Έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Μπαχάρας -από τους τελευταίους Έλληνες κομμουνιστές των ΗΠΑ το ’50

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Μπαχάρας -από τους τελευταίους Έλληνες κομμουνιστές των ΗΠΑ το ’50 / 2 View / 29/10/2019

Αγωνιστής, από μικρό παιδί ταγμένος σε αντιστασιακές πράξεις έως το τέλος του βίου του (όχι ενάντια στο «λαϊκισμό» ή από «εθελοντισμό», αλλά ενάντια στους ναζιστές και τη χούντα, από συνειδητή επιλογή της προσφοράς στον αγώνα για ελευθερία και δημοκρατία), «έφυγε» από τη ζωή σήμερα Δευτέρα, στα 87 του χρόνια, μετά από πολύμηνη μάχη με σοβαρή ασθένεια.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γιάννης Μπαχάρας γεννήθηκε το 1932 στον Κρεμαστό Ευβοίας, ένα από τα χωριά της Κύμης, όπου ζούσε η μητέρα του Σοφία, κόρη του παπα-Γιάννη Παπαδημητρίου, περίφημου στην περιοχή για τις γνώσεις και τη σοφία του. Από πολύ νωρίς, στα χρόνια της κατοχής στρατεύτηκε, ως αετόπουλο και εκτελούσε εντολές κυρίως του θείου του καπετάν Ορέστη Μούντριχα για μεταφορές μηνυμάτων στα αντάρτικα στρατόπεδα από ράχη σε ράχη στα βουνά της Εύβοιας. Ως μαθητής Γυμνασίου, εντάχθηκε στο παράνομο ΚΚΕ.

Το 1952, για να αποφύγει τη σύλληψη και τη βέβαιη καταδίκη, κατέφυγε στο Μιλγουόκι των ΗΠΑ, όπου είχε σκοπό να σπουδάσει ιατρική, ενώ παράλληλα εργαζόταν σε εστιατόριο του θείου του. Ταξίδεψε μάλιστα με το ιστορικό υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» και ύστερα από 20 μέρες ταξίδι έφθασε στο Ellis Island και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του θείου του. Εκεί έμαθε γρήγορα πολύ καλά αγγλικά, γράφτηκε, αλλά δεν πήγε ποτέ στο πανεπιστήμιο και εργαζόταν στη λάντζα του εστιατορίου.

Η δραστηριότητά του ήταν διαρκής στην τοπική οργάνωση του Κ.Κ.Ε. καθώς και στο αμερικανικό Κ.Κ., ενώ ανέπτυξε μεγάλη φιλία με τον ελληνικής καταγωγής Nick Topping (Τοπιντζής), ο οποίος υπήρξε αριστερός διανοούμενος της πόλης και του τοπικού Κ.Κ. Αμερικής, με σημαντικό βιβλιοπωλείο, όπου γίνονταν οι κομματικές συναντήσεις. Σύμφωνα με όσα έλεγε ο ίδιος (αλλά και με βάση δημοσιεύματα) ήταν ο πρώτος που είχε καλέσει στην πόλη τους Beattles και την Joan Baez.

Λόγω της δραστηριότητάς του ως κομμουνιστής, φυλακίστηκε (1954) και στη συνέχεια στην περίοδο του μακαρθισμού, υπέστη συνεχείς διώξεις και ανακρίσεις από τον ίδιο τον Μακάρθι την περίοδο του μακαρθισμού, με αποτέλεσμα την απόφαση απέλασής του στην Ελλάδα, όπου τον περίμενε σίγουρη καταδίκη. Εξαιτίας έντονων κινητοποιήσεων από το αμερικανικό ΚΚ, τελικά απελάθηκε στην Πολωνία, όπου έφτασε με ειδικό αεροπλάνο και απόλυτη μυστικότητα.

Την παραμονή της απέλασής του, παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο ύστερα από υπόδειξη του κόμματος την Ρωσοεβραία (διωγμένη από τον Στάλιν) Ruth Heit, η οποία ήταν στέλεχος του αμερικανικού ΚΚ, η οποία σύντομα τον ακολούθησε στην Πολωνία. Η Ρουθ ανήκε στο μικρό κύκλο των Αμερικανών διανοουμένων, που ήσαν μέλη του αμερικανικού Κ.Κ. όπως οι σπουδαίοι Άρθουρ Μίλερ και Χάουαρντ Χωκς. O ίδιος ο εκλιπών έχει δηλώσει πήραν το χαρτί από το δημαρχείο και η τελετή έγινε από έναν πάστορα (!) στο σπίτι του, με λίγους συντρόφους παρόντες και με τις ευχές του για τη νίκη στον ταξικό αγώνα που έκαναν.

Στην Πολωνία ήταν δραστήριο στέλεχος του ΚΚΕ και των τοπικών οργανώσεων των προσφύγων. Εκεί σπούδασε Πολιτική Οικονομία και έκανε μαθήματα αγγλικών σε συντρόφους που τα χρειάζονταν. Τότε ανέπτυξε στενούς δεσμούς με πρόσωπα από τον διεθνή χώρο όπως με τον Ισπανό μετέπειτα ηγέτη του Καρβάλιο, αλλά και γνωστών διανοούμενων της εποχής που ανήκαν στο πρωτοποριακό ρεύμα ανανέωσης του κομμουνισμού: Παρακολούθησε με ενθουσιασμό την αποσταλινοποίηση στη Σοβιετική Ένωση επί Χρουστσώφ, και με τη διάσπαση του 1968 συντάχθηκε αμέσως με τον Παρτσαλίδη στο ΚΚΕ εσωτερικού, ενώ ταυτόχρονα συντάχθηκε στην Πολωνία με τους οπαδούς της Άνοιξης της Πράγας.

Στην Πολωνία είχε πολλούς φίλους και αρκετούς εχθρούς μέσα στον κομματικό μηχανισμό, κυρίως από την ομάδα του Ζαχαριάδη και έπειτα του Κολιγιάννη. Ο μεγαλύτερος κομματικός και προσωπικός του φίλος ήταν ο καπετάν Περικλής (Γιώργος Χουλιάρας) και η γυναίκα του Λουκία, ο οποίος του εμπιστεύθηκε το χειρόγραφο των απομνημονευμάτων του για να δημοσιευθεί μετά τον θάνατό του (βλ. έκδοση Θανάση Σφήκα, 2005).

Ο κλοιός έσφιγγε γύρω του στη Βαρσοβία, είχε καθημερινές κλήσεις για απολογία στην ασφάλεια μεταξύ των άλλων και για την «Εβραία» σύζυγό του- με την οποία δεν είχε πλέον δεσμό- την οποία εκβίαζαν να μεταναστεύσει «οικειοθελώς» στο Ισραήλ. Στον ίδιο υπεδείχθη πιεστικά να αποχωρήσει από την Πολωνία με την απειλή της απέλασης και έτσι βιαστικά μέσα σε δυό μέρες χωρίς να πάρει τίποτε από τα πράγματά του -κυρίως τα βιβλία του- έφυγε το 1970 κρυφά στην Δανία. Στη Δανία, το κόμμα τον ενέταξε στο Πατριωτικό Μέτωπο και δραστηριοποιήθηκε (πρόεδρος ΠΑΜ Δανίας), στη Σουηδία και στις Βρυξέλλες ενώ ήταν ο «πολιτικός επίτροπος» (κομισάριος) που συνόδευε την ομάδα του Μίκη Θεοδωράκη σε όλες τις συναυλίες στις ευρωπαϊκές πόλεις.

Από το 1971 έως το 1974 έμεινε στο Παρίσι, όπου και ανέπτυξε πλούσια κομματική δραστηριότητα στην οργάνωση του ΚΚΕ εσωτερικού και του Πατριωτικού Μετώπου και ακολούθησε με ενθουσιασμό το παράδειγμα του «Ιστορικού Συμβιβασμού» του ιταλικού ΚΚ, με τον Μπερλινγκουέρ και αργότερα την ομάδα του manifesto με την Ροσάνα Ροσάντα και την Λουτσιάνα Καστελίνα. Είχε ιδιαίτερη συνεργασία με ομάδες του Ρήγα Φεραίου και κυρίως με την ανανεωτική και «αλτουσεριανή» ομάδα του Νίκου Πουλαντζά, όπου μαζί με τον Άγγελο Ελεφάντη και τον Νίκο Χατζηνικολάου εξέδιδαν το περιοδικό «Αγώνας» (αν και οι δρόμοι τους αργότερα χωρίστηκαν).

Στην Ελλάδα επέστρεψε αμέσως μετά την πτώση της χούντας, στις 27 Ιουλίου 1974, όπως έκαναν και άλλοι Έλληνες του Παρισιού (Μελίνα Μερκούρη, Νίκος Κούνδουρος, Άγγελος Ελεφάντης, Μάκης Καβουριάρης), χωρίς διαβατήριο, με την υποστήριξη του Νίκου Κούνδουρου -τον οποίο είχε γνωρίσει στο Παρίσι.

Στη συνέχεια εντάχθηκε στη Σοσιαλιστική Πορεία και συνεργάστηκε με πολλούς: Σάκης Καράγιωργας, Βίκτωρ Παπαζήσης (εκδότης), Νίκος Κωνσταντόπουλος, Γεράσιμος Νοταράς, Αλέξανδρος Ξύδης, Αγγέλα Κοκκόλα, Στέλιος Μπαμπάς και ιδιαίτερη φιλία με τον Αστέρη Στάγκο. Είχε επίσης τακτικές συναντήσεις με τον Ηλία Ηλιού που θαύμαζε και εκτιμούσε ιδιαίτερα και τον Μανόλη Γλέζο, που προσπαθούσε τότε για την επανίδρυση της ΕΔΑ. Συνέχισε από τις γραμμές της ΕΑΡ υπό τον Λεωνίδα Κύρκο και στη συνέχεια τον Συνασπισμό, Σύριζα, ΔΗΜΑΡ, χωρίς όμως ποτέ ξανά να αναλάβει κάποια ηγετική θέση. Τη δεκαετία του 1980 δραστηριοποιείται και στον χώρο των εκδόσεων, όπου μαζί με τον πανεπιστημιακό και πλέον κοσμήτορα της σχολής Οικονομικών και πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλη Σπουρδαλάκη, φτιάχνουν τον εκδοτικό οίκο «Νέα Σκέψη» και εκδίδουν βιβλία για την τοπική αυτοδιοίκηση, τον φεμινισμό, καθώς και το πρωτοποριακό για την εποχή του, «Αντίο Προλεταριάτο» του Αντρέ Γκορτς.

Παντρεύτηκε τη Νανώ Χατζηδάκη, γνωστή Βυζαντινολόγο, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (κόρη του επίσης σημαντικού βυζαντινολόγου Μανόλη Χατζηδάκη και της σπουδαίας γυναίκας και ερευνήτριας Ευγενίας Βέη) και απέκτησαν δύο παιδιά: Τον εκδότη και ιστορικό Δημήτρη (εκδόσεις “Ασίνη”, διδάσκων Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Ιόνιο Πανεπιστήμιο) και τον εικαστικό Νικήτα Μπαχάρα.

πηγή: efsyn