O διανοούμενος στη σύγχρονη πολιτική κοινωνία – του Θεόδωρου Γεωργίου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο O διανοούμενος στη σύγχρονη πολιτική κοινωνία – του Θεόδωρου Γεωργίου / 31 View / 19/09/2018

Από ιστορικής απόψεως η «υπόθεση Ντρέιφους» έχει χαρακτηριστεί ως η ιδρυτική πράξη της πολιτικής παρουσίας και παρέμβασης του διανοούμενου στη δημόσια σφαίρα. Από την εποχή εκείνη μέχρι τις μέρες μας η θέση και ο ρόλος του διανοούμενου έχουν ριζικά αλλάξει. Στη σύντομη αυτή παρέμβασή μας δεν θα επιχειρήσουμε μια ιστορική καταγραφή του ρόλου του διανοούμενου από τον δέκατο ένατο αιώνα μέχρι σήμερα, αλλά θα εξετάσουμε τη θέση του πνευματικού ανθρώπου στη σύγχρονη πολιτική κοινωνία.

Ερωτήσεις, του τύπου «Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;» ή «Πού βρίσκονται οι διανοούμενοι τη στιγμή που συμβαίνουν συγκλονιστικά κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα;», διατυπώνονται κατά κόρον. Και η κοινή γνώμη φαίνεται να αποζητά τις θέσεις και τις απόψεις των διανοούμενων, για να διαμορφώσει τελικά τη στάση της απέναντι στα γεγονότα της εποχής μας. Και στο μετα-επίπεδο διατυπώνεται το ερώτημα: Τι συμβαίνει σήμερα με τους διανοούμενους;

Χωρίς περιστροφές, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι άλλη παρά η εξής: Στην εποχή μας οι διανοούμενοι ως πολιτικός μηχανισμός διαμόρφωσης της κοινής γνώμης δεν υφίσταται. Οι διανοούμενοι έχουν εξαφανιστεί, έχουν εκλείψει. Δεν υπάρχουν ως αυτόνομα πνεύματα, ως ανεξάρτητες οντότητες, αλλά έχουν ενταχθεί σε επιμέρους κοινωνικές δομές και μηχανισμούς, όπως π.χ. είναι το επικοινωνιακό σύστημα (πρωτίστως η τηλεόραση) και τα κόμματα.

Το φαινόμενο της «εξαφάνισης» ή της «έκλειψης» του διανοούμενου από τη σύγχρονη πολιτική δημόσια σφαίρα συνδέεται με τρεις συγκροτησιακούς παράγοντες της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο ένας είναι εξωγενής σε σχέση με το φαινόμενο του διανοούμενου και οι άλλοι δύο είναι ενδογενείς, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν να κάνουν με τις εσωτερικές αλλαγές που συντελούνται στη συγκρότηση και τον αυτοπροσδιορισμό του διανοούμενου σήμερα.

Ο εξωγενής παράγοντας αναφέρεται στην πολιτική, η οποία έχει υπαχθεί στο οικονομικό υποσύστημα και τελικά έχει μετασχηματιστεί σε τεχνοκρατική διαδικασία. Σε μια τέτοιου τύπου πολιτική κοινωνία (όλες οι σύγχρονες κοινωνίες ορίζονται κατ’ αυτό τον τρόπο) ο διανοούμενος από καθολική φωνή εντάσσεται στον καταμερισμό εργασίας όλων εκείνων που συμμετέχουν στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Σε αυτή την περίπτωση μένει ευχαριστημένος με τον ελάχιστο τηλεοπτικό χρόνο, ο οποίος του παραχωρείται από τον ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού σταθμού.

Οι άλλοι δύο ενδογενείς παράγοντες έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην περιθωριοποίηση και τελικά στην εξαφάνιση των διανοούμενων: ο πρώτος παράγοντας αναφέρεται στο επιστημονικό έργο και κατά συνέπεια στην επιστημολογική ταυτότητα του επιστήμονα, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως διανοούμενος. Και ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με τις ιδεολογικές, αλλά προ πάντων με τις κομματικές εξαρτήσεις των διανοούμενων σήμερα.

Με άλλα λόγια, οι διανοούμενοι στις μέρες μας δεν μπορούν να αρθρώσουν έναν οικουμενικό και καθολικό λόγο επειδή από το ίδιο το επιστημονικό έργο τους και τον καταμερισμό της επιστημονικής εργασίας τους καθίστανται ειδικοί επιστήμονες, εξειδικευμένοι στο επιστημονικό αντικείμενό τους. Και τελικά η διαμεσολάβηση των αποτελεσμάτων και των συμπερασμάτων των επιστημονικών ερευνών τους με τις ανάγκες, τις αναζητήσεις και τους προσανατολισμούς της κοινωνίας μας παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Κάτω από αυτές τις πραγματολογικές συνθήκες μπορούμε τώρα να αναλύσουμε τον τρίτο παράγοντα, ο οποίος έχει οδηγήσει τον διανοούμενο στο περιθώριο της πολιτικής δημόσιας σφαίρας. Οπως τονίστηκε, ο παράγοντας αυτός ονομάζεται εξάρτηση ή ακόμη και ένταξη του διανοούμενου σ’ ένα κόμμα. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν αναφέρομαι στον τύπο του διανοούμενου, τον οποίο ο Αντόνιο Γκράμσι ονομάζει «οργανικό διανοούμενο». Βρισκόμαστε σε άλλες εποχές. Η εποχή του Γκράμσι ήταν μια δημιουργική εποχή και ο ίδιος υποστασιοποιούσε τον «οργανικό διανοούμενο», δηλαδή τον νου, ο οποίος εντός του αριστερού κόμματος «κατασκευάζει» πολιτικές ιδέες.

Το φαινόμενο της κομματικής ένταξης επιστημόνων των κοινωνικών και των πνευματικών επιστημών στην Ελλάδα έχει αποκτήσει ανησυχητικές διαστάσεις. Το αποτέλεσμα συνίσταται στο εξής: δεν μπορούν οι θεατές των τηλεοπτικών εκπομπών, οι αναγνώστες των εφημερίδων, εάν και όταν παρουσιάζεται ο «διανοούμενος», να διακρίνουν το πρόσωπο του επιστήμονα από το προσωπείο του μέλους του κόμματος.

Η απαξίωση τελικά στην οποία οδηγηθήκαμε ως «διανοούμενοι» είναι δικό μας σφάλμα, είναι δική μας ευθύνη. Ποιοι άραγε από εμάς τους διανοούμενους, οι οποίοι δεν έχουμε ενταχθεί μέσω πελατειακών ή εργαλειακών σχέσεων σε κόμματα, μπορούμε να απαντήσουμε στα μείζονα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας;

Στην κατακλείδα θα αναφερθώ σ’ ένα ξεχασμένο βιβλίο του αυστρομαρξιστή φιλοσόφου Μαξ Αντλερ με τον τίτλο «Το αίνιγμα της κοινωνίας. Για τη γνωσιοκριτική θεμελίωση της κοινωνικής επιστήμης» (1936).

Σε αυτό ο Αντλερ αναπτύσσει την κοινωνική θεωρία για το πώς συγκροτείται μια κοινωνία, αλλά προ πάντων τονίζει ότι εκείνη η κοινωνία η οποία δεν «κατασκευάζει» τη γνώση των ενδογενών γεγονότων της καταδικάζεται σε εξαφάνιση. Θέτω, λοιπόν, το ερώτημα: Μήπως η εξαφάνιση των διανοούμενων από την ελληνική πολιτική δημόσια σφαίρα θα μας οδηγήσει σε σκοτεινούς ιστορικούς δρόμους;

πηγή:Εφημερίδα των Συντακτών