Αποκλιμάκωση και στο βάθος διάλογος

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αποκλιμάκωση και στο βάθος διάλογος / 4 View / 27/07/2020

Η άμεση κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων σε συνδυασμό με τη διεθνή αντίδραση φαίνεται να αποθάρρυναν την Αγκυρα, αν και η NAVTEX για σεισμικές έρευνες νοτίως του Καστελόριζου συνεχίζει να ισχύει μέχρι τις 2 Αυγούστου ● Η ρευστότητα, ωστόσο, παραμένει και η επόμενη μέρα θα κριθεί από το αν, πότε και με ποια ατζέντα θα υπάρξει ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση

Η σταδιακή απόσυρση ορισμένων ναυτικών μονάδων της Τουρκίας στον ναύσταθμο του Ακσάζ, η επιστροφή άλλων πέρα από τα Δαρδανέλια και η παραμονή του ερευνητικού σκάφους «Ορούτς Ρέις» αρόδο στον κόλπο της Αττάλειας, είναι ενδείξεις ότι θα υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης, αν και η NAVTEX για σεισμικές έρευνες νοτίως του Καστελόριζου παραμένει σε ισχύ μέχρι τις 2 Αυγούστου και, βεβαίως, αυτή η ημερομηνία δεν αποτελεί ορόσημο, καθώς η NAVTEX μπορεί να ανανεωθεί και να επεκταθεί χρονικά ανά πάσα στιγμή το επιλέξει η Αγκυρα.

Πηγές του υπουργείου Αμυνας υπογράμμιζαν ότι το πολεμικό μας ναυτικό δεν εφησυχάζει και πως θα συνεχίσει να βρίσκεται σε επιφυλακή και να παρακολουθεί στενά τις τουρκικές κινήσεις μέχρι να επιστρέψει και το τελευταίο τουρκικό πλοίο στον ναύσταθμο.

Νεύρα και αναδίπλωση

Στην εκτίμηση της σταδιακής αποκλιμάκωσης συμβάλλει και η τουρκική ρητορική των τελευταίων δύο ημερών, που έχει πέσει σε τόνους και δεν συντηρεί μια πολεμική ατμόσφαιρα. Η δήλωση του προέδρου Ερντογάν, το Σάββατο («Προειδοποιούμε ανοιχτά όλους όσοι μιλούν και συμπεριφέρονται εναντίον της χώρας μας με τρόπο που δεν αρμόζει με την πολιτική, τη διπλωματία, την καλή πρόθεση και τη λογική: Εάν τολμάτε να καταβάλετε το τίμημα που εμείς έχουμε πληρώσει, ορίστε να αναμετρηθούμε. Αν δεν έχετε τέτοιο σκοπό, τότε το συντομότερο αρχίστε τις διαπραγματεύσεις»), μάλλον θεωρείται στοιχείο εκνευρισμού καθώς απέτυχε να αιφνιδιάσει την Αθήνα, όταν έβγαλε όλο τον τουρκικό στόλο στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο και ήρθε αντιμέτωπος με την άμεση κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Στην ουσία της δήλωσης αυτής υπάρχει ο διάλογος και όχι η αντιπαράθεση, που επικρέμαται ως φόβητρο, σε περίπτωση που δεν αρχίσουν οι διερευνητικές συνομιλίες, πρελούδιο για τις διαπραγματεύσεις.

Ομως πέρα από την καθαρά στρατιωτική πτυχή, υπήρξε και μια διπλωματική αντίδραση που αποθάρρυνε την Αγκυρα σε τυχοδιωκτικά παιχνίδια. Αμερικανοί, Γάλλοι, Ευρωπαίοι, αλλά κυρίως οι Γερμανοί, διεμήνυσαν στην Τουρκία ότι θα πρέπει να αποφύγει προκλήσεις που μπορεί να προκαλέσουν σύγκρουση και μάλιστα δύο συμμάχων στο ΝΑΤΟ. Πόσο μάλλον που η Τουρκία ζητάει επιμόνως από την Ε.Ε. να επαναδιαπραγματευτεί την τελωνειακή ένωση με την Ευρώπη αλλά και μια νέα συμφωνία για το προσφυγικό. Ενα θερμό ελληνο-τουρκικό επεισόδιο, για να μην κάνουμε λόγο για σύγκρουση, θα αποτελούσε ταφόπλακα για τους δύο βασικούς στόχους της τουρκικής πολιτικής πέρα από τον κίνδυνο διάλυσης του –κλινικά νεκρού κατά Μακρόν– ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, αυτό που υπάρχει τώρα είναι μια ρευστή κατάσταση και η επόμενη ημέρα θα καθοριστεί εν πολλοίς από το αν, πότε και με ποια ατζέντα θα υπάρξει η ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση.

Οι αρνητές του διαλόγου

Αν και δεν γνωρίζουμε πραγματικά τι διημείφθη στο Βερολίνο μεταξύ του εξ απορρήτων συμβούλου του προέδρου Ερντογάν, Ιμπραχίμ Καλίν, και της διευθύντριας του διπλωματικού γραφείου του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, Ελένης Σουρανή, το βέβαιο είναι πως ο διάλογος με την Τουρκία θα προκαλέσει μεγάλες τριβές στο εσωτερικό της Ν.Δ. και μια απόφαση του πρωθυπουργού να προχωρήσει θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον Αντώνη Σαμαρά και τους αρνητές της ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης.

Ομως τον δρόμο της διαπραγμάτευσης δείχνουν με επιμονή τόσο το Βερολίνο όσο και η Ουάσινγκτον και αυτή η στενωπός θα είναι και η μεγάλη δοκιμασία για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που ίσως αναγκαστεί να επιλέξει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.

Ο χρόνος τελειώνει και οι δύσκολες αποφάσεις βρίσκονται μπροστά μας. Ούτως ή άλλως, οι διαφορές μας με την Τουρκία μπορούν να λυθούν μόνο πολιτικά και πρέπει επιτέλους η Αθήνα να δημιουργήσει τις συνθήκες και να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων που μέχρι τώρα την έχει αποκλειστικά η Αγκυρα. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να το κάνει αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη, καθώς μέχρι σήμερα έχει αποδείξει το αντίθετο.