Απόλυτος ιδιοκτήτης το Ίδρυμα Νιάρχος

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Απόλυτος ιδιοκτήτης το Ίδρυμα Νιάρχος / 13 View / 15/06/2020

Ο γαλαντόμος και «αντισυμβατικός» πρόεδρος του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος Ανδρέας Δρακόπουλος φαίνεται ότι αποφάσισε πλέον να ασχοληθεί προσωπικά με το εξαιρετικά επιτυχημένο Κέντρο Πολιτισμού που ξεπέρασε κάθε προσδοκία σε επισκεψιμότητα και αναγνώριση. Δυστυχώς όμως το πρώτο δείγμα γραφής φαίνεται ότι είναι και στην περίπτωση αυτή η καρατόμηση και αντικατάσταση των στελεχών της διοίκησης που διασφάλιζαν όλο αυτό το διάστημα και το ελληνικό Δημόσιο με διορισμούς ημετέρων.

Από την επταμελή διοίκηση του Κέντρου Πολιτισμού, της οποίας προσωρινός πρόεδρος (μετά τη Λυδία Κονιόρδου) και διευθύνων σύμβουλος είναι ο Νίκος Μανωλόπουλος και μέλη οι Μ. Στέα, Α. Νοταράς, Δ. Κάρναβος (δήμαρχος Καλλιθέας). Γ. Κουμεντάκης, μεταξύ άλλων απομακρύνσεων προχωρά και στην αντικατάσταση του διευθύνοντος συμβούλου. Παρά την πετυχημένη πορεία του στη διαχείριση του Κέντρου Πολιτισμού, ο πρόεδρος του ιδρύματος τον αντικαθιστά τώρα με μια υψηλά αμειβόμενη υπάλληλο του ιδρύματος.

Η λεόντεια σύμβαση του ιδρύματος (2009) με το ελληνικό Δημόσιο έχει στο παρελθόν επικριθεί σφοδρά, δεδομένου ότι στην ουσία με αυστηρές ρήτρες, ενώ το ελληνικό Δημόσιο χρηματοδότησε με τη δωρεάν παραχώρηση της τεράστιας έκτασης την κατασκευή του Κέντρου Πολιτισμού (Κ.Π.), υποχρεώνεται σε περίπτωση αποτυχίας να επιστρέψει τα χρήματα που στοίχισε το έργο.

Μια από τις ελάχιστες διασφαλίσεις του ελληνικού Δημόσιου ήταν το άρθρο 2 παρ. 4 της σύμβασης που προέβλεπε ότι «Κατά την περίοδο διαχείρισης του Κ.Π. τα μέλη του Δ.Σ. θα είναι επτά (7) και θα ορίζονται αποκλειστικά από το Ε.Δ. Το Δημόσιο την ίδια περίοδο θα ορίζει στο Δ.Σ. του Οργανισμού ένα τουλάχιστον μέλος καθ’ υπόδειξη της Εθνικής Βιβλιοθήκης (ΕΒΕ) και ένα τουλάχιστον μέλος καθ’ υπόδειξη της Λυρικής (ΕΛΣ). Εν τούτοις, τα καθ’ υπόδειξη της ΕΒΕ και της ΕΛΣ διοριζόμενα μέλη δεν θα υπερβαίνουν τα τρία (3)».

Διαχείριση

Μόλις τον Φεβρουάριο οι ανακοινώσεις για τη μεγάλη επιτυχία του Κέντρου Πολιτισμού (ΚΠΙΣΝ) δεν άφηναν πλέον κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της καλής διαχείρισης και της συμβολής του.

Η επισκεψιμότητα έφτασε το 2019 σχεδόν το δεκαπλάσιο του επιχειρησιακού σχεδίου που είχε καταρτίσει το ίδρυμα ακριβώς πριν από την παράδοση στο Δημόσιο, με εξαιρετικά θετική γνώμη του κοινού και των 6,3 εκατ. επισκεπτών και με οικονομικά αποτελέσματα πολύ καλύτερα από όλες τις προβλέψεις.

Παρ’ όλα αυτά ο πρόεδρος του ιδρύματος πανηγυρικά σήμερα διαψεύδει με τις πρακτικές του όσα ο ίδιος δήλωνε σε συνέντευξή του: «Ξέρετε, στην Ελλάδα, πολύ συχνά, η φιλανθρωπία εκλαμβάνεται ως μια ενέργεια με την οποία είτε θέλεις κάτι να αποκρύψεις είτε να επωφεληθείς. Συνεπώς, αυτές οι δύο εκδηλώσεις για την υγεία και τον πολιτισμό ήρθαν να αναδείξουν πως το ίδρυμα στηρίζει έμπρακτα προγράμματα που συμβάλλουν στη συνεργασία φορέων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ως αποτελεσματικά μέσα υποστήριξης του κοινού καλού» (lifo.gr).

Αραγε κάπως έτσι φαντάζεται την εξέλιξη της νέας φιλανθρωπίας που θα περιλαμβάνει την ίδρυση δημόσιων νοσοκομείων;

Ως διευθύνουσα σύμβουλο τοποθετεί την Ελλη Ανδριοπούλου, υπάλληλο μέχρι σήμερα του ιδρύματος και από το 2017 υπεύθυνη της δωρεάς του. Η Ε. Ανδριοπούλου φέρεται να μην έχει καμία απολύτως πείρα στη διοίκηση οργανισμών.

Το νομικό και αξεπέραστο πρόβλημα που δημιουργείται εκτός των άλλων είναι ότι το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος αναλαμβάνει τώρα τη διοίκηση του Κέντρου Πολιτισμού τοποθετώντας ως διευθύνουσα σύμβουλο την υπάλληλό του, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες η ίδια θα εξακολουθήσει να λαμβάνει την ίδια αμοιβή που είναι τριπλάσια από εκείνη που λάμβανε ο νυν διευθύνων σύμβουλος, σύμφωνα με το ανώτατο πλαφόν που προβλέπει ο νόμος για τις αμοιβές διοικητικών στελεχών. Οι αμοιβές της διοίκησης του ιδρύματος μέχρι τώρα εκταμιεύονταν από τα 500.000 ευρώ ετησίως με τα οποία το Δημόσιο, δηλαδή το υπουργείο Οικονομικών, επιχορηγεί το Κ.Π.

Επομένως υπάρχουν δύο τινά: είτε το Δημόσιο θα πληρώνει παράνομα και εκτός πλαφόν έναν υπέρογκο μισθό είτε η διοίκηση του Κ. Π. στο εξής θα αμείβεται από το ίδιο το ίδρυμα, γεγονός όχι μόνο αντιδεοντολογικό αλλά και εξόφθαλμα μη νόμιμο. Το βασικό θέμα όμως είναι το εξής: Το ΚΠΙΣΝ διαχειρίζεται από πλευράς Δημοσίου τη σύμβαση μεταξύ Δημοσίου και ΙΣΝ για την κατασκευή και παράδοση του ΚΠΙΣΝ στο Δημόσιο. Η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει, όπως είναι γνωστό, πολύ σκληρούς όρους για το Δημόσιο, όπως την υποχρέωση επιστροφής του ποσού που δαπάνησε το ΙΣΝ για την κατασκευή, και μάλιστα εντόκως, σε περίπτωση παραβίασης των όρων της σύμβασης ή ολιγωρίας από το Δημόσιο. Στο πλαίσιο αυτό αποτελεί απολύτως ασυμβίβαστο η αμοιβή, άμεσα ή έμμεσα, της διοίκησης του ΚΠΙΣΝ από το ΙΣΝ. Θα ήταν σαν μια μόνιμη δωροδοκία των εκπροσώπων του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη από το άλλο.

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, αν ένας προμηθευτής ενός δημόσιου οργανισμού τοποθετούσε και πλήρωνε τα μέλη της διοίκησής του.

Βέβαια για τη σημερινή κυβέρνηση τίποτα δεν μοιάζει ακατόρθωτο και κανείς δεν την εμποδίζει να ξεπεράσει το «πρόβλημα» με νέα έκτακτη νομοθεσία λόγω… κορονοϊού!

Με δυο λόγια, μετά την πανηγυρική παράδοση του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος στο Δημόσιο τον Φεβρουάριο του 2017, το Κέντρο επιστρέφει πλέον στο φιλάνθρωπο ίδρυμα.

Και όπως έλεγε στην ίδια συνέντευξη ο κ. Δρακόπουλος: «Γι’ αυτό ως ίδρυμα προσπαθούμε πάρα πολύ να εξασφαλίζουμε όλες τις δικλίδες διαφάνειας και αξιοπιστίας, ώστε να μη δημιουργηθεί η αντίληψη ότι αποσιωπάται κάτι».

Μάλιστα!