Η κρίση του COVID-19: Μια καμπή για το ευρωπαϊκό εγχείρημα

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η κρίση του COVID-19: Μια καμπή για το ευρωπαϊκό εγχείρημα / 1 View / 04/04/2020

Με δημόσια δήλωση την οποία συνυπογράφουν περισσότεροι από 400 ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι από όλη την Ευρώπη, το EuroMemo Group (Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη), ζητά ριζική αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής και τονίζουν πως η κρίση του COVID-19 αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα κρίσιμο τεστ αλληλεγγύης τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και για τον κόσμο

Στη δήλωση που συνέταξε το EuroMemo Group, ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο οικονομολόγων και ερευνητών, περισσότεροι από 400 ακαδημαϊκοί ζητούν ριζική αλλαγή της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η δήλωση ασκεί κριτική στη νεοφιλελεύθερη στροφή στις οικονομικές πολιτικές τις τελευταίες δεκαετίας και ιδίως μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, που πυροδότησε τις πολιτικές λιτότητας, καθώς και την υποχρηματοδότηση και την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, οι συνέπειες των οποίων επηρεάζουν σε κρίσιμο βαθμό την ικανότητα τν κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κρίσης που προκαλεί η επιδημία του κορωνοϊού

Οι Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη (EuroMemo Group) είναι ένα δίκτυο ευρωπαίων οικονομολόγων που δεσμεύεται να προωθήσει την πλήρη και ποιοτική απασχόληση, την κοινωνική δικαιοσύνη με εξάλειψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την οικολογική βιωσιμότητα και τη διεθνή αλληλεγγύη.

Η δήλωση αναλυτικά:

Η κρίση του COVID-19 – μια καμπή για το ευρωπαϊκό εγχείρημα

Μπροστά στην τεράστια ανθρώπινη δυστυχία σε ολόκληρη την Ευρώπη, η κρίση του COVID-19 αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα κρίσιμο τεστ αλληλεγγύης τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και για τον κόσμο. Μετά την ανεπαρκή – ως προς την οικονομική πολιτική – απάντηση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση του 2008, μια ακόμα αποτυχία να επιτευχθούν αποτελεσματικές και συνεργατικές απαντήσεις θα επιδεινώσει τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις μεταξύ των κρατών μελών. Στην περίπτωση αυτή, είναι αναπόφευκτη μια περαιτέρω στασιμότητα, αν όχι η κατάρρευση του σχεδίου ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

 Αν μη τι άλλο, η επιδημία COVID-19 έχει καταργήσει προσωρινά το φετίχ της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ – τη «λιτότητα». Ερχόμενη αντιμέτωπη με μαζική ανεργία και πρωτοφανή επίπεδα πτώχευσης εταιριών ως συνέπεια της διακοπής της οικονομικής δραστηριότητας από τις κυβερνήσεις, οι νεοφιλελεύθερες και συντηρητικές πολιτικές ελίτ θέσπισαν γρήγορα μαζικά δημόσια προγράμματα στήριξης συνολικού μεγέθους 10% ή περισσότερο του ΑΕΠ της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέστειλε τα κριτήρια του χρέους του Δημοσιονομικού Συμφώνου και απέσυρε στην ουσία τους αυστηρούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, ενώ μετά από κάποια διστακτικότητα η ΕΚΤ θέσπισε νέο πρόγραμμα νομισματικής χαλάρωσης. Το κεντρικό οικονομικό δόγμα της τελευταίας δεκαετίας, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο φέρει την ευθύνη για τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΕ, εγκαταλείφθηκε γρήγορα στην προσπάθεια να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα από μια δυνητικά υπαρξιακή κρίση. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα μια αλλαγή παραδείγματος, όπως έδειξε η οικονομική κρίση του 2008/09.

Ομοίως, η κρίση εξέθεσε αμείλικτα τις τραγικές αποτυχίες τριών δεκαετιών ιδιωτικοποιήσεων και υποχρηματοδότησης του δημόσιου τομέα, ιδιαίτερα για την παροχή υπηρεσιών υγείας. Το βάρος πέφτει συντριπτικά στα συστήματα δημόσιας υγείας που στερούνται οικονομικής στήριξης και έχουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Η ζωτική σημασία ενός ισχυρού δημόσιου τομέα αποδεικνύεται ευρέως από αυτή την κρίση και θέτει τέλος στο νεοφιλελεύθερο παραμύθι του ελάχιστου κράτους. Η κρίση του COVID-19 εκθέτει τις τρομερές συνέπειες των δημοσιονομικά στραγγαλισμένων δημόσιων τομέων, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα που υπέφεραν περισσότερο από την οικονομική πόλωση και τη δημοσιονομική λιτότητα που τους επιβλήθηκε κατά την τελευταία δεκαετία. Αυτό δεν είναι μια απλή σύμπτωση.

Στο πλαίσιο αυτό, η έλλειψη αλληλεγγύης που επέδειξαν η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και άλλα μέλη της ΕΕ έναντι των χωρών που πλήττονται περισσότερο από την πανδημία είναι τραγική. Οι απαγορεύσεις εξαγωγής ιατρικού εξοπλισμού, το κλείσιμο των συνόρων και, κυρίως, η πεισματική άρνηση να εισαχθούν ακόμη και κορονο-ομόλογα (ομόλογα ειδικού σκοπού για την αντιμετώπιση της πανδημίας λόγω του κορονοϊού έκδοσης από κεντρικό ευρωπαϊκό θεσμό), αν όχι πιο εκτεταμένες και μόνιμες μορφές αμοιβαιότητας δημοσίου χρέους, προκαλούν τεράστια ζημιά στην πολιτική συνοχή της ΕΕ. Το γεγονός ότι σε αυτή την κατάσταση πολιτικοί ηγέτες όπως ο Ιταλός πρωθυπουργός Giuseppe Conte υπογραμμίζουν εμφανώς την υποστήριξη που έλαβαν από την Κίνα, τη Ρωσία και άλλες χώρες, είναι ενδεικτικό της ευρείας απογοήτευσης από την πολιτική κατάσταση στην ΕΕ.

Επιπλέον, οι συντηρητικές και εθνικιστικές δυνάμεις χρησιμοποιούν την κρίση αυτή για να εμποδίσουν οποιαδήποτε λύση στην ανθρωπιστικά αποκρουστική κατάσταση των προσφύγων που βρίσκονται σήμερα στα σύνορα της ΕΕ και τα ελληνικά νησιά. Θέτοντας και την ίδια σε κίνδυνο, η ΕΕ αγνοεί την επικείμενη ανθρωπιστική και οικονομική κρίση στον Παγκόσμιο Νότο και ιδιαίτερα στην αφρικανική ήπειρο.

Επομένως, η κρίση του COVID-19 δεν θα μείνει στη μνήμη μας μόνο ως ανθρωπιστική καταστροφή που συνεπάγεται την απώλεια χιλιάδων ζωών, αλλά πιθανότατα ως σημείο καμπής για το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η κρίση θα έχει μεγάλο κοινωνικό κόστος υπό τη μορφή υψηλών επιπέδων ανεργίας, αυξημένων επιπέδων φτώχειας και περαιτέρω διεύρυνσης των ανισοτήτων. Δεδομένης της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών, ο κεντρικός ρόλος των εθνικών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια της κρίσιμης φάσης της επιδημίας ήταν προφανώς αναπόφευκτος. Μόλις η χειρότερη φάση της κρίσης μειωθεί, οι αδυναμίες των εθνικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της κρίσης θα γίνουν εμφανείς.

Ο υψηλός βαθμός χρηματοπιστωτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης απαιτεί ένα συντονισμένο και συνεργατικό πρόγραμμα σε επίπεδο ΕΕ για την ανοικοδόμηση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει να σπάσει αποφασιστικά τον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό των πολιτικών της ΕΕ τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Πρέπει να μετασχηματίσει την ευρωπαϊκή οικονομία προς ένα μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης που δρα χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς και με περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Για το σκοπό αυτό, το Ευρωπαϊκό Green Deal πρέπει να μετατραπεί σε Ευρωπαϊκό Green New Deal. Πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην κοινωνική διάσταση με πολιτικές προτάσεις σε επίπεδο ΕΕ για την αντιμετώπιση της μαζικής ανεργίας, της φτώχειας και της ανισότητας. Οι ζημιές που έχουν υποστεί οι δημόσιες υπηρεσίες από το νεοφιλελεύθερο δόγμα πρέπει να διορθωθούν μέσω της αναβάθμισής τους. Η περιβαλλοντική διάσταση πρέπει να μετασχηματίσει τα συστήματα ενέργειας, μεταφορών και τροφίμων, καθώς και να μειώσει αποφασιστικά το οικολογικό μας αποτύπωμα και τα επίπεδα εκπομπών άνθρακα. Η δημοκρατική διάσταση πρέπει να συνεπάγεται τη συμμετοχή των πολιτών στην από κοινού λήψη αποφάσεων σχετικά με τις επενδυτικές προτεραιότητες, ιδίως σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Η χρηματοδότηση κυβερνητικών πρωτοβουλιών όχι μόνο για την αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης αλλά και για την αντιμετώπιση της κληρονομιάς αυτής της κρίσης και η οικοδόμηση ενός βιώσιμου μέλλοντος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μεμονωμένα από τις εθνικές κυβερνήσεις. Πρέπει να εισαχθούν κοινά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης ευρωομολόγων και ενός ισχυρού προϋπολογισμού της ΕΕ, όπως έχει ήδη υποστηριχθεί από πολλές χώρες της ΕΕ. Η κρίση του COVID-19 ανέδειξε ότι υπάρχουν διαθέσιμα οικονομικά μέσα για την υλοποίηση ενός μαζικού πανευρωπαϊκού προγράμματος κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού, εάν υπάρχει η πολιτική βούληση για την κινητοποίησή τους. Παρομοίως, πρέπει να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν γρήγορα διεθνείς πρωτοβουλίες για την ελάφρυνση του χρέους και την αναπτυξιακή βοήθεια. Καλούμε τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις να ενώσουν τις δυνάμεις τους πάνω σε αυτήν την ατζέντα και μαζί να πιέσουν για βαθιά πολιτική αλλαγή.

 Οι Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη (EuroMemo Group) είναι ένα δίκτυο ευρωπαίων οικονομολόγων που δεσμεύεται να προωθήσει την πλήρη και ποιοτική απασχόληση, την κοινωνική δικαιοσύνη με εξάλειψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την οικολογική βιωσιμότητα και τη διεθνή αλληλεγγύη.

Η Διευθύνουσα Επιτροπή της ομάδας EuroMemo αποτελείται από τους/τις: Marija Bartl (Amsterdam), Marcella Corsi (Rome), Judith Dellheim (Berlin), Wlodzimierz Dymarski (Poznan), Marica Frangakis (Athens), John Grahl (London), Peter Herrmann (Rome), Laura Horn (Roskilde), Maria Karamessini (Athens), Jeremy Leaman (Loughborough), Mahmood Messkoub (The Hague), Heikki Patomäki (Helsinki), Ronan O’Brien (Brussels), Werner Raza (Vienna), Magnus Ryner (London), Angela Wigger (Nijmegen).

left.gr