Φ. Κουβέλης: Παρουσίαση του βιβλίου «Οι μέλισσες και οι λύκοι: μελέτες ιστορίας του ελληνικού δικαίου» του καθηγητή και βουλευτή Νίκου Παρασκευόπουλου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Φ. Κουβέλης: Παρουσίαση του βιβλίου «Οι μέλισσες και οι λύκοι: μελέτες ιστορίας του ελληνικού δικαίου» του καθηγητή και βουλευτή Νίκου Παρασκευόπουλου / 169 View / 11/02/2017


Τις οκτώ μελέτες του ελληνικού δικαίου του  καθηγητή Νίκου Παρασκευόπουλου, στο βιβλίο του «Οι Μέλισσες και οι Λύκοι», τις προσδιορίζει η αντίθεση που τίθεται με το ερώτημα: «ο άνθρωπος άραγε είναι κοινωνικό όν, όπως οι μέλισσες ή άγριο θηρίο, όπως ο λύκος».

Πρόκειται για την αντίθεση ανάμεσα στην Αριστοτελική άποψη και στην άποψη του Χόμπς και όπως η τελευταία διαμορφώθηκε, ενισχυμένη μάλιστα στην πορεία και την εξέλιξη των πραγμάτων, ότι οι άνθρωποι, μεταβαίνοντας απότομα από τη φυσική στην πολιτική κατάσταση, λειτουργούν ως αντίπαλοι και εχθροί στο πλαίσιο του κράτους και τούτο είναι προφανές ότι δεν σχετίζεται αυτόθροα και αξιωματικά με τις ταξικές αντιθέσεις και διαφορές.

Ο Νίκος Παρασκευόπουλος, με αφετηρία την Αθηναϊκή δημοκρατία, συστηματικά και με επιστημονική πληρότητα, πορεύεται στην ιστορία του δικαίου για να ταχθεί, χωρίς επιφυλάξεις και να καταγράψει με σαφήνεια τη θέση: «αξίζει να δοθεί περισσότερη προσοχή στη σύγχρονη πολιτική παράμετρο: οι κυρίαρχες ιδέες, που για τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης ευνοούν την πρόταξη των θεσμών και υπαγορεύουν την υιοθέτηση των κανονιστικών μεθόδων, εξυπηρετούν την άνωθεν διαχείριση της πολιτικής, στο παρελθόν από ιερατεία και μονάρχες, στον νεωτερικό κόσμο από οικονομικά ή οικογενειακά επιτελεία, υπό  την κάλυψη μιας αποστεωμένης τυπικής δημοκρατίας».

Με την παραδοχή ότι η Πολιτεία, κατά τον Αριστοτέλη, είναι το σύνολο των πολιτών και η σχέση της λειτουργίας της κοινωνίας των πολιτών, το κράτος δεν πρέπει να παράγει το δίκαιο˙ το κράτος ως υπερόπτης ρυθμιστής που θεωρεί τους ανθρώπους αλληλοσπαρασσόμενους λύκους.

Ο Νίκος Παρασκευόπουλος, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει  -και ορθά-  ότι η επιλογή σε μια κοινωνία, που διεκδικεί, κατά το δυνατό, την δημοκρατία, δεν πρέπει να είναι οι άκαμπτες δικαιϊκές αποφάσεις, αλλά η επιείκεια, όχι ως παράκαμψη του δικαίου, αλλά ως «βελτιωτική εφαρμογή» και «επανόρθωμα»: «βέλτιον εστί δίκαιον, επανόρθωμα νομίμου δικαίου». Και τούτο γιατί η έννοια της επιείκειας έχει άμεση σχέση και σύνδεση με τη Δικαιοσύνη και τον οφειλόμενο ανθρωποκεντρισμό της.

Η επισήμανση του Ν. Παρασκευόπουλου ότι η επιείκεια δεν χαρακτηρίζει ως τάση τον νεοελληνικό δικαιϊκό πολιτισμό και ότι η δημοκρατία οφείλει να βλέπει σε κάθε άνθρωπο έναν πραγματικό και δυνάμει συντοπίτη και πολίτη, αναδεικνύει, επί της ουσίας και με την ευρύτητα της έννοιας, το πολιτικό ζήτημα της Δικαιοσύνης. Εμφατικά δε καταγράφει ότι «οι πλείστοι στη χώρα μας αγνοούμε σήμερα τελείως ή παραγνωρίζουμε την έννοια της επιείκειας ως μορφώματος κοινωνικού, πολιτιστικού και δικαιϊκού».

 Ποιά  -και πάλι επί της ουσίας- μεταρρύθμιση του Δικαίου μπορεί να γίνει θεσμός δικαίου για την εισαγωγή στους αρμούς του δικαιϊκού συστήματος της επιείκειας, όταν μάλιστα οι εξελίξεις, σε μια αρκετά μεγάλη κλίμακα και διαδρομή, διαμόρφωσαν πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, που επέβαλαν και οδήγησαν  στην αποϊδεολογικοποίηση του δικαίου; «Όμως, το δίκαιο αποτελεί πολιτικό αγαθό το οποίο θεμελιώνει το κοινό συμφέρον» και ρυθμίζει καθοριστικά τη συνύπαρξη και για τον λόγο αυτό ως πολιτικό αγαθό  προσδιορίζει την λειτουργία της πολιτείας ως κύριο θεσμός της.

Προτάσσοντας το μοντέλο της κοινωνίας των μελισσών, επιλέγεις την αξιολόγηση και την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών «πριν, κατά και μετά τη θέσπιση και εφαρμογή του δικαίου» υποστηρίζει ο Ν. Παρασκευόπουλος. Ακολουθείς δηλαδή μια μέθοδο άρδην διαφορετική από την κανονιστική. Και η επιλογή αυτή είναι υπόθεση ισχύος. Κοινωνικής και πολιτικής ισχύος.

Ο συγγραφέας αναφέρεται στην ανυπαρξία, ουσιαστικά, της έννοιας της επιείκειας σε βασικές κατηγορίες των σύγχρονων κλάδων του δικαίου.

Επισημαίνει δε χαρακτηριστικά ότι και τα ονομαζόμενα μέτρα επιείκειας στο άρθρο 178 Β του Ποινικού Κώδικα ψευδεπίγραφα αναφέρονται ως τέτοια, δεν έχουν σχέση με την έννοια της επιείκειας και το περιεχόμενό τους είναι άσχετο προς το ιστορικό νομοθετικό της φορτίο και τη χρήση της στη φιλοσοφία. Τα μέτρα της συγκεκριμένης διάταξης, άσχετης  – ας το επαναλάβουμε-  με την έννοια της επιείκειας, αποτελούν όπως επισημαίνει ο Ν. Παρασκευόπουλος,  «εκκλήσεις ή περιγραφές και όχι βέλτιστη εφαρμογή της δικαιοσύνης».

Αξιολογεί, συναφώς, ο Ν. Παρασκευόπουλος και τις δύο διατάξεις – ρήτρες του ελληνικού Αστικού Δικαίου, του άρθρου 388 και 281 του Α.Κ. για τη μεταβολή των συνθηκών στις συμβάσεις και την κατάχρηση δικαιώματος αντιστοίχως, αλλά και την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, κατά το άρθρο 25§3 του ελληνικού Συντάγματος, το οποίο, όπως έχει υποστηριχθεί, περιέχει ένα συνταγματικό θεμέλιο της αρχής της επιείκειας.

Ο  Ν. Παρασκευόπουλος  με το εξαιρετικό και συνεχώς επίκαιρο βιβλίο του, με κείμενα λιτά και απέριττα, προτρέπει και προσκαλεί στο δίκαιο της «κοινωνίας των μελισσών» και όχι των «λύκων», με την παραδοχή ότι «μια κοινωνία και μια δικαιοσύνη που θέλουν να αποφύγουν την άκαμπτη αυστηρότητα και εφαρμογή των νόμων χρειάζονται διαρκώς την κλασσική έννοια της επιείκειας». Είναι μια πρόσκληση στον αγώνα για εμβάθυνση της Δημοκρατίας, που την έχει ανάγκη η ανθρωπότητα και σε νέο Διαφωτισμό της κοινωνικής πραγματικότητας που τον χρειάζεται η Δημοκρατία, όπως χαρακτηριστικά λέγει.

Η ανταπόκριση σ’ αυτή την πρόσκληση είναι δυσχερής, αλλά αναγκαία, τουλάχιστον για όσους θητεύουν στην ιδεολογία της «κοινωνίας των μελισσών».

Ο ίδιος ο Ν. Παρασκευόπουλος θέλησε να ανταποκριθεί σ’ αυτή την πρόσκληση, εισάγοντας, από άλλη θέση  -αυτή του Υπουργού Δικαιοσύνης-  ρυθμίσεις επιείκειας του δικαίου και συνάντησε αντιστάσεις και σκληρές, εχθρικές αντιπαραθέσεις και αρνήσεις, οι οποίες και μαρτυράνε την μεγάλη δυσχέρεια σ’ αυτή την ανταπόκριση. Δυσχέρεια που οφείλει η Δημοκρατία να κάμψει και να υπερβεί.