Η δεσμία αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας – του Ηλία Νικολόπουλου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η δεσμία αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας – του Ηλία Νικολόπουλου / 5 View / 04/07/2019

Tο γεγονός ότι σε λίγες ημέρες θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές, το προβαλλόμενο επιχείρημα περί άσκησης από την παρούσα κυβέρνηση μόνο των «τρεχουσών» υποθέσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει γιατί δεν μπορούν να υπαχθούν στις «τρέχουσες» υποθέσεις οι συνταγματικά προβλεπόμενες αρμοδιότητες, όταν μάλιστα εν προκειμένω η διαδικασία για την επιλογή του προέδρου και εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έχει ήδη ξεκινήσει από τις αρχές Μαΐου.

Σε κάθε Κοινοβουλευτική Δημοκρατία η θέση του ανώτατου άρχοντα (κληρονομικού ή αιρετού) είναι τιμητική. Αν και καθιερώνεται ο δυαδισμός της εκτελεστικής λειτουργίας (αρχηγός του κράτους αφενός και πρόεδρος κυβέρνησης αφετέρου), η εκτελεστική λειτουργία ασκείται ουσιαστικά από την κυβέρνηση η οποία μέσω της κοινοβουλευτικής ευθύνης ταυτίζεται με την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Επίσης τα μέλη της κυβέρνησης ευθύνονται, εκτός από τις δικές τους πράξεις ή παραλείψεις ατομικά, και για τις πράξεις ή παραλείψεις του υπουργικού συμβουλίου και για τις πράξεις ή παραλείψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι κατ’ αρχήν μη αυτοτελές όργανο του κράτους (εκτός των ρητά προβλεπομένων εξαιρέσεων της 2ης παραγράφου του άρθρου 35), γιατί καμία πράξη του δεν ισχύει ούτε εκτελείται χωρίς την υπουργική προσυπογραφή (άρθρο 35 παρ.1 του Συντ.).

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με ρητές συνταγματικές διατάξεις, πρέπει να προσυπογράφονται από το υπουργικό συμβούλιο τέσσερις πράξεις

1. Η διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη εκλογών (άρθρα 41 παρ. 2 και 3 και 53 παρ. 1)
2. Η έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου (άρθρα 44 και 48)
3. Η παράταση της ισχύος του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους που έληξε ή λήγει (άρθρο 79 παρ. 5) και
4. Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του ΣτΕ, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του εισαγγελέα του Α.Π., του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του γενικού επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 90 παρ. 5).

Επισημαίνω κατ’ αρχήν ότι οι παραπάνω αρμοδιότητες ανατίθενται από το Σύνταγμα σε κάθε υπουργικό συμβούλιο νόμιμα υφιστάμενο, αδιαφόρως αν βρίσκεται στην αρχή, στη μέση ή πλησιάζει στο τέλος της θητείας του.

Στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά συστήματα είναι πρόδηλο και αναντίρρητο ότι η προσυπογραφή των πράξεων του Προέδρου της Δημοκρατίας σημαίνει κατ’ αρχήν τη σύμπραξη των δύο βασικών παραγόντων της εκτελεστικής λειτουργίας, όχι όμως ισότιμα, γιατί την τελική απόφαση την έχει η κυβέρνηση, ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας την περιβάλλει συναινώντας με το κύρος της υπογραφής του.

Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ότι η υπογραφή των κρατικών πράξεων (διαταγμάτων) από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν είναι η κύρια υπογραφή ούτε η προσυπογραφή των μελών του υπουργικού συμβουλίου παρεπόμενη (παρεπόμενες). Αν και εννοιολογικά η προσυπογραφή της πράξης (του διατάγματος) του Προέδρου της Δημοκρατίας έπεται, ουσιαστικά στην πράξη προηγείται.

Ουσιαστικά το σχέδιο διατάγματος καταρτίζεται εξ ολοκλήρου από τον αρμόδιο υπουργό, σύμφωνα με την πρόταση του υπουργικού συμβουλίου όπως εν προκειμένω, και στέλνεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προσυπογεγραμμένο -υπογραφές εν προκειμένω του υπουργού (ή υπουργικού συμβουλίου) που φανερώνουν την πρόταση και υπογραφές που υποδηλώνουν την προσυπογραφή.

Είναι αυτονόητο ότι η αρμοδιότητα του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος σχετικά με την επιλογή των επικεφαλής της δικαστικής λειτουργίας ανατίθεται στο εκάστοτε υπουργικό συμβούλιο χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό και οφείλει να εφαρμοστεί την 1η Ιουλίου κατά την έναρξη του δικαστικού έτους για να μη μείνει ακέφαλη η δικαστική λειτουργία.

Οπως το εκάστοτε υπουργικό συμβούλιο οφείλει να ασκεί τις συνταγματικά ανατεθειμένες σε αυτό αρμοδιότητες, έτσι και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αρνείται την υπογραφή – έκδοση προεδρικού διατάγματος γιατί έχει κατ’ αρχήν δεσμία αρμοδιότητα και όχι διαζευκτική ευχέρεια (facultas alternativa).

H μοναδική δυνατότητα που του παρέχεται από το Σύνταγμα και με την ιδιότητά του ως ρυθμιστή του πολιτεύματος είναι όταν η κρατική πράξη-διάταγμα είναι κατά τη γνώμη του πρόδηλα παράνομη ή αντισυνταγματική, οπότε οφείλει να εκφράσει εμπιστευτικά τη γνώμη του στον υπουργό/υπουργούς και αν επιμείνουν οφείλει να υποχωρήσει δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 82 του Συντάγματος, τη γενική πολιτική της χώρας την καθορίζει και κατευθύνει η κυβέρνηση. Δεν μπορεί να προβαίνει σε έλεγχο σκοπιμότητας των διαταγμάτων στην έκδοση των οποίων συμπράττει. (Μόνο αρμοδιότητα αναπομπής ψηφισμένου νομοσχεδίου τού παρέχει το άρθρο 42, αρμοδιότητα που δεν έχει ασκηθεί ποτέ μέχρι σήμερα.)

Είναι αυτονόητο ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως μη αυτοτελές όργανο του κράτους οφείλει να συμπράττει με την υπογραφή του στην έκδοση διατάγματος που υποβάλλεται σε αυτόν από το υπουργικό συμβούλιο κατά την άσκηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 90 παρ. 5 συνταγματικής αρμοδιότητάς του.

Σε αντίθετη περίπτωση οφείλονται εξηγήσεις για το χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση του οποίου ένα υπουργικό συμβούλιο καθίσταται υπουργικό συμβούλιο de facto μειωμένων αρμοδιοτήτων, μη δυνάμενο να ασκήσει την προβλεπόμενη συνταγματική αρμοδιότητα της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ελλείψει ρητής συνταγματικής διάταξης που να το προβλέπει.

Το γεγονός ότι σε λίγες ημέρες θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές, το προβαλλόμενο επιχείρημα περί άσκησης από την παρούσα κυβέρνηση μόνο των «τρεχουσών» υποθέσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει γιατί δεν μπορούν να υπαχθούν στις «τρέχουσες» υποθέσεις οι συνταγματικά προβλεπόμενες αρμοδιότητες, όταν μάλιστα εν προκειμένω η διαδικασία για την επιλογή του προέδρου και εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έχει ήδη ξεκινήσει από τις αρχές Μαΐου με την ολοκλήρωση της διαδικασίας προεπιλογής από τον υπουργό και τη Διάσκεψη των Προέδρων και έχουν γίνει γνωστές στο πανελλήνιο οι επιλογές των προσώπων και έχουν υποβληθεί τα σχέδια Π.Δ. από το υπουργικό συμβούλιο για την επιλογή συγκεκριμένων ανώτατων δικαστικών λειτουργών για τις κενωθείσες θέσεις.

Σε κάθε περίπτωση de constitutione lata δεν υπάρχει συνταγματικό άρθρο ή διάταξη που να επιβάλλει στην κάθε κυβέρνηση τον περιορισμό της στη διαχείριση μόνο των τρεχουσών υποθέσεων (ακόμα και αν υποτεθεί ότι η αρμοδιότητα που έχει βάσει του άρθρου 90 παρ. 5 δεν είναι τρέχουσα) εν όψει εκλογών και κατά την προεκλογική περίοδο, δεδομένου ότι μέχρι την ορκωμοσία της επόμενης οφείλει να ασκεί τις συνταγματικά προβλεπόμενες αρμοδιότητες.