Ευρωπαϊκή “λαο-θάλασσα”. Της Ελένης Μέτσα

by/ 0 Comments / 275 View / 17/05/2016

Το μεταναστευτικό αποτελεί ένα διαχρονικό αλλά και άκρως επίκαιρο ζήτημα. Από την αρχή της προηγούμενης δεκαετίας διαπιστώνει κανείς τα υψηλά και συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα μεταναστευτικών ροών στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Αδιαμφισβήτητα όμως, η παρούσα μαζική εισροή μεταναστών και προσφύγων, παύει να αποτελεί απλώς μια εθνική κοινωνική αντιξοότητα. Το μεταναστευτικό καθίσταται ολοένα και οξύτερο πρόβλημα που πλέον λαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις, χαρακτηρίζοντας την Ευρώπη ως μια ήπειρο υπό μεταναστευτική κρίση, όπως αναφέρεται και σε σχετική ανακοίνωση της Διεθνούς Αμνηστίας.

Η μεταναστευτική πολιτική που κάθε χώρα ακολουθεί σε εθνικό επίπεδο, θα πρέπει να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διαδικασίας και να επιτάσσει την ισοκατανομή των βαρών του μεταναστευτικού φορτίου σε πανευρωπαϊκό πλέον επίπεδο.

Αυτό που επείγει ωστόσο σε ενωσιακό επίπεδο, είναι η εύρεση και εφαρμογή μέτρων και πολιτικών πρακτικών που θα συμβάλλουν στη πιο άμεση αντιμετώπιση του φαινομένου. Η ασύμμετρη απειλή μεταναστών και προσφύγων ακολουθείται από έντονο κλίμα μισαλλοδοξίας που κλονίζει άνευ όρων τις αρχές της ίδιας της Ένωσης, η οποία αποτυπώνεται ως μια κοινότητα κρατών εδραιωμένη στη βάση κοινωνικών αξιών. Σχετικές δηλώσεις του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, μεταφέρουν το κλίμα που επικρατεί  στα πλαίσια της Ένωσης: “προσφυγικά στρατόπεδα, σκάφη γεμάτα με ανθρώπους, βια κατά των αιτούντων άσυλο, ασφαλώς είναι μια εικόνα που δεν θυμίζει Ευρώπη…”

Το μείζον ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί την Ευρώπη στο σύνολο, αλλά και τις ίδιες τις εθνικές κυβερνήσεις, είναι ο σχεδιασμός μιας ενιαίας και συνεκτικής μεταναστευτικής πολιτικής, που με προγραμματισμένες και συνεχείς διαδικασίες προσαρμογών, θα επιφέρει τις επιθυμητές μεταβολές. Πολλές δείχνουν να είναι οι δυσκολίες του προσφυγικού ζητήματος και το ισχυρό αντίκτυπο στη κοινωνική και οικονομική ζωή των χωρών. Η ζωή στις χώρες προέλευσης των μεταναστών και προσφύγων είναι επισφαλής και κάθε προσπάθεια προστασίας τους από τις αρμόδιες τοπικές αρχές καθίσταται αδύνατη. Συνεπώς, η απαγόρευση εισόδου σε ευρωπαϊκά εδάφη και και η περαιτέρω ενίσχυση των δυνάμεων της FRONTEX στις συνοριακές γραμμές, δεν αποτελούν θετικές ενδείξεις για μια δημοκρατική κοινωνία.

Την αντιδημοκρατικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος έρχεται να επισφραγίσει και η υπογραφή της Συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ, κατά την οποία καθίσταται επιτακτική η ανάγκη παραμονής και επαναπροώθησης των μεταναστών και προσφύγων στη πρώτη χώρα προσέλευσής τους, εξασφαλίζοντας έτσι από τη μια, τα σύνορα των Βορείων κυρίως κρατών και οδηγώντας από την άλλη τους ίδιους τους μετανάστες, αλλά και τις λιγότερο ισχυρές οικονομικά χώρες υποδοχής τους, σε διαρκώς δυσχερέστερες συνθήκες διαβίωσης.

Επανερχόμενοι στο εθνικό πεδίο, η ελληνική πολιτεία καλείται να κινηθεί σε πολλές κατευθύνσεις παράλληλα, καθώς, όπως φαίνεται, τα ελληνικά νησιά αποτελούν κομβικό σημείο διέλευσης για πάνω από 200.000 μετανάστες και πρόσφυγες. Ωστόσο, συνειδητά, και κατά πλειοψηφία πλέον, οι πολιτικές παρατάξεις, δείχνουν να αδρανοποιούν τη δράση τους σε κάθε πτυχή του μεταναστευτικού ζητήματος. Βίαιοι σχηματισμοί, ρατσιστικές αναφορές, ναυάγια σε ελληνικά ύδατα, επιβεβαιώνουν ακράδαντα την στάση αυτή. Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική, για άλλη μια φορά δείχνει να μην είναι αποτελεσματική καθώς όπως φαίνεται αγνοεί την ροή αυτή μεταναστών και προσφύγων στη χώρα.

Η αναποτελεσματικότητα λοιπόν αυτή που ξεκινά σε κρατικά και επεκτείνεται σε ευρωπαϊκά επίπεδα, συμπερασματικά μπορεί να οφείλεται σε δυο λόγους. Από τη μια τίθεται ο οικονομικός παράγοντας, και η έλλειψη πόρων απαραίτητων για την πλήρη κοινωνική ένταξη των μεταναστών και προσφύγων στην εκάστοτε χώρα . Από την άλλη, προσεγγίζοντας κοινωνικά και ανθρωπιστικά το μεταναστευτικό, από την ίδια τη πολιτική ηγεσία των κρατών φαίνεται να μην αξιολογείται ως μείζον εθνικό ζήτημα, φέροντας ως επακόλουθο την απροθυμία επένδυσης πόρων για την οριστική διευθέτηση του. Κατ’επέκταση, διατηρείται αέναος έναν φαύλος κύκλος διαρκούς κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής εξασθένισης.

 * H Ελένη Μέτσα είναι  δημοσιογράφος