Aπομάθηση: Λούντβιχ ή Μουσική των Προσφύγων. Του Βαγγέλη Ιντζίδη

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Aπομάθηση: Λούντβιχ ή Μουσική των Προσφύγων. Του Βαγγέλη Ιντζίδη / 299 View / 03/08/2016

«Βρίσκω  αδύνατον να πω  έστω και μια λέξη στο βιβλίο μου για όλα εκείνα που η μουσική σήμαινε για μένα στη ζωή μου. Πώς μπορώ να ελπίζω, λοιπόν, ότι κάποιος  θα με καταλάβει;». ΄Ετσι μίλησε ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν στον φίλο του, ψυχίατρο Μορίς  Οκόνορ Ντρούρι, σε μια συζήτησή τους στα 1949, περίοδο που ολοκλήρωνε το έργο του «Φιλοσοφικές ΄Ερευνες» (δημοσιεύτηκε δυο χρόνια μετά το θάνατό του, το 1953, στην Αγγλία).

Διαβάζω αυτή την έκφραση του Βιτγκενστάιν με απορία. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι που η μουσική και οι μουσικοσυνθέτες ήταν βασικοί επισκέπτες. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, η μητέρα του πιάνο, ο αδελφός του Πολ ήταν πιανίστας (για αυτόν έγραψε ο Ραβέλ το πιάνο κοντσέρτο για αριστερό χέρι, καθώς είχε ακρωτηριασθεί στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο).  Μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου ο Μπραμς, η μουσική και οι μουσικοί της Βιέννης σύχναζαν.

Η απορία μου έγινε επίμονη όταν θυμήθηκα από τη βιογραφία του πως έκανε μαθήματα πιάνου που  κατέληξαν άδοξα καθώς κατά δήλωσή του δεν έμαθε πιάνο. Και η απορία έγινε ένα συγκλονιστικό ερώτημα όταν διάβασα πως ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν ήταν αυτός που όλοι ήθελαν την ερμηνευτική του προσέγγιση σε μουσικά έργα και πως πάντα συζητούσαν μαζί του για κάθε μουσική σύνθεση πριν την ερμηνεύσουν/εκτελέσουν.

Τι δεν έμαθε ο Λούντβιχ;  Γιατί δεν έμαθε; Τι είναι αυτό που δεν μπορεί να πει για όλη αυτή τη μουσική στη ζωή του; Τι είναι αυτό που του είναι αδύνατον να εκφράσει;  Είναι το μη γλωσσικό νόημα, το μουσικό, που δεν μπορεί να βρει μια πραγμάτωση πλήρη στο γλωσσικό; Και πώς γίνεται να κατανοείς τόσο καλά τη μουσική, να την ακούς, να την ερμηνεύεις, να βλέπεις και να ακούς τους γύρω σου να ερμηνεύουν μουσική κι ενώ κάνεις μαθήματα πιάνου να μην μαθαίνεις να εκτελείς, να ερμηνεύεις, να παίζεις;

Τα ερωτήματα αυτά, μέσα στον καθαρό χρόνο της θερινής διακοπής, συνδέθηκαν με ένα άλλο (εν πολλοίς και ρητορικό) ερώτημα, που ακουγόταν και ακούγεται και σήμερα: «Μα καλά τόσα χρόνια στο σχολείο (στην εκπαίδευση) τι έμαθες (ή/και) δεν έμαθες τίποτα;». Πράγματι τι είναι εκείνο που δεν μαθαίνουν και γιατί  δεν μαθαίνουν (αλλά και τι μαθαίνουν) τα παιδιά ενώ βρίσκονται σε ένα περιβάλλον με βιβλία, κείμενα, μεθοδολογίες, προγράμματα σπουδών, δασκάλους;  Τι έμαθε ή τι δεν έμαθε ο Λούντβιχ  σε ένα σπίτι γεμάτο από μουσική, ένα σπίτι της μουσικής;  Τι είναι αυτό που δεν μαθαίνεις ενώ μπορεί να γίνεσαι ο καταλληλότερος για να το εξηγήσεις στους άλλους, να το βιώσεις, να το αγαπήσεις; Τι είναι αυτό που γνωρίζεις αλλά δεν μπορείς να πεις μήτε μια λέξη για αυτό; Ποιο είναι το ανείπωτο σε ό,τι σε καθιστά ένα υποκείμενο της γνώσης;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που συγκλονίζουν τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό, την παραγωγή εκπαιδευτικής πολιτικής.  Απηχούν τη σχάση ανάμεσα στα ακαδημαϊκά προσόντα και τις πραγματικότητες που παράγει κάθε εκπαιδευτικός σχεδιασμός για τη ζωή των άλλων μέσω της εκπαίδευσης και στην εκπαίδευση.  Πρόκειται για τις πραγματικότητες  και μάλιστα στον ενικό αριθμό, την πραγματικότητα, την οποία πρέπει να γνωρίσουν οι άλλοι, οι μαθητές – οι φοιτητές – οι σπουδαστές – οι εκπαιδευόμενοι – οι καταρτιζόμενοι.

Είναι αυτό που συγκροτείται ως ένα αντικείμενο γνώσης, ένα γνωστικό αντικείμενο, ένα μάθημα στο σχολικό και ακαδημαϊκό πρόγραμμα σπουδών, ως γνωστική ενότητα, που σχηματίζει τη διάκριση ανάμεσα σε αυτόν που κατέχει το αντικείμενο και εκείνον που δεν το κατέχει και οδηγείται με την υποστήριξη του πρώτου στην κατοχή του.

Μα έτσι μου φαίνεται πως σχηματίζεται και μια άλλη σχέση. Το υποκείμενο της γνώσης είναι ο κάτοχος ενός αντικειμένου γνώσης. Τώρα αυτό που φέρνω στην όρασή μου είναι μια σχέση ανάμεσα στο σκέφτομαι και το υπάρχω  που παίρνει την εξής μορφή: «σκέφτομαι αυτό που μου δίνεται ως «έτοιμη» σκέψη – οργανωμένη μέσα από αναλλοίωτες, και γιαυτό μεταφυσικές σταθερότητες –  και υπάρχω επειδή την κατέχω».  Οι νέοι σήμερα το λένε καλύτερα μέσω της έκφρασης «εντάξει, το ‘χω» που σημαίνει «εντάξει μπορώ να το κάνω, να το εκτελέσω, το κατάλαβα, το κατέχω».  Τι βλέπω σε αυτό, τι μου γίνεται ορατό σε αυτό (θεωρείν); Αναγνωρίζομαι ως υποκείμενο με ένα κριτήριο κατοχής στην επικράτεια της οποίας αυτό που φέρω ως πόρο/πέρασμα αλλά και α-πορία, όλες οι εμπειρίες μου, όλα τα συστήματα και οι διαδικασίες που αναδημιουργούν, ανανεώνουν την κουλτούρα (μου)  και με ωθούν να ανασχεδιάζω τον εαυτό οφείλουν να αντιστοιχηθούν με τις πειθαρχίες όχι ασφαλώς του πραγματικού αλλά με την κατασκευή του σε γνωστικό αντικείμενο και να μαθαίνω αυτή την κατασκευή ως κάτι που με οδηγεί να κατασκευάζομαι ως εμφάνιση στο δημόσιο χώρο το ίδιο σταθερός και αναλλοίωτος όπως οι πειθαρχίες της κατασκευής των γνωστικών αντικειμένων (το πράγμα δεν ταυτίζεται με το πραγματικό και η κατοχή του πράγματος σηματοδοτεί το πράγμα ως ένα διαρκώς αξεπέραστο όριο).

Αλλά αυτή η ακινητοποίηση σε μια κατασκευή της ιδιότητας του πολίτη που έχει μάθει το μάθημά του στο σχολείο και τη δουλειά του στην κατάρτιση δεν συνάδει με τις διαρκείς μετατοπίσεις των συνόρων σε μια αντίφαση της παγκοσμιοποίησης από τη μια και του έθνους – κράτους από την άλλη. Δεν συνάδει με τις μετατοπίσεις των κέντρων λήψης απόφασης και των διαδικασιών που μετατοπίζουν το πολίτευμα κάθε φορά με νέους όρους, νέες λέξεις, νέες μεταφορές όπως: επισφάλεια, ευελιξία και τόσες άλλες.  Ποιος λοιπόν θα είναι το υποκείμενο της γνώσης – πολίτης  όταν αυτός που έχει μάθει το μάθημά του δεν θα μπορεί να μετατοπίζεται και άρα για αυτό θα βρίσκεται υπό διαρκή εξαφάνιση, δηλαδή μη-ορατότητα μέσα στην κοινωνική χαρτογράφηση των μετατοπίσεων;  Ποιος θα είναι ο καλός μαθητής που έχοντας μάθει το μάθημά του, αυτή τη συμπαγή κατασκευή-γνωστικό αντικείμενο, μια συμπαγή μεταφορά της πραγματικότητας, θα ενοχοποιείται ως υπεύθυνος της μη ευελιξίας του; Ποιος ενώ δεν του επιτρέπεται η απομάθηση στο σχολικό περιβάλλον θα θεωρηθεί υπεύθυνος του κοινωνικού του αποκλεισμού επειδή δεν απομανθάνει ευέλικτα; Ο πλήρης παραλογισμός κάθε περιθωριοποίησης, στιγματισμού, καταπίεσης. Και τι είναι αυτό από το οποίο δεν πρέπει να «μολυνθεί» το αντικείμενο της γνώσης; Ποιον άλλον στη βάση της ιεραρχίας επιδιώκει να αγνοήσει ενάντια στο βίο του (αντιβιοτικό) διατηρώντας και προς όφελος τίνος μια ιεραρχία στην οποία κάποιος υποκειμενικοποιείται ως κάτοχος γνώσης;

Τι είναι εν τέλει αυτό που δεν έμαθε ο Βιτγκενστάιν ενώ έκανε μαθήματα πιάνου από τη μια και τι είναι αυτό που τα μαθήματα πιάνου δεν του αναγνώρισαν, αυτό που τον κατέστησε μέντορα όσων ερμήνευαν μουσικές συνθέσεις;  Ποιο είναι αυτό που δεν μπορεί να πει, που παραμένει ανείπωτο στον Βιτγκενστάιν σε εκείνη τη συζήτηση για τη μουσική και το έργο του , στα 1949;

Το ανείπωτο σχετίζεται με αυτό που ξέμαθε ο Λούντβιχ.  Με  την απομάθηση των μαθημάτων πιάνου που τον κατέστησε ένα υποκείμενο όχι ενός γνωστικού αντικειμένου αλλά μια ζωντανή εμπειρία που συγκροτεί, συγκροτείται και ανασυγκροτείται σε μια πορεία διαρκούς απομάθησης, μετατόπισης.

Στο κάτω – κάτω η ορατότητα είναι ένα πεδίο ανακαλύψεων και αποκαλύψεων δίχως τη μεταφυσική της σταθερότητας στην επικράτεια της οποίας ο Θεός θα είναι παντού και πάνω – πάνω αλλά εσύ θα βρίσκεσαι κολλημένος εδώ, κάτω – κάτω. Και όταν ακόμη μετατοπίζεσαι, απεδαφοποιείσαι (σου τραβούν το έδαφος κάτω από τα πόδια σου) ως εργαζόμενος, ως πρόσφυγας δεν θα σε αναγνωρίζουν επειδή δεν έμαθες το μάθημά σου, δηλαδή δεν πιστοποιήθηκες ότι κατέχεις αυτό που κάποιοι επέλεξαν πριν από σένα για σένα, επειδή δεν έμαθες το μάθημά τους.