Η βρετανική ηθική τάξη εναντίον των φτωχών – του Owen Jones

by/ 0 Comments / 6 View / 13/04/2021

Ο Τζέρεμι Κόρμπιν βρέθηκε στο τιμόνι των Εργατικών από το 2015 ώς το 2020, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Εντ Μίλιμπαντ, ο οποίος, με τη σειρά του, είχε διαδεχθεί τον τελευταίο πρωθυπουργό των Εργατικών, Γκόρντον Μπράουν (2007-2010). Επιστρέφουμε μέσα από το αρχείο μας στο 2011, μετά τις ταραχές του Αυγούστου, οι οποίες άνοιξαν έναν νέο πολιτικό κύκλο που τελικά οδήγησε στην αλλαγή στροφής προς μια ριζοσπαστική στροφή των Εργατικών. Μια καλή ευκαιρία για συγκρίσεις με την σημερινή, ανάποδη στροφή.

Τον Αύγουστο του 2011, τέσσερις ημέρες άγριων ταραχών και λεηλασιών τρομοκράτησαν πόλεις σε ολόκληρη την Αγγλία. Η ειρήνη σύντομα αποκαταστάθηκε στους δρόμους, η χώρα όμως κυριεύθηκε από οργισμένες αντιδράσεις. Μέσα σε ένα τόσο τεταμένο κλίμα, η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον πρότεινε εκείνοι που καταδικάζονται για ταραχές και λεηλασίες να εκδιώκονται από τα διαμερίσματα των δήμων, όπου στεγάζονται με χαμηλό ενοίκιο (μαζί με τις οικογένειές τους, κάτι που ξεκάθαρα αποτελεί συλλογική τιμωρία), και να χάνουν κάθε κοινωνικό επίδομα. Η πρόταση αυτή σύνδεσε την κοινωνική αναταραχή με το κοινωνικό υπόβαθρο και έθεσε ένα προηγούμενο: αν είσαι φτωχός και διαπράξεις αδίκημα, θα τιμωρηθείς δύο φορές.

Μέσα σε ατμόσφαιρα όπου επικρατούσε ένας κατανοητός, αλλά διάχυτος φόβος, όσοι πρότειναν δημοσίως την εξέταση των κοινωνικών και οικονομικών αιτίων της βίας αποδοκιμάζονταν ως απολογητές της. Οι διώξεις προωθούνταν με συνοπτικές διαδικασίες στα πλημμελειοδικεία, τα οποία επέβαλαν δυσανάλογες ποινές. «Μητέρα δύο παιδιών, που δεν ενεπλάκη στις ταραχές, καταδικάστηκε σε ποινή ΠΕΝΤΕ μηνών για αποδοχή σορτς, προϊόντος λεηλασίας από κατάστημα», θριαμβολογούσε μήνυμα στον λογαριασμό Twitter της Αστυνομίας του Ευρύτερου Μάντσεστερ. «Δεν υπάρχουν δικαιολογίες!» (Η ποινή της αργότερα ακυρώθηκε.) Δύο νεαροί καταδικάστηκαν σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης -περισσότερα από όσα επιβάλλονται σε κάποιες περιπτώσεις δολοφονιών- για τη μέσω Facebook υποκίνηση ταραχών σε εστιατόριο, οι οποίες όμως ποτέ δεν έλαβαν χώρα.

Οι ταραχές έδωσαν την ευκαιρία να μεσουρανήσει η καρικατούρα του «τσαβού» (ο Φραν Χίλι, τραγουδιστής του ροκ συγκροτήματος Τράβις, αποκάλεσε την αναταραχή «Τσαβική Άνοιξη», παραπέμποντας στην «Αραβική Άνοιξη»). Ο όρος «τσαβός» (chav) -πιθανώς από τη λέξη των Ρομά για το παιδί: chaavi1 διαδόθηκε ευρέως στη Βρετανία μετά το 2004. Η πρώτη του είσοδος στα λεξικά έγινε με τον ορισμό «νεαρός της εργατικής τάξης ντυμένος με αθλητικές φόρμες», σύντομα όμως απέκτησε εμπαθή τόνο και ταξική προκατάληψη, υποδηλώνοντας αντικοινωνική συμπεριφορά, αναξιοπρέπεια, βλακεία, φτηνό γούστο και ανεξέλεγκτα μεθύσια.

Οι θετικές αναπαραστάσεις των μελών της εργατικής τάξης εξαφανίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα ΜΜΕ και την τηλεόραση, ενόσω οι καρικατούρες των «τσαβών» ευδοκιμούσαν. Η διακωμώδηση των «τσαβών» ήρθε στο προσκήνιο αφότου δημοσιογράφοι και πολιτικοί άρχισαν να ισχυρίζονται ότι όλοι οι Βρετανοί ανήκουν πλέον στη μεσαία τάξη, με μια μεγάλη εξαίρεση. Καθώς το φιλόδοξο κομμάτι της εργατικής τάξης υποθετικώς αστικοποιήθηκε, ό,τι απόμεινε από την παλιά εργατική τάξη μετατράπηκε σε άχρηστο κατακάθι. Ο επιφανής δεξιός δημοσιογράφος Σάιμον Χέφερ το έθετε κάπως έτσι: «Κάτι που αποκαλούνταν ευυπόληπτη εργατική τάξη έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Εκείνο που οι κοινωνιολόγοι αποκαλούσαν εργατική τάξη, στις μέρες μας συνήθως δεν εργάζεται καθόλου, αλλά συντηρείται από το κράτος πρόνοιας».

Ήταν μια θεωρία που υιοθετήθηκε ευρέως από τη βρετανική ελίτ. Βασική πηγή έμπνευσης ήταν οι θεωρίες του Αμερικανού πολιτικού ψευδο-επιστήμονα Τσαρλς Μάρεϊ: η κατώτερη τάξη προέκυψε από τα πολλά παιδιά που γεννούν οι ανύπαντρες μητέρες (με τις οικογένειες χωρίς πατέρα να θεωρούνται υπεύθυνες για τις πρόσφατες ταραχές, η θεωρία αυτή επανέκαμψε). Όταν ο Τόνι Μπλερ διακήρυττε «όλοι ανήκουμε πια στη μεσαία τάξη», η εξαίρεση για τους Νέους Εργατικούς ήταν οι «κοινωνικά αποκλεισμένοι».

Είναι ένας θρίαμβος για τις συντηρητικές κυβερνήσεις της Μάργκαρετ Θάτσερ της δεκαετίας του 1980, οι οποίες εξαπέλυσαν μια επανάσταση της ελεύθερης αγοράς που μετασχημάτισε τη Βρετανία. Η Θάτσερ κάποτε ισχυρίστηκε ότι «στην πραγματικότητα δεν έχει απομείνει πρωτογενής φτώχεια σε αυτή τη χώρα»· όπου υπήρχε φτώχεια, υπήρχε επειδή οι άνθρωποι «δεν ξέρουν πώς να προϋπολογίσουν την οικονομική τους δραστηριότητα, δεν ξέρουν πώς να ξοδέψουν τα κέρδη τους, και έτσι το μόνο που τους απομένει είναι το πραγματικά σκληρό, δομικό ελάττωμα του χαρακτήρα και της προσωπικότητας». Ο θατσερισμός εδραίωσε πολιτική ομοφωνία όσον αφορά την παραδοχή ότι όλοι θα πρέπει να φιλοδοξούν να ενσωματωθούν στη μεσαία τάξη: όσοι υπολείπονταν, τιμωρούνταν. Οι παραδοσιακοί πυλώνες της Βρετανίας της εργατικής τάξης βρέθηκαν στο στόχαστρο: βιομηχανίες που συντηρούσαν ολόκληρες κοινότητες (όπως ανθρακωρυχεία, ναυπηγεία και εργοστάσια), θεσμοί (όπως τα εργατικά σωματεία και η δημοτικά επιδοτούμενη στέγαση) και αξίες (όπως η αλληλεγγύη) απορρίφθηκαν συλλήβδην για χάρη ενός άγριου ατομικισμού. Η υπερηφάνεια και η ταυτότητα της εργατικής τάξης σφυροκοπήθηκαν άγρια.

Ο αντίκτυπος στις ευρύτερες κοινωνικές στάσεις είναι έκτοτε σημαντικός. Σε μια έρευνα της εταιρείας συμβούλων BritainThinks, το 71% των ερωτηθέντων θεώρησε ότι ανήκει στη μεσαία τάξη. Το ποσοστό αυτό συμπεριλάμβανε πολλούς που, με βάση τα περισσότερα αντικειμενικά κριτήρια, θα κατατάσσονταν στην εργατική τάξη, οι οποίοι όμως δεν επιθυμούσαν να συσχετιστούν με μια δαιμονοποιημένη κοινωνική κατηγορία και έτσι αντ’ αυτής επέλεξαν την πιο «κομψή» μεσαία τάξη. Μεταξύ της μικρής μειοψηφίας -μόλις 24%- που αυτοπροσδιορίστηκε ως ανήκουσα στην εργατική τάξη, διάχυτη ήταν η αίσθηση ότι δεν υπήρχαν και πολλά που τους έκαναν να αισθάνονται υπερήφανοι: σήμαινε απλώς ότι ήταν φτωχοί. Η κατάταξη στην εργατική τάξη ήταν κάτι από το οποίο οι περισσότεροι ήθελαν να απομακρυνθούν ή να ξεφύγουν.

Η ψευδής διχοτόμηση μεταξύ «μεσαίας τάξης» και «τσαβών» έχει τεχνητά αφαιρέσει από την εικόνα την πραγματική εργατική τάξη. Οι ταραξίες αντιπροσωπεύουν μια πολύ μικρή μερίδα των νεαρών φτωχών της Βρετανίας. Οι επικριτές ανταπαντούν ότι οι περισσότεροι άνεργοι και φτωχοί ούτε που θα σκέπτονταν ποτέ να προκαλέσουν ταραχές και λεηλασίες – και έχουν δίκιο. Το μόνο όμως που απαιτείται προκειμένου να προκληθεί χάος είναι μια μικρή μειοψηφία η οποία να αισθάνεται ότι δεν έχει κανένα μέλλον.

* Ο Owen Jones είναι Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας

Le Monde Diplomatique, Avgi.gr