κρατών-μελών του οργανισμού, ζητά από τη Κυβέρνηση Ερντογάν να συμμορφωθεί με τις απόφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για τη συγκεκριμένη υπόθεση και να απελευθερώσει τον Kavala του οποίου την κράτηση έχει κρίνει  αυθαίρετη.

  • Μάλιστα τον Σεπτέμβριο της περασμένης χρονιάς, ο Πρόεδρος αυτού του Δικαστηρίου πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία προκειμένου να «πείσει» για την ανάγκη  συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ και έγινε στόχος εντονων επικρίσεων τόσο στην Ευρώπη όσο και από όσες  οργανώσεις «κοινωνίας των πολιτών» που υπάρχουν ακόμη στην Τουρκία.

Την Τουρκική Κυβέρνηση φαίνεται ότι κατέλαβε εξ απήνης η δημόσια δήλωση δέκα Πρέσβεων στην Άγκυρα με την οποία  ζητούσαν να συμμορφωθεί η Τουρκία με την αποφαση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου που συμμετείχαν στην κίνηση αυτή ήταν τα Σκανδιναβικά που είχαν σηκώσει το βάρος της απομπής της Ελληνικής δικτατορίας από το Συμβούλιο της Ευρώπης (βλ.  Δ. Κώνστα, Η «Ελληνική Υπόθεση» στο Συμβουλιο της Ευρώπης 1967-1969» Εκδόσεις Παπαζήση, 1976) η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και επιπλέον η Νέα Ζηλανδία και ο Καναδάς.

Η πρωτοφανής αυτή κίνηση έλαβε μία εξίσου πρωτοφανή απάντηση: o  Ερντογάν τους χαρακτήρισε personas non grata και τους απείλησε με άμεση εκδίωξη από τη χώρα. Τελικά από τα Υπουργεία Εξωτερικών ή από τους ίδιους τους Πρέσβεις έγιναν κατευναστικές δηλώσεις και το θέμα έκλεισε εκεί χωρίς από τις προσχηματικές αυτές διορθωτικές κινήσεις να αλλάζει στο ελάχιστο η σημασία αυτής της πρωτοβουλίας δηλαδή η  εμπλοκή της υπερδύναμης αλλά και των δύο σημαντικότερων μελών της ΕΕ στον πειθαναγκασμό της Τουρκίας να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Δικαιοσύνης.

Στις 2 Δεκεμβρίου 2021 η Επιτροπή Υπουργών/Μονίμων Αντιπροσώπων αποφάσισε  την έναρξη της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων κατά της Τουρκίας σύμφωνα με το Άρθρο 46, παρ.4 της ΕΔΑΔ. Η Απόφαση (Interim Resolution) περιείχε σκληρές για την Αγκυρα διαπιστώσεις:

«H σύλληψη και προσωρινή κράτηση του Αιτούντος χωρίς την παραμικρή ένδειξη ότι είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα είχε ως κίνητρο τη φίμωσή του και την αποθάρρυνση άλλων υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Η αποφαση προαδιορίζει με ακρίβεια την επόμενη κίνηση της Επιτροπής: «στη Συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 2022 η Επιτροπή θα παραπέμψει στο Δικαστήριο…το ερώτημα εάν η Τουρκία παραβίασε την υποχρέωση που έχει σύμφωνα με το Αρθρο 46 παρ. 2 της Σύμβασης….και καλεί την Αγκυρα να υποβάλει στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της το αργότερο μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 2022».

Πράγματι, στις 17 Ιανουαρίου η Τουρκία  υπέβαλε εμπροθέσμως τις παρατηρήσεις της και συγκεκριμένα ότι  επεδίωξε την υλοποίηση της Απόφασης του ΕΔΑΔ αλλά το αρμόδιο Τουρκικό Δικαστήριο αποφάσισε να παρατείνει την κράτηση του Καβαλά επειδή εκκρεμούσαν και άλλες κατηγορίες εναντίον του!!!

Στο σημείο αυτό, και ενώ επίκειται η νέα συζήτηση και ψηφοφορία στην Επιτροπή Υπουργών/Μονίμων Αντιπροσώπων, αξίζει τον κόπο να επιστρέψουμε στην προηγούμενη ψηφοφορία,  εκείνη της 2ας Δεκεμβρίου, και να δούμε με πόσους ψήφους ελήφθη εκείνη  η απόφαση, θέμα που πέρασε εντελώς απαρατήρητο από όσα Ελληνικά ΜΜΕ ασχολήθηκαν με το θέμα.

  • Εναντίον της παραπομπής της Τουρκίας ψηφισαν 3 χώρες, η ίδια η Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν και η Ουγγαρία. Αποχή από τη ψηφοφορία δήλωσαν επτά κράτη: η Ρωσία, η Γεωργία, η Μολδαβία, η Ρουμανία, η Σερβία, η Αλβανία και η Ουκρανία. Δύο λοιπόν κράτη-μέλη της ΕΕ η Ρουμανία και η Ουγγαρία διαφοροποιηθηκαν από τις πολιτικές της Ε.Ε. αλλά και από την κοινή δήλωση των δέκα πρέσβεων προς την ‘Αγκυρα που έφερε την υπογραφή όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και δύο «ηγετικών» κρατών-μελών της ΕΕ της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Εάν η διαφοροποίηση της Ουγγαρίας του Όρμπαν εκπλήσει λιγότερο, η αποχή μιάς  άλλης Κοινοτικής χώρας της  Ρουμανίας,  και δύο ακόμη Βαλκανικών χωρών, της Σερβίας και της Αλβανίας, είναι  αξιοσημείωτη. Συμβαδίζει απόλυτα με όσα αναφέρθηκαν στα ΜΜΕ για τους εναγκαλισμούς και γενικότερα τη θερμή υποδοχή του Ερντογάν κατά την επισκεψη του στα Τίρανα στις 15 Ιανουαρίου και για την επίσκεψη του Σέρβου Προέδρου Βούτσιτς στην Τουρκία τρείς ημέρες αργότερα.

Τέλος, εξίσου εντυπωσιακή είναι  η αποχή των δύο κύριων αντιμαχόμενων  μερών  της Ουκρανικής κρίσης, της Ρωσίας και της ίδιας της Ουκρανίας. Για τη Ρωσία στοιχεία για τη στενή της  συνεργασία με την Άγκυρα ακόμη και στον τομέα της ασφάλειας είναι ευρύτερα  γνωστά και έχουν επισύρει Αμερικανικές κυρώσεις. Λιγότερο γνωστές αλλά υπαρκτές είναι και οι συγκρούσεις των Ρωσο-Τουρκικών στρατηγικών  συμφερόντων.

Για την Ουκρανία δεν ισχύει το ίδιο.  Και όμως το 2021 η Τουρκία αναρριχήθηκε στην πρώτη θέση των χωρών που επενδύουν στην Ουκρανία και που περιλαμβάνουν μεγάλα έργα υποδομής, μη επανδρωμένα αεροσκάφη κλπ. (βλ. Burak Pehlivan, Turkey is now largest Investor in Ukraine Kyiv Post, 30 Oκτωβρίου 2021) Να λοιπόν που η αποχή της Ουκρανίας σε ένα ευαίσθητο για την Αγκυρα -και τον Ερντογαν προσωπικά- θέμα έρχεται να μας το θυμίσει και να δείξει ότι δεν διστάζει ακόμη και σε αυτήν την κρίσιμη για την ίδια ώρα να διαφοροποιηθεί από τις ΗΠΑ και από τον σκληρό πυρήνα της ΕΕ σε θέμα για το οποίο η Υπερδύναμη έχει δείξει ιδιαίτερη ευαισθησία.

Δύο είναι τα σημεία στα οποία θα ήθελα να εστιάσω σε μια προσπάθεια ερμηνείας όσων ανέπτυξα παραπάνω.  Το πρώτο αφορά την αποτυχία της ΕΕ να διαχειριστεί τα προβλήματα των Δυτικών Βαλκανίων  που βλέπουν τις ελπίδες τους να γίνουν μέλη της Ένωσης να εξανεμίζονται με κορυφαία δείγματα το ζήτημα Κοσόβου-Σερβίας και της μελλοντικής τους σχέσης με την Ενωση.

Στην εποχή της πανδημίας η πολιτική της Ένωσης  έχει, μεταξύ άλλων, στιγματιστεί από την αποτυχία των πολιτικών που εφαρμόστηκαν στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει η Αλβανική υποψηφιότητα ένταξης. Χωρίς την επανενεργοποίηση της ΕΕ στα Βαλκάνια η προσπάθειες διεθνοποίησης της δραστήριας στις μέρες μας Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έχουν περιορισμένα όρια.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η προώθηση της Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής ‘Αμυνας και Ασφάλειας -παρά τις προσπάθειες του Γάλλου Προέδρου Μακρόν και της θετικής τοποθέτησης του σημερινού Αμερικανού Προέδρου- έχει να ξεπεράσει τις αντιδράσεις πρώην μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας που βρίσκονται σήμερα εντός της Ένωσης και όλα δείχνουν ότι διστάζουν να εμπιστευτούν την ασφάλεια τους σε θεσμό άλλον από το ΝΑΤΟ. Η εξέλιξη της Ουκρανικής κρίσης και ιδίως η κατάληξη της πιστεύω ότι θα  φωτίσει περισσότερο αυτήν την πτυχή.

_______________

*Fellow, Πανεπιστήμιο Dalhousie, Χάλιφαξ, Καναδά, Πρώην Πρέσβυ της Ελλάδος (1997-2000)και Προέδρου της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων στο Συμβούλιο της Ευρώπης

hellasjournal.com