9 Φεβρουαρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 9 Φεβρουαρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας / 1 View / 10/02/2020

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου σήμερα και για τρίτη συνεχή χρονιά γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, η οποία συμπίπτει με την ημέρα που είναι αφιερωμένη στη μνήμη του εθνικού ποιητή, Διονυσίου Σολωμού.
Η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας καθιερώθηκε για πρώτη φορά το 2017, με κοινή απόφαση των Υπουργείων Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
Με αφορμή αυτή την ημέρα, όλη η εξερχόμενη αλληλογραφία του Υπουργείου Εξωτερικών προς τις εδρεύουσες στην Ελλάδα πρεσβείες και του διεθνείς οργανισμούς θα είναι γραμμένη στα ελληνικά, για την περίοδο 9 έως15 Φεβρουαρίου.
Τα ελληνικά είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου, καθώς και μία από τις 23 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επίσης, είναι επίσημα αναγνωρισμένη ως μειονοτική γλώσσα στην Αλβανία, την Αρμενία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία και την Τουρκία.

Η Ελληνική Γλώσσα διαθέτει μέγα πλούτο λεξιλογίου δομημένο σε αλλεπάλληλα στρώματα, με το παλαιότερο αναγόμενο στην ελλαδική προϊστορία, και το νεότερο στο ευρωπαϊκό παρόν της χώρας. Και, το σημαντικότερο, στρώματα τόσο λειτουργικά αλληλοδιαπλεκόμενα, ώστε στην ίδια σελίδα ενός σημερινού νεοελληνικού κειμένου, πλάι σε λέξεις σαν το μέλι, τον τρίποδα και τον βασιλέα (που πρωτοαπαντούν στη μυκηναϊκή εποχή), να συναντάς σαν κάτι απολύτως φυσικό άλλες, σαν τον πύραυλο, τον δορυφόρο και την κβαντομηχανική, που ανήκουν στην ελληνική της εποχής των ταξιδιών στο διάστημα», αναφέρει ο πρόεδρος του ΚΕΓ στο μήνυμά του και συνεχίζει:
«Η περιεκτικότητα αυτή επικυρώθηκε με τη λύση που δόθηκε νομοθετικά το 1974 στο χρονίζον γλωσσικό πρόβλημα του ελληνικού κράτους που προέκυψε από το 1821 με την ωρίμανση των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, για έναν ιστορικό συμβιβασμό. Συμβιβασμό που επετεύχθη μετά από τους θυελλώδεις γλωσσικούς αγώνες μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων (πυροδοτημένους από την ακραία επιλογή των αρχαϊστών λογίων του 19ου αιώνα να χτίσουν την επίσημη γλώσσα πάνω στον αποκλειστικό και ασυμβίβαστο αρχαϊσμό) αλλά κυρίως μετά από διακόσια χρόνια εντατικής καλλιέργειας της γλώσσας μας, σε όλες τις παραλλαγές της, από όλη την κοινωνία και σε όλους τους τομείς του επιστητού. Ο κ. Καζάζης επισημαίνει ότι «αν η Ελληνική διακρίθηκε από τις άλλες γλώσσες την αρχαία εποχή, ήταν επειδή, χάρη στον μοναδικό της γλωσσικό μηχανισμό παραγωγής αφηρημένων ουσιαστικών».
«Κατάφερε να δημιουργήσει εκ του μηδενός το εννοιολόγιο της επιστήμης, της φιλοσοφίας και των τεχνών, στο οποίο κατά κύριο λόγο, μετά την ευρωπαϊκή Αναγέννησή του (και με τη συνδρομή της λατινικής), οφείλεται η τεχνολογική έκρηξη της Νεωτερικότητας που διαρκεί ως σήμερα. Και τούτο αποτελεί προίκα και της Νέας Ελληνικής», εξηγεί.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η γλώσσα είναι ο «Οίκος του Είναι», καθώς «στο άλλο, πάλι, άκρο του γλωσσικού φάσματος, μέσα στο λεξιλόγιο της κοινής λαλιάς, είναι εγχάρακτα τα συλλογικά βιώματα και τα επιτεύγματα του ελληνισμού στη μακρά του ιστορία» και «τα ποσοτικά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της γλώσσας μας περιμένουν τα χέρια του δάσκαλου, για να αποκαλυφθούν και, ερμηνευόμενα, να καταστούν μορφωτικό αγαθό για τις νεότερες γενιές –μορφωτικό αγαθό ικανό να δημιουργήσει ό,τι πολυτιμότερο: ταυτότητα», γι’ αυτό «αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της πολιτείας να εκπαιδεύει τις νέες γενιές στη διαχείριση και προαγωγή του εθνικού αυτού θησαυρού, ως απόδειξη του έμπρακτου σεβασμού και της πραγματικής μας αγάπης προς αυτόν».