Δικαστήρια στην εξυπηρέτηση του επιχειρηματικού κέρδους ή Δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες; του Χριστόφορου Σεβαστίδη

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δικαστήρια στην εξυπηρέτηση του επιχειρηματικού κέρδους ή Δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες; του Χριστόφορου Σεβαστίδη / 10 View / 06/06/2020

Ο παραπάνω αυστηρά μανιχαϊκός τρόπος που εισάγεται για συζήτηση ένα κεφαλαιώδες ζήτημα, όπως ο σκοπός στον οποίο οφείλει να υποτάσσεται μια κορυφαία κρατική λειτουργία, δεν είναι ούτε υπερβολική ρητορεία ούτε εμπεριέχει κάποιου είδους ιδεολογική προκατάληψη. Αποτελεί μία ακριβή αποτύπωση της πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται με μορφή καταιγιστική εδώ και μερικά χρόνια.

Επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του σχεδίου Νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης, του οποίου ολοκληρώθηκε η διαβούλευση με τίτλο «Ρυθμίσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο και διατάξεις για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης», και τελεί σε αδιάσπαστη ενότητα με το σχέδιο Νόμου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας … και λοιπές διατάξεις», καθώς εξυπηρετεί την ίδια λογική.

Στη γενική συνέλευση της Ενωσής μας, στις 14 Δεκεμβρίου 2019, αναφέρθηκα σε μια αντίληψη που προσπαθεί να κερδίσει έδαφος σε πολλές κοινωνίες και απαιτεί την αξιοποίηση της Δικαιοσύνης ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας. Η θεωρία αυτή του συσχετισμού Δικαιοσύνης και επενδύσεων καλλιεργείται ήδη από καιρό στην Ε.Ε. Σε μελέτη του 2017, που εκπονήθηκε από το ευρωπαϊκό Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC), καταγράφεται συσχέτιση μεταξύ της βελτίωσης της αποδοτικότητας των δικαστηρίων και του ποσοστού ανάπτυξης της οικονομίας.

Αλλά και μεταξύ της αντίληψης που έχουν οι ιδιοκτήτες και τα στελέχη επιχειρήσεων για την ανεξαρτησία του συστήματος της Δικαιοσύνης και της αύξησης της παραγωγικότητας. Ιδιες μελέτες με εξαγωγή όμοιων συμπερασμάτων έχουν γίνει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ηδη από τον Ιούλιο του 2019 είχε διαφανεί μία από τις προτεραιότητες της κυβέρνησης που ήταν η σύσταση «ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται ειδικού χαρακτήρα υποθέσεις (όπως επενδύσεων, εμπορικών συμβάσεων, ανταγωνισμού κ.ά.) από δικαστές με αντίστοιχη εξειδίκευση» (www.capital.gr 15.7. 2019). Κατά την περίοδο συζήτησης του νέου αναπτυξιακού νόμου τέθηκε και πάλι στο τραπέζι η εξαγγελία της κυβέρνησης. Στη συνέχεια, στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και ο υπουργός Δικαιοσύνης μιλώντας κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. του ΣΕΒ.

Στις 6.4.2020 η εφημερίδα «Καθημερινή» με τίτλο «Και η Δικαιοσύνη στη μάχη ανάταξης της οικονομίας», κάνει λόγο για ίδρυση ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια που θα δικάζουν fast track υποθέσεις σημαντικού οικονομικού ενδιαφέροντος.

Μάλιστα στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι ο νέος θεσμός «που θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάταξη της οικονομίας… προβλέπεται να υπηρετηθεί από δικαστές έμπειρους, που είτε διαθέτουν ανάλογη εμπειρία είτε έχουν μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών. Σημαντικό στοιχείο των νέων ρυθμίσεων αποτελεί και η πρόβλεψη, ώστε σημαντικά αναπτυξιακά προγράμματα να εκδικάζονται κατ’ εξαίρεση όχι μόνο από τα ειδικά τμήματα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, αλλά κατευθείαν και σε ανώτερο δικαιοδοτικό βαθμό…».

Με το Σχέδιο Νόμου προβλέπεται στο άρθρο 361 η συγκρότηση ειδικών τμημάτων πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των αγωγών που αφορούν διαφορές από ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ενέργεια, προσωπικά δεδομένα. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι «σε κάθε περίπτωση η εκδίκαση των υποθέσεων της παρ. 1 και η έκδοση αποφάσεων γίνονται κατά απόλυτη προτεραιότητα».

Μέχρι σήμερα η κατανομή των δικαστικών λειτουργών στα τμήματα ενός δικαστηρίου γίνεται αναλογικά με τον αριθμό των υποθέσεων που εισάγονται και εκκρεμούν σε κάθε διαδικασία, ώστε να μην παρατηρείται μια ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση σε κάποιο από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Ούτε οι ολομέλειες των δικαστηρίων ούτε η εκτελεστική εξουσία θα μπορούσαν, χωρίς κάποια προφανή δικαιολογητική βάση, να δώσουν ιδιαίτερη προτεραιότητα στην εκδίκαση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων σε βάρος των υπολοίπων.

Γιατί με τον τρόπο αυτόν θα εισαγόταν μια ειδική μεταχείριση κατά την απόλαυση ενός συνταγματικού δικαιώματος, όπως εν προκειμένω της παροχής έννομης προστασίας. Κατά καιρούς ο νομοθέτης επέβαλε τη συντομότερη έκδοση δικαστικών αποφάσεων, που αφορούν ωστόσο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (π.χ. εργατικές διαφορές).

Οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν θα μπορούσαν υπό οποιαδήποτε προσέγγιση και ερμηνεία να ενταχθούν στις ευαίσθητες κοινωνικές κατηγορίες. Μετά την ικανοποίηση από τα τέλη του προηγούμενου έτους του χρόνιου αιτήματός τους (του ΣΕΒ, του ΕΒΕΑ) για θεσμοθέτηση εναλλακτικών μορφών επίλυσης των διαφορών, όπως η ιδιωτική διαμεσολάβηση, φαντάζει αρκετά αντιφατικό και ακατανόητο να είναι οι πρώτοι που επιδιώκουν την ταχύτερη και προνομιακή εκδίκαση των υποθέσεών τους από τα δικαστήρια.

Οι επενδυτές εξάλλου, σε αντίθεση με την πλειονότητα των πολιτών, θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσουν τις πολύωρες και δαπανηρές συζητήσεις ενώπιον των διαμεσολαβητών. Η Δικαιοσύνη οφείλει να έχει στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων της τη μεγάλη πλειονότητα, που στερούμενη οικονομικών πόρων, χρόνου και ειδικών συμβούλων προσβλέπει στο Κοινωνικό Κράτος και στις δομές του.

Η δημιουργία νέων τμημάτων και η στελέχωσή τους με ανθρώπινο δυναμικό ισοδυναμεί κατά λογική ακολουθία με αποδυνάμωση των υπόλοιπων τμημάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών παραμένει αμετάβλητος.

Θα χρειαζόταν, πιστεύω, αρκετή προσπάθεια για να πείσει κανείς τον εργαζόμενο που περιμένει να δικαστεί η υπόθεσή του για μη καταβολή δεδουλευμένων, τον γονιό που περιμένει να του επιδικαστεί η μηνιαία διατροφή για τα τέκνα των οποίων έχει την επιμέλεια, τον τραυματισθέντα από τροχαίο ατύχημα που διεκδικεί την αποζημίωση για τα νοσήλια και τη θεραπεία του, ότι οι υποθέσεις τους θα καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο λόγω της αποψίλωσης των αντίστοιχων τμημάτων των δικαστηρίων και αντιστρόφως της ενίσχυσης των νέων τμημάτων για τις επιχειρηματικές υποθέσεις.

Τα νέα τμήματα για τις επιχειρηματικές διαφορές όχι μόνο θα αποδυναμώσουν αριθμητικά τα υπόλοιπα τμήματα των μεγάλων δικαστηρίων, αλλά η κυβέρνηση φιλοδοξεί να τα στελεχώσει με τους εμπειρότερους και τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους δικαστικούς λειτουργούς. Πέρα από την απαράδεκτη αξιακή κατηγοριοποίηση και τον κίνδυνο ελιτισμού που ελλοχεύει σε τέτοιου είδους διαιρέσεις, ανάλογες απαιτήσεις τυπικών προσόντων δεν συναντούμε σε κανένα από τα υπόλοιπα τμήματα.

Οσο κι αν τα Συντάγματα θέτουν στο ίδιο επίπεδο αναγνωρισμένα από δεκαετίες ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όσο κι αν οι διακηρύξεις διεθνών οργανισμών περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφεύγουν τις ιεραρχήσεις και την προτεραιοποίηση, το κράτος αποτελεί τον μηχανισμό για την επιβολή τους. Ανάμεσα σε πολλά ίσα δικαιώματα η πολιτική εξουσία αποφασίζει την ειδική βαρύτητα που θα προσδώσει σε καθένα χωριστά.

Αρκούν, ωστόσο, ο καθορισμός και η επιδίωξη ενός πολιτικού προτάγματος για να μεταβάλουν τον προσανατολισμό ενός ανεξάρτητου κρατικού θεσμού, όπως η Δικαιοσύνη, και να του δώσουν μια ορισμένη κατεύθυνση; Η έμμεση υπόδειξη για το προέχον έννομο αγαθό που είναι η επιχειρηματικότητα διαποτίζει ανακοινώσεις, ομιλίες, αρθρογραφία.

Γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί μια κυρίαρχη συνείδηση μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης, ούτε από τους πολίτες ούτε από τους εφαρμοστές του δικαίου. Το Σύνταγμα, ωστόσο, που καλούνται οι δικαστικοί λειτουργοί να εφαρμόσουν, αποτελεί προϊόν ενός ιστορικού κοινωνικού συμβιβασμού και αρνείται να μπει στη λογική συγκυριακών πολιτικών επιδιώξεων.

* Δ.Ν. – Εφέτης, πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. (Ολόκληρο το άρθρο στην ηλεκτρονική «Εφ.Συν.»)