Ευθανασία και σύγχρονοι προβληματισμοί. Του Ι. Ν. Μαρκόπουλου

by/ 0 Comments / 111 View / 20/09/2016

Με αφορμή τον θάνατο του δημοσιογράφου Αλέξανδρου Βέλιου και το αξιοπρεπές δικαίωμά του, που με σθεναρότητα άσκησε, στην ευθανασία, θα ήθελα με σεβασμό προς την ιερότητα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ζωής να καταθέσω, ως εναύσματα προβληματισμού, κάποιες δικές μου απόψεις, από τη σκοπιά της φιλοσοφίας και της ηθικής της τεχνοεπιστήμης, ως μέρος της σχετικής συζήτησης που η «Εφ.Συν.» έχει ήδη ξεκινήσει.

Το ιδιαίτερης ιατρικής, νομικής, κοινωνικής και ηθικής σημασίας πρόβλημα της ευθανασίας δεν είναι πρόσφατο, αφού ταλανίζει την ανθρωπότητα ήδη από αρχαιοτάτων χρόνων.

Αναφερόμενη, έστω και σε μια πολύ υποτυπώδη, σε σχέση με τη σύγχρονη εποχή, ιατρική πράξη, η ξεκάθαρη εντολή στον Ορκο του Ιπποκράτη «Ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον…», μαρτυρεί τη σημασία του ζητήματος της ιατρικώς υποβοηθούμενης θεληματικής ευθανασίας (εδώ ουσιαστικά αυτοκτονίας) από τη σκοπιά της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας.

Σήμερα ωστόσο, στην εποχή της ταχύτατης ανάπτυξης της ιατρικής τεχνολογίας και της βιοϊατρικής, το πρόβλημα της ευθανασίας, αν και παραμένει σταθερό ως προς την ουσία του –αφού το τελικό αποτέλεσμα είναι πάντα ο συντομότερος τερματισμός της ζωής–, έχει αποκτήσει πιο εξειδικευμένες εκφάνσεις και επιμέρους ιατρικές πρακτικές.

Ας διευκρινίσουμε εν συντομία ότι μιλώντας για ευθανασία διαχωρίζουμε –έστω κι αν αυτό δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο και εφικτό– την ενεργητική ευθανασία (που θεωρείται, σχεδόν παγκόσμια, νομικώς και ηθικώς απορριπτέα) από την παθητική ευθανασία (που εφαρμόζεται αρκετά συχνά).

Η πρώτη μορφή αφορά μια ιατρική ή ιατρικής μορφής επέμβαση, που οδηγεί άμεσα στον θάνατο, και η δεύτερη τη μη εφαρμογή ή απόσυρση μιας υποστηρικτικής ιατρικής θεραπείας ή τεχνολογίας (π.χ. παύση χορήγησης τροφής ή διακοπή λειτουργίας του αναπνευστήρα), με τον θάνατο να αφήνεται να επέλθει. Διακρίνουμε επίσης και μια τρίτη μορφή ευθανασίας, την έμμεση.

Στην περίπτωση αυτή γίνεται αποδεκτό το «δόγμα του διπλού αποτελέσματος», όταν η ιατρική, στην περίπτωση αυτή, πράξη τείνει να έχει περισσότερα παράπλευρα, ας πούμε, αποτελέσματα από εκείνα που είχαμε την πρόθεση αρχικά να επιφέρουμε.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η ευθανασία μπορεί να γίνεται με τη συγκατάθεση του ασθενούς (θεληματική) ή χωρίς τη συγκατάθεσή του (εφόσον δεν είναι σε θέση) ή και παρά τη θέλησή του (μη θεληματική).

Οσον αφορά την έμμεση ευθανασία, η ενισχυμένη, για παράδειγμα, χρήση μορφίνης, ως παυσίπονου στα τελικά στάδια εξέλιξης της ασθένειας, μπορεί να επιφέρει, σε μεγάλες δόσεις, το παράπλευρο όσο και καθοριστικό αποτέλεσμα της συντόμευσης της ζωής του αρρώστου.

Η τυφλή βέβαια αποδοχή αυτού του δόγματος είναι προβληματική από ηθικής σκοπιάς (βλ. για παράδειγμα, Julia Driver, «Ηθική Φιλοσοφία. Οι βασικές της αρχές», μτφρ., σχόλια και επιμ. Ι. Ν. Μαρκόπουλος, University Studio Press 2010, σσ. 176-184).

Στην περίπτωση χρήσης της μορφίνης, δύσκολα μπορεί κανείς να απεμπλέξει την αποδοχή του παράπλευρου αποτελέσματος από μια ενσυνείδητη πρώτιστη επιδίωξή του, από τη μεριά του ιατρικού ή νοσηλευτικού γενικότερα προσωπικού, που γνωρίζει πολύ καλά τις παρενέργειες αυτού του φαρμάκου.

Αναφορικά τώρα με το φλέγον, ουσιαστικό ζήτημα της κριτικής προσέγγισης του θέματος, ας αναφέρουμε καταρχάς ότι υπάρχουν, όχι σχετικιστικά νοούμενες εθνικές ιδιαιτερότητες, που σίγουρα δεν έχουν μόνο τοπικιστική σημασία.

Μία τέτοια περίπτωση, που γίνεται αποδεκτή από την ίδια τη χώρα, είναι η περίπτωση της Γερμανίας, με το ναζιστικό της παρελθόν της μενγκελικής ευγονικής βαρβαρότητας και με τις πρακτικές ευθανασίας που εφαρμόστηκαν.

Είναι επομένως νομικό, κοινωνικό και ηθικό χρέος όλων μας να μεριμνήσουμε, ώστε η οποιασδήποτε μορφής ευθανασία που θα αποδεχτούμε να μην οδηγήσει στην αποκαλούμενη «κατάρρευση του φράγματος», την κατάρρευση όλων των ταμπού που σχετίζονται με τη θανάτωση ανθρώπων, και στην κοινωνική αποδοχή μιας όλο και ευκολότερης θανάτωσης των πασχόντων ανθρώπων.

Ιδιαίτερα, επίσης, αν αναλογιστούμε τις συχνά πολύπλοκες και δύσκολες διανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και μέσα στις ίδιες τις οικογένειες (οικονομικές προστριβές, προβλήματα κληρονομικά, πιέσεις που μπορούν να ασκηθούν πάνω στον ασθενή κ.λπ.), το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα της ανάγκης μεταμοσχεύσεων, τη συχνή αδιαφάνεια προθέσεων και ενεργειών, τον οικονομισμό που διαφεντεύει τη ζωή μας, και άρα και τις νοσοκομειακές μονάδες αλλά και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, όπως βέβαια και την ανθρωποφαγική ζούγκλα που υπάρχει εκεί έξω, τότε σίγουρα το κορυφαίο αυτό ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα σε έναν στενό νομικιστικό θετικισμό.

Το ζήτημα επίσης δεν είναι πρωτίστως τεχνικής–ιατρικής φύσεως ή θρησκευτικής. Είναι πρωτίστως φιλοσοφικής και ηθικής, με το αντίστοιχο αξιακό τους περιεχόμενο.

Με γνώμονα την αριστοτελική φρόνηση και τις καντιανές έννοιες της καλώς νοούμενης αυτονομίας αλλά και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που είναι ίσως μία από τις μέγιστες, αν όχι η μέγιστη ανθρώπινη αξία, με χριστιανική ταπεινοφροσύνη (από τη μεριά της ιατρικής), ανθρωπιά και ευσπλαχνία, θα μπορούν ίσως γιατροί και νοσηλευτικό γενικότερα προσωπικό, ασθενείς και οικείοι να βρίσκουν κάθε φορά τον δρόμο για λιγότερο ανθρώπινο πόνο και περισσότερη ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Αν πρώτιστη μέριμνά μας θα είναι η μεγιστοποίηση της ανθρωπιάς και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τότε το ζήτημα της ευθανασίας θα είναι πιο ουσιαστικά και πιο εύκολα αντιμετωπίσιμο.

* Ο Ι. Ν. Μαρκόπουλος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ

-Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20/09/2016