Η διάκριση Δεξιάς – Αριστεράς

by/ 0 Comments / 4 View / 10/04/2021

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ιταλού ιστορικού Κάρλο Γκρέπι «Si stava meglio quando si stava peggio» (Chiarelettere 2021).

 

Δύο αιώνες ακριβώς χωρίζουν το 1789 από το 1989. Η Γαλλική Επανάσταση και πάλι, επειδή από αυτήν κατάγεται η χρήση των όρων «Δεξιά» και «Αριστερά», χωρικών μεταφορών που αποκτούν πολιτικό νόημα, για να υποδείξουν «τοποθετήσεις» και συναφείς αξίες. Πράγματι, στην Εθνοσυνέλευση που έγινε μετά την Επανάσταση, οι «συντηρητικοί» κάθισαν τυχαία στα δεξιά έδρανα, ενώ οι «προοδευτικοί» εξίσου τυχαία κάθισαν στα αριστερά. Επί δύο αιώνες αυτή η διαίρεση διατηρήθηκε απολύτως: κάθε ανθρώπινη ύπαρξη με πολιτική συνείδηση τοποθετείται ιδεατά σε κάποιο σημείο –λιγότερο ή περισσότερο στα δεξιά, στα αριστερά ή στο κέντρο– εκείνης της Συνέλευσης που λειτούργησε σαν μήτρα. Επειτα, δύο αιώνες αργότερα, καταρρέει ο κομμουνιστικός κόσμος. Είναι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Εφτά δεκαετίες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, που το 1917 είχε κατακτήσει την εξουσία στη Ρωσία, εκείνο το σκληρό καθεστώς, που είχε συστηματικά προδώσει τα ιδεώδη από τα οποία εμπνεόταν, χάνεται ξαφνικά, αφήνοντας μια μοναδική υπερδύναμη να κυριαρχεί φαινομενικά στον πλανήτη: τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από τότε είναι που, σύμφωνα με μιαν επαναλαμβανόμενη επωδό, την οποία ακούμε ήδη εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, «δεν υπάρχει πλέον Δεξιά και Αριστερά». Ετσι είναι αληθινά; Χρειάζεται πρώτα να συνεννοηθούμε για το τι είναι η «Δεξιά» και τι είναι η «Αριστερά», και για να το κάνουμε έρχεται να μας βοηθήσει ένα μικρό βιβλίο, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1994, με τίτλο «Δεξιά και Αριστερά». Ο συγγραφέας του, ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς επιστήμονες του εικοστού αιώνα, και ανάμεσα στα τόσα άλλα αναρωτιέται: «Πώς μπορεί κανείς να πει ότι αυτό το αντικείμενο δεν είναι ούτε άσπρο ούτε μαύρο, αν δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τη διαφορά των δύο χρωμάτων;» [ελληνική έκδοση: Πόλις 1995]. Ο Μπόμπιο προσδιορίζει ως μόνιμο χαρακτηριστικό της Δεξιάς το ότι θεωρεί πως «οι ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων όχι μόνο δεν είναι εξαλείψιμες ή είναι εξαλείψιμες εις βάρος όμως της ελευθερίας, αλλά και ότι είναι χρήσιμες, στο μέτρο που προάγουν την αδιάλειπτη πάλη για τη βελτίωση της κοινωνίας».

Η Δεξιά, με άλλα λόγια, θεωρεί τις ανισότητες «ιερές ή απαραβίαστες, φυσικές ή αναπόφευκτες». Ενώ η Αριστερά «θεωρεί ότι μπορεί και πρέπει να περιοριστούν ή να εξαλειφθούν». Και αυτό ανεξάρτητα από τη διαφορετική στάση που μπορεί να έχουν απέναντι στην ελευθερία, που τόσο στη Δεξιά όσο και στην Αριστερά είναι «το κριτήριο για να διακρίνουμε τη μετριοπαθή πτέρυγα από την ακραία», επειδή τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι καταπιεστικά και στις δύο περιπτώσεις. Ωστόσο, όπως έχει γράψει ο Μπόμπιο σε ένα άλλο βιβλίο του με τίτλο «Ισότητα και ελευθερία», «δεν είναι αντιφατικό να φαντάζεται κάποιος μια κοινωνία ελεύθερων και ίσων», ενώ αντίθετα είναι αντιφατικό «να φαντάζεται κανείς μια κοινωνία στην οποία όλοι είναι ισχυροί ή ιεραρχικά ανώτεροι. Μια κοινωνία η οποία εμπνέεται από το ιδεώδες της αυθεντίας είναι αναπόφευκτα διαιρεμένη σε εξουσιάζοντες και σε μη» [ελληνική έκδοση: Πόλις 1998]. Η Αριστερά παλεύει για την ισότητα, η Δεξιά για την ανωτερότητα. Και όπως υπογραμμίζει ο Μπόμπιο, η ισότητα είναι «το μοναδικό κριτήριο που αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου». Φυσικά, στις τελευταίες δεκαετίες άλλαξαν πολύ οι μορφές πολιτικής συμμετοχής και συνένωσης.

Γεννήθηκαν κινήματα και κόμματα «τερατώδη», στα οποία συνυπάρχουν ιδεολογικά γνωρίσματα της Δεξιάς και της Αριστεράς, όπως είχε συμβεί ήδη με τους φασισμούς και, με τρόπο ιδιαίτερα φανερό, με τον ναζισμό του Χίτλερ, ο οποίος το 1920 αποφάσισε να προσθέσει το επίθετο «εθνικοσοσιαλιστικό» στο Γερμανικό Κόμμα των Εργαζομένων. Το πρόγραμμά του ήταν πράγματι χλιαρά «σοσιαλιστικό», ώς το σημείο να διακηρύσσει «συμμετοχή στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων», καθώς και ότι «όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις», αλλά ήταν και όλο πιο αποφασιστικά «εθνικό», δηλαδή έτοιμο να κάνει τα πάντα προκειμένου αυτά τα δικαιώματα να είναι μόνον του «γερμανικού λαού» και όχι όσων θεωρούνταν διαφορετικοί ή ξένοι. Ακριβώς όμως όπως και στη δεκαετία του 1920, κανένας αριστερός σήμερα δεν θα θεωρούσε ότι ανήκουν στην Αριστερά ούτε οι ναζιστές τού χθες ούτε και κάποιο από τα σημερινά «κοκκινόμαυρα» τέρατα (χονδροειδής εκσυγχρονισμός του όρου «εθνικοσοσιαλιστής»), ενώ κάμποσοι δεξιοί βολεύονται να κλέβουν αόριστα (ορισμένα) ιδεώδη της Αριστεράς, για να μπορούν έπειτα να λένε ότι «δεν υπάρχουν πλέον Δεξιά και Αριστερά», παραμένοντας στη Δεξιά.

Με αφετηρία τα τέλη του εικοστού αιώνα, έγινε συχνά –και εύλογα– λόγος για «κρίση των ιδεολογιών», για σύγχυση πρακτικών και αξιών στο εσωτερικό ενός παγκόσμιου πολιτικού σεναρίου, που απέμεινε ορφανό από έναν πολύ ισχυρό και ορατό ανταγωνιστή: τη Σοβιετική Ενωση. Ωστόσο, η «δυάδα» Δεξιά-Αριστερά βρίσκεται ακόμα εδώ. Οπως γράφει ο Μπόμπιο, «η κρίση του σοβιετικού συστήματος είχε συνέπεια, όχι το τέλος της Αριστεράς, αλλά μιας Αριστεράς ιστορικά οριοθετημένης στον χρόνο». Η πρόκληση όμως που εξαπολύθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση «παρέμεινε». Σίγουρα εκείνη η Αριστερά τελείωσε –και ευτυχώς δεδομένων των ολοκληρωτικών εκβάσεών της–, αλλά η «δυάδα» επιβιώνει. Ας το επαναλάβουμε: επιβιώνουν οι κοσμαντιλήψεις από τις οποίες εμπνέονται τα πρόσωπα που θεωρούν ότι είναι δεξιοί ή αριστεροί. Τους αριστερούς τούς καθοδηγεί (θα έπρεπε να τους καθοδηγεί) η ώθηση προς τη χειραφέτηση –προς την ισότητα– εκείνων που είναι παραδοσιακά αποκλεισμένοι από ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως οι υλικές συνθήκες ζωής, η ψήφος, η εκπαίδευση, η εργασία, η υγεία, δηλαδή των «καταπιεζόμενων» για τους οποίους μιλούσε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν· εκείνων που βρίσκονται στα χαμηλότερα σκαλοπάτια της κοινωνικής κλίμακας, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των ξένων, των αλλόθρησκων.

Αντίθετα, η επίκληση στην παράδοση –στη διατήρηση των πραγμάτων όπως αυτά είναι, με πρώτα τα προνόμια– ήταν πάντοτε ένα θεμελιώδες συστατικό της κουλτούρας της Δεξιάς: αυτό που έχουμε φτιάξει «εμείς» είναι καλύτερο, αυτό που υπάρχει δεν αλλάζει. Δεν αλλάζουν ούτε καν (και κυρίως) οι ανομίες, οι αδικίες, η άνιση μεταχείριση με βάση τις κοινωνικές ιεραρχίες και τη γεωγραφική προέλευση. Και είναι δεδομένο ότι στα τελευταία τριάντα χρόνια, καθώς είναι σχεδόν παντού βαθιά η κρίση της Αριστεράς, η οποία δεν κατορθώνει πλέον να συσπειρωθεί ξανά σε ισχυρές οργανώσεις –κυρίως σε κόμματα– που θα αμφισβητήσουν την εξουσία και τις διακρίσεις, έχουμε μιαν ολική κυριαρχία της (μετριοπαθούς ή ριζοσπαστικής) Δεξιάς, η οποία λέει: «Αυτό που υπάρχει δεν αλλάζει». Τα προνόμια και οι ανισότητες πρέπει να διατηρηθούν ή και να αυξηθούν. Και έτσι που βαδίζει ο κόσμος, αυτός είναι ο μοναδικός δυνατός δρόμος.

Οπως όμως γράφει ο Μπόμπιο, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι «που η πολιτική τους δράση θα υποκινείται από μια μύχια αίσθηση ανικανοποίητου και που θα υποφέρουν μπροστά στις αδικίες των σύγχρονων κοινωνιών… θα διατηρούν ζωντανά τα ιδεώδη που έχουν συνυπογράψει εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα όλα τα αριστερά κινήματα της Ιστορίας».

Efsyn.gr