Το «κύκνειο άσμα» ενός πολυσυζητημένου νόμου – του Γρηγορίου Ζ. Πεπόνη

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το «κύκνειο άσμα» ενός πολυσυζητημένου νόμου – του Γρηγορίου Ζ. Πεπόνη / 12 View / 15/06/2020

Αφορμή για το παρόν, τα «θεσμικά αλλόκοτα» που, με αφορμή την έρευνα της Ειδικής Προκαταρκτικής Επιτροπής της Βουλής για την «υπόθεση Novartis», διαδραματίζονται και εξελίσσονται.

Εισαγγελικοί λειτουργοί ειδικών καθηκόντων, τοποθετημένοι στις υψηλής ευθύνης θέσεις τους με νόμιμες, ισχύουσες και παρέχουσες όλα τα εχέγγυα αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της Δικαιοσύνης, χειριζόμενοι ιδιάζουσας σοβαρότητας και σε διερευνητική εξέλιξη ευρισκόμενες υποθέσεις, καθημερινώς και ποικιλοτρόπως βάλλονται δημοσίως και «κατηγορούνται», τούτο δε αδιαφόρως εάν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της Δικαστικής Αρχής εξακολουθούν να τους περιβάλλουν με την εμπιστοσύνη τους, όπως τουλάχιστον και κατά τρόπο σαφή προκύπτει από την μη αντικατάσταση ή, έστω, την μη εξαίρεσή τους.

Παράλληλες και επικαλυπτόμενες, εν πολλοίς, ποινικές προκαταρκτικές έρευνες διεξάγονται ή επιχειρείται να διεξαχθούν τόσον από την τακτική Δικαιοσύνη, όσον και από την ειδική προκαταρκτική επιτροπή της Βουλής, που ενεργεί κατά τις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών.

Πολύτιμοι δικονομικοί θεσμοί, επιβεβλημένοι ως ανάγκη των καιρών και διεθνώς ισχύοντες, καταξιωμένοι στην πράξη και ενεργοποιηθέντες και κατά το παρελθόν σε εμβληματικές δικαστικές υποθέσεις χωρίς κανένα πρόβλημα και καμία αντίδραση, δημόσια και ως μη έδει, με αυξομειούμενη κάθε φορά ένταση, λοιδορούνται, χλευάζονται και ευτελίζονται.

Αναπόφευκτος και εύλογος ο σχετικός προβληματισμός, πλείστα τα ανακύπτοντα συναφή ερωτήματα.

Ελλειψη θεσμικής κουλτούρας; Καχεξία θεσμικής συνείδησης; Θεσμική ιδιοτέλεια; Ασύγγνωστος παρορμητισμός και επιπολαιότητα;

Ισως τίποτε απ’ όλα αυτά, ίσως όλα, ίσως λίγο απ’ όλα. Βεβαιότατα, όμως, όπισθεν του φαινομένου και μάλιστα ως πηγή και αιτία αυτού, μια Συνταγματικής «περιωπής» θεσμική αστοχία, με αριθμό, ημερομηνία και ΦΕΚ, δηλαδή με «ονοματεπώνυμο»: «Ποινική ευθύνη των Υπουργών» (νόμος 3126|19-3-2003, ΦΕΚ Α΄ 66).

Ο λόγος πασίδηλος και τα αίτια κοινώς γνωστά. Δεν ενεργούν την προκαταρκτική έρευνα και δεν εξετάζουν την πληρότητα ή μη αυτής δικαστικοί λειτουργοί, αλλά οριζόμενοι κομματικώς βουλευτές, που καλούνται συγκυριακώς να κάνουν κάτι που δεν είναι, δηλαδή τους ανεξάρτητους εισαγγελείς.

Στην πραγματικότητα και κατά κανόνα (ποτέ δεν αποκλείονται οι εξαιρέσεις), λόγω της διττής ιδιότητάς τους, θα προσέκρουε στην κοινή λογική και την κοινή πεποίθηση κάθε ενδεχόμενη σκέψη να τεθεί εκτός του νοητικού τους πεδίου η προσπάθεια να ισορροπήσουν μεταξύ του ρόλου του Εισαγγελέα, που καλούνται να διαδραματίσουν, και των εκπεφρασμένων δεδομένων θέσεων της κοινοβουλευτικής ομάδας στην οποία αυτοί ανήκουν.

Τα αυτά ισχύουν τόσον κατά το στάδιο κίνησης της διαδικασίας της ποινικής δίωξης (άρθρο 5 παρ. 1 ν. 3126/2003), όσον και κατά το στάδιο λήψης απόφασης για την διενέργεια ή μη προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρο 5 παρ. 2 ν. 3126/2003), χωρίς μάλιστα να αξιοποιείται και το από το 2011 (νόμος 3961/2011) θεσμοθετηθέν τριμελές ανώτατο γνωμοδοτικό εισαγγελικό συμβούλιο, για τον έλεγχο των νομικών στοιχείων της κατηγορίας και της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών.

Πρέπει να γίνει κατανοητό. Το επιβάλλει, ως σημαντική θετική συνεισφορά στην θεσμική λειτουργική ομαλότητα, η αξιοποίηση της συσσωρευμένης σχετικώς και πλούσιας για την Ελλάδα εμπειρίας.

Η δικαστική λειτουργία είναι ανατεθειμένη στην συντεταγμένη Δικαιοσύνη, με τα αυξημένα εχέγγυα που μόνο αυτή γνωρίζει και μπορεί να διασφαλίσει. Υποκατάσταση εισαγγελικών λειτουργών από κόμματα και βουλευτές, όση καλή θέληση και αν διαθέτουν οι υποκαθιστώντες, πόρρω απέχει της πραγματικής και γνησίας Εισαγγελικής Λειτουργίας. Δεν παραβλέπουμε και δεν απολακτίζουμε, βεβαίως, την ειδική φιλοσοφία και την ειδική αιτιολογική βάση εμπλοκής της Βουλής, που έχει ο νόμος για την ποινική ευθύνη των υπουργών. Αντιθέτως μάλιστα.

Είναι όμως επιτακτική ανάγκη να δρομολογηθούν οι επιβεβλημένες σε συνταγματικό και νομοθετικό επίπεδο τροποποιήσεις και μεταβολές, προκειμένου η Βουλή, αφού πρώτον κρίνει, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, ότι ανακύπτει ζήτημα ελέγχου ποινικής ευθύνης υπουργού, να επιλαμβάνεται στην συνέχεια και αποφασίζει, σχετικώς, κατόπιν πλήρως επεξεργασμένου, θεμελιωμένου και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένου δικαστικού πορίσματος.

Δεν πρωτοτυπούμε. Ο και κατά το παρελθόν επί του θιγομένου ζητήματος, αυτούσιος ή με παραλλαγές, πλην όμως οξύς και έντονος σκεπτικισμός διακεκριμένων προσωπικοτήτων του νομικού κόσμου, είναι καιρός να μετουσιωθεί σε μια νέα θεσμική πραγματικότητα. Ο νυν ισχύων νόμος περί ευθύνης υπουργών, πρέπει, πλέον, να θεωρείται ότι «εξεμέτρησε το ζην» του.

* αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.