Τουρκία: Ενόψει εκλογών, ο Ερντογάν ευθυγραμμίζεται με την ακροδεξιά

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τουρκία: Ενόψει εκλογών, ο Ερντογάν ευθυγραμμίζεται με την ακροδεξιά / 2 View / 11/05/2018

Αφού ενίσχυσε το αξίωμα του προέδρου με τη συνταγματική μεταρρύθμισή του και συμμάχησε με την άκρα Δεξιά, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ετοιμάζεται να επανεκλεγεί, στις πρόωρες εκλογές που προκήρυξε για τις 24 Ιουνίου. Και, βεβαίως, συνεχίζει να προκαλεί τους δυτικούς εταίρους του.

Στις 13 του περασμένου Μαρτίου, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας αποφάσισε την αναθεώρηση του εκλογικού κώδικα. Η νυκτερινή συνεδρίαση του Κοινοβουλίου σημαδεύτηκε από τη συμπλοκή μεταξύ υπερεθνικιστών βουλευτών, προσκείμενων στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP, πλειοψηφούν) του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και των βουλευτών του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), ενός από τα κύρια σχήματα της αντιπολίτευσης. Σε μια πολιτική συγκυρία ναρκοθετημένη από την καταστολή που ακολούθησε την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, η επικύρωση αυτού του κειμένου των είκοσι έξι άρθρων επιβεβαιώνει τη θέληση του προέδρου να αυξήσει την ισχύ του και να μην αφήσει τίποτα στην τύχη προκειμένου να εξασφαλίσει τη νίκη στις προσεχείς εκλογές.

Η 3η Νοεμβρίου 2019 ήταν αρχικά η προβλεπόμενη ημερομηνία διεξαγωγής βουλευτικών και προεδρικών εκλογών, των πρώτων μετά το δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση του Απριλίου του 2017, που έβαλε τέλος στο κοινοβουλευτικό καθεστώς. Ο Ερντογάν διδάχθηκε από την ήττα του σε εκείνο το δημοψήφισμα: το «ναι» υπέρ της μετάβασης σε προεδρικό καθεστώς υπερίσχυσε μόνο με ένα 51,4% των ψήφων, ποσοστό που απείχε από το προσδοκώμενο, ενώ υπήρξε ξεκάθαρη προτίμηση των μεγάλων πόλεων υπέρ του «όχι». Σκοπεύει λοιπόν να επανεκλεγεί με ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό –με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρει να έχει τη νομιμοποίηση και το κύρος που του χρειάζονται ώστε να μπορέσει να γιορτάσει με λαμπρότητα την εκατονταετηρίδα της ίδρυσης της τουρκικής δημοκρατίας, το 2023. Η φιλοδοξία αυτή σημαίνει ταυτόχρονα αυξημένο έλεγχο της εκλογικής διαδικασίας και ενίσχυση της άνευ προηγουμένου συμμαχίας μεταξύ του ισλαμο-συντηρητικού κόμματός του, του AKP, και ενός υπερεθνικιστικού, ακροδεξιού σχηματισμού, του Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος (MHP). Το τελευταίο, αντικουρδικό και αντιευρωπαϊκό, είχε υποστηρίξει τη συνταγματική αναθεώρηση του 2017.

 

Σε αναζήτηση δεξαμενής ψήφων

Με το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, κατά την καταμέτρηση καθίσταται δυνατή η αποδοχή της εγκυρότητας ψηφοδελτίων που δεν φέρουν την επίσημη σφραγίδα, απαραίτητη μέχρι τώρα για την αποφυγή νοθείας. Τον Απρίλιο του 2017, σχεδόν 1,5 εκατομμύρια τέτοια ψηφοδέλτια είχαν ήδη γίνει αποδεκτά από το Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο, προκαλώντας την έντονη αγανάκτηση της αντιπολίτευσης. Η τελευταία μάλιστα δεν παύει να υπενθυμίζει ότι ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στη διαφορά των ψήφων μεταξύ υποστηρικτών και αντιπάλων της προεδροποίησης του πολιτικού καθεστώτος. Για το CHP και τους οκτώ συμμάχους του στην αντιπολίτευση, η διάταξη αποτελεί «ανοικτή πόρτα στη νοθεία και σοβαρή απειλή για τη διεξαγωγή ελεύθερων και έγκυρων εκλογών» (1).

Προκειμένου να αντισταθμίσει τη μείωση μέρους των ψηφοφόρων του, ο Ερντογάν πρέπει επίσης να βρει καινούργια στηρίγματα. Αν και η παραδοσιακή βάση του AKP παραμένει πιστή σε αυτόν, τα μέλη και οι οπαδοί του Hizmet («Υπηρεσία»), του κινήματος του Φετουλάχ Γκιουλέν, απέσυραν την εμπιστοσύνη τους εξαιτίας της καταστολής που υπέστησαν, αλλά και λόγω πολλών σκανδάλων στα οποία εμπλέκεται ο πρόεδρος και ο περίγυρός του. Επίσης, σημειώθηκαν και αποστασίες μεταξύ των συντηρητικών Κούρδων ψηφοφόρων που ψήφιζαν υπέρ του AKP.

Για τον Ερντογάν, η δεξαμενή ψήφων βρίσκεται στους υπερεθνικιστές. Στις 21 Φεβρουαρίου 2018, στο προεδρικό μέγαρο της Άγκυρας, προχώρησε στη σύναψη συνθήκης με τον Ντεβλέτ Μπαχτσελί, βουλευτή και πρόεδρο του MHP. Μετά από αρκετές εβδομάδες διαπραγματεύσεων, τα δύο κόμματα δεσμεύτηκαν να διεξάγουν κοινή εκστρατεία, στο πλαίσιο εκλογικής συμμαχίας, καθώς ο νόμος δεν απαγορεύει πλέον τέτοιου είδους προεκλογικές «ενοποιήσεις». Ελάχιστα φειδωλός σε φιλοφρονήσεις και ευχαριστίες, ο Ερντογάν υπενθύμιζε την «πατριωτική στάση» του MHP κατά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 και εξήρε την αρχή στην οποία βασίστηκε το σύμφωνο αυτό, δηλαδή πως «όταν διακυβεύεται η χώρα, όλα τα άλλα είναι απλές λεπτομέρειες». Από την πλευρά του, ο Μπαχτσελί δεσμεύτηκε ότι το MHP θα υποστηρίξει την υποψηφιότητα του προέδρου για την επανεκλογή του. Ένα τέτοιο ενδιαφέρον ίσως κάνει να ξεχαστεί το ότι, για χρόνια, αυτός ο πανεπιστημιακός, που προσεταιριζόταν τις ακροδεξιές ομάδες «Ιδεαλιστικές Εστίες» (Γκρίζοι Λύκοι), υπήρξε σκληρός αντίπαλος του AKP, ενάντια στο οποίο καταφερόταν πολύ συχνά, με δριμείες κριτικές και κάποτε και με ύβρεις.

H μεταρρύθμιση του εκλογικού κώδικα, που ανοίγει τον δρόμο για κοινό ψηφοδέλτιο AKP-MHP, προσφέρει μια προοπτική επιβίωσης στο MHP, καθώς ένα κόμμα-μέλος συμμαχίας μπορεί να αντιπροσωπευτεί στο Κοινοβούλιο ακόμα κι αν τα ποσοστά του είναι χαμηλότερα του 10%, το απαραίτητο όριο για την εξασφάλιση εδρών. Και, σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις, ο υπερεθνικιστικός σχηματισμός δεν θεωρείται σίγουρο πως θα ξεπεράσει το συγκεκριμένο κατώφλι στις επόμενες εκλογές. Συνεπώς, η συμφωνία του με το AKP θα του επιτρέψει να έχει έδρες ανεξάρτητα από τα ποσοστά του, κάτι που εξοργίζει την αντιπολίτευση: «Η εκλογική μεταρρύθμιση εγκαθιδρύει τον φασισμό στη χώρα μας» εκτιμά η Μεράλ Ντανίς Μπεστάς, βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), ενός προοδευτικού, φιλοκουρδικού σχήματος, το σύνολο των στελεχών του οποίου αποδεκατίστηκε από τις συλλήψεις και την καταστολή. Ο συμπρόεδρός του, Σελαχατίν Ντεμιρτάς, δηλωμένος αντίπαλος του Ερντογάν, είναι φυλακισμένος από τον Νοέμβριο του 2016 λόγω υποτιθέμενων δεσμών με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), και εξαιτίας αυτών των κατηγοριών κινδυνεύει με φυλάκιση άνω των εκατόν σαράντα δύο ετών (2). Τον περασμένο Ιανουάριο γνωστοποίησε πως δεν θα επιζητούσε εκλογή το 2019.

 

Το ΝΑΤΟ στο στόχαστρο

Όμως, η αντιπολίτευση φοβάται επίσης πως η ταχύτητα με την οποία τροποποιήθηκε ο εκλογικός νόμος έκρυβε την επιθυμία να οργανωθούν πρόωρες εκλογές. Για να γίνει κάτι τέτοιο, το Κοινοβούλιο οφείλει να αναστείλει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που παρατείνεται κάθε τρίμηνο (την τελευταία φορά τον Ιανουάριο), από το καλοκαίρι του 2016. Οι βουλευτές του HDP και του CHP υποπτεύονται ότι ο πρόεδρος θέλει να επωφεληθεί από την επιτακτική ανάγκη για εθνική ενότητα. Η ανάγκη αυτή πηγάζει ταυτόχρονα από το αποτυχημένο πραξικόπημα και από την επέμβαση του στρατού ενάντια στα αραβοκουρδικά στρατεύματα των Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG), του ένοπλου βραχίονα του Κόμματος Δημοκρατικής Ένωσης (PYD), ενός φημισμένου συριακού σχηματισμού συγγενούς προς το PKK, στα βόρεια της Συρίας. Στα μέσα Μαρτίου, ο Τούρκος ηγέτης διέψευσε ότι ήθελε να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές και προεδρικές εκλογές, αλλά δεν έπεισε ούτε την αντιπολίτευση ούτε καν τον Τύπο που διάκειται φιλικά προς το AKP. «Αν βρει την ευκαιρία, ο πρόεδρος θα κηρύξει πρόωρες εκλογές», βεβαίωνε ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας Μιλιέτ. «Αυτό που τον ανησυχεί περισσότερο είναι η προοπτική μιας μεγάλης μεταστροφής της εκλογικής του βάσης». Τελικά, παρά τις διαψεύσεις, ο Ερντογάν αποφασίζει να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές στις 24 Ιουνίου, «κατόπιν πρότασης του Ντεβλέτ Μπαχτσελί», την οποία βεβαίως και αποδέχθηκε ο Τούρκος πρόεδρος.

Άραγε ο Ερντογάν καθοδηγείται από απλή εκλογική σκοπιμότητα ή υπάρχει κάποια σύγκλιση των πεποιθήσεών του με εκείνες του ΜΗΡ; Ιστορικά, το υπερεθνικιστικό κίνημα πάντοτε εμπεριείχε μια θρησκευτική συνιστώσα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο ιδρυτής του, Αλπαρσλάν Τουρκές, ισχυριζόταν ότι ο εθνικισμός αντιπροσώπευε «την πολιτική του κόμματός του», ενώ το Ισλάμ «αποτελούσε την ψυχή του». Αυτό δεν εμπόδισε ένα εσωτερικό σχίσμα τη δεκαετία του 1990, με πολλούς οπαδούς να επικρίνουν τις κοσμικές τάσεις του κόμματος. Ορισμένοι είχαν προσχωρήσει σε διάφορα ισλαμοεθνικιστικά σχήματα, μεταξύ των οποίων είναι το Κόμμα Μεγάλης Ενότητας (BBP), που ελάχιστη σχέση έχει με το AKP. Ένας Κωνσταντινουπολίτης επιχειρηματίας και πρώην βουλευτής του AKP, που θέλει να παραμείνει ανώνυμος φοβούμενος αντίποινα, είναι κατηγορηματικός: «Η αντιευρωπαϊκή ρητορική δεν απέχει από τις ιδέες του προέδρου. Και τα δύο κόμματα σήμερα συμφωνούν πως πρέπει χαλιναγωγηθούν οι Κούρδοι. Ο Ερντογάν πάντα έρεπε προς τον εθνικισμό, έστω κι αν δεν απορρίπτει την ιδέα μιας ουμμά [μιας «κοινότητας πιστών»], η οποία θα υπερβαίνει τα σύνορα. Σήμερα, όλοι οι λόγοι του έχουν σκοπό να πείσουν τους εθνικιστές να τον υποστηρίξουν. Εξάλλου, το MHP δεν έκανε καμία παραχώρηση όσον αφορά τις πολιτικές ιδέες του προκειμένου να συναφθεί το εκλογικό σύμφωνο. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει».

Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες του επικεφαλής του AKP αξίζουν να αναλυθούν κάτω από το πρίσμα αυτής της προσέγγισης. Η στρατιωτική επιχείρηση στον βορρά της Συρίας, που βαφτίστηκε «Κλάδος Ελαίας» και ξεκίνησε στις 20 του περασμένου Ιανουαρίου, του επιτρέπει να μην αφήσει σε κανέναν ελεύθερο το πεδίο του εθνικιστικού ανταγωνισμού. Οι πρώτοι στόχοι είναι οι «τρομοκράτες» των YPG, αλλά και οι «μισθοφόροι σύμμαχοί τους από τη Δύση» –μια αναφορά στις μερικές εκατοντάδες εθελοντών που πολεμούν στο πλευρό των κουρδικών στρατευμάτων, τα οποία αντιμετώπισαν και νίκησαν το Ισλαμικό Κράτος (ISIS), με τη συνδρομή της αεροπορίας του διεθνούς συνασπισμού. Στις 11 Μαρτίου ο Ερντογάν έφτασε στο σημείο να επικρίνει σφοδρά το ΝΑΤΟ, του οποίου η χώρα αποτελεί μέλος από το 1952. «Ε, ΝΑΤΟ! Με αυτά που συμβαίνουν στη Συρία, πότε (…) θα συνταχθείτε μαζί μας;», αναφώνησε κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας προς στους οπαδούς του, που είχαν συγκεντρωθεί στο Μπολού, στα ανατολικά της Κωνσταντινούπολης. «Ζητήσατε τη συνδρομή μας στη Σομαλία, στο Αφγανιστάν και στα Βαλκάνια. Δώσαμε το παρών. Πού είστε τώρα που δεχόμαστε συνεχείς πιέσεις από ομάδες τρομοκρατών στα σύνορά μας;»

Ήδη το 2010, ο Ερντογάν είχε ζητήσει τη βοήθεια του ΝΑΤΟ ενάντια στις βάσεις του PKK στο βόρειο Ιράκ. Γνωρίζει πολύ καλά πως αυτά τα αιτήματα δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ, πόσο μάλλον όταν πολλά μέλη του οργανισμού, κυρίως οι ΗΠΑ και η Γαλλία, υποστηρίζουν τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) –που κυριαρχούνται από τα YPG– με αεροπορική κάλυψη, υλικό τεχνολογίας αιχμής και ειδικές δυνάμεις στρατού. Έχουν όμως το προτέρημα να αγγίζουν τις χορδές του τουρκικού εθνικισμού. Σε μια χώρα όπου ένα συνωμοσιολογικό μυθιστόρημα, στο οποίο διαδραματίζεται ένας πόλεμος με τις ΗΠΑ, παραμένει μπεστ σέλλερ (3), η εκμετάλλευση του αντιαμερικανικού αισθήματος προσφέρει μεγάλα περιθώρια ψηφοθηρίας. «Το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πίσω από τις οργανώσεις που απειλούν την Τουρκία, την κυριαρχία της και την εδαφική της ακεραιότητα», έγραφε σε έντονο ύφος ο αρθρογράφος Κουρτουλούς Ταγίζ στη φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Ακσάμ» (13 Μαρτίου 2018). «Ήρθε ο καιρός να αμφισβητήσουμε τις σχέσεις μας με την Ουάσινγκτον και το ΝΑΤΟ». Τροποποίηση των σχέσεων με τη Συμμαχία θα σηματοδοτούσε σοβαρή ρήξη, καθώς ο τουρκικός στρατός υπήρξε η «πρώτη γραμμή άμυνας» ενάντια στη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ένας ρόλος-κλειδί, τον οποίο οι Τούρκοι ηγέτες υπενθυμίζουν συνεχώς στις ηγεσίες της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο πρόεδρος συχνά τονίζει την «αχαριστία» της Δύσης. Και, όταν ο αμερικανικός Τύπος ανακοινώνει πως η Ουάσινγκτον, ανήσυχη για την ένταση με την Τουρκία, μειώνει σταδιακά τη χρήση των στρατηγικών βομβαρδιστικών της, που σταθμεύουν στη βάση του Ιντσιρλίκ (4) (μια πληροφορία την οποία διαψεύδει το Πεντάγωνο), ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου σπεύδει να υπενθυμίσει ότι αυτές οι εγκαταστάσεις «είναι πρωτίστως ιδιοκτησία της Τουρκίας και όχι του ΝΑΤΟ» (5).

Το MHP προσποιείται ότι ξεχνά πως η παραστρατιωτική οργάνωση των Γκρίζων Λύκων (με την οποία ήταν πολύ κοντά) κατά τις δεκαετίες 1970 και 1980 είχε στενές σχέσεις με την CIA και τα μυστικά αντικομμουνιστικά δίκτυα «Stay Behind» που δημιούργησε το ΝΑΤΟ. Και έτσι υποστηρίζει τη ρητορική της κυβέρνησης ενάντια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Επικροτεί επίσης την υπόσχεση του προέδρου, που επαναλαμβάνεται συχνά, ότι θα εξεταστεί η επαναφορά της θανατικής ποινής. Ωστόσο, οι εκπρόσωποί του παραμένουν πιο επιφυλακτικοί αναφορικά με μια ενδεχόμενη προσέγγιση με τη Μόσχα και την Τεχεράνη. Για τον Μπαχτσελί, το Ιράν «είναι η χώρα που επωφελείται από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην περιοχή η Τουρκία» και η προοπτική μιας «συνθήκης μη επίθεσης» με τη Ρωσία, στην οποία αναφέρεται η εφημερίδα «Σαμπάχ» (11 Μαρτίου 2018), «δεν τον ενθουσιάζει καθόλου». Και στις δύο περιπτώσεις, το MHP παραμένει πιστό σε μια τουρκοκεντρική θεώρηση των διεθνών σχέσεων. Μια πραγματικότητα την οποία οφείλει να έχει υπόψη ο Ερντογάν.

Παρ’ όλα αυτά, η στρατηγική του ενέχει κινδύνους. Πρώτον επειδή ένα μέρος του ισλαμικού κινήματος βλέπει με κακό μάτι την εθνικιστική στροφή του. Ο Τεμέλ Καραμολάογλου, πρόεδρος του Κόμματος Ευτυχίας (Saadet Partisi, SP), ενός ισλαμιστικού σχήματος που ζει στη σκιά του AKP από το 2002, υποστηρίζει την επέμβαση στη βόρεια Συρία, επιχειρεί όμως να συσπειρώσει στις γραμμές του τους συντηρητικούς μουσουλμάνους που δεν εκτιμούν καθόλου το MHP, καθώς θεωρείται ακραίο και αντιθρησκευτικό. Εξάλλου, τίποτα δεν μαρτυρά πως το κόμμα αυτό αποτελεί πραγματικά τη δεξαμενή των επιπλέον ψήφων που αναζητά ο Ερντογάν. Πολλοί μαχητικοί οπαδοί του MHP προσχώρησαν στο Καλό Κόμμα (İyi Parti), που ιδρύθηκε το Οκτώβριο του 2017 από τη Μεράλ Ακσενέρ, πρώην επιφανές στέλεχος του ακροδεξιού κόμματος, η οποία επέκρινε τη συμμαχία με το AKP. Αυτοπροσδιοριζόμενη ως «εθνικίστρια και κοσμική» και έχοντας διατελέσει υπουργός Εσωτερικών (2008-2009) και Άμυνας (1996-1997), δεν κρύβει τις προεδρικές φιλοδοξίες της. Οι επικριτικές ομιλίες της εναντίον της κυβέρνησης της εξασφαλίζουν επίσης την υποστήριξη των πιο δεξιών από τους ψηφοφόρους του CHP, όπως και παλιών οπαδών του AKP, τους οποίους καθησυχάζουν οι «θρησκευτικές πεποιθήσεις» της, που προβάλλει συνεχώς στον δημόσιο λόγο της. Τον περασμένο Φεβρουάριο, μια δημοσκόπηση της εταιρείας Γκεζιτσί προκάλεσε μεγάλη αίσθηση προβλέποντας τη νίκη της έναντι του Ερντογάν σε έναν ενδεχόμενο δεύτερο γύρο των προσεχών προεδρικών εκλογών (6).

Κανείς δεν γνωρίζει τις προθέσεις του Τούρκου προέδρου εάν επανεκλεγεί, πέρα από την εμμονή του να καταστήσει την Τουρκία μία από τις δέκα πρώτες παγκόσμιες οικονομικές δυνάμεις. Ένας στόχος που, σύμφωνα με τον ίδιο, «θα κάνει να ξεχαστεί ο “μεγάλος ασθενής” και θα αποδείξει την ορμητική δυναμική της Τουρκίας» –μια αναφορά στην άσχημη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα μέσα του 19ου αιώνα. Σύμβολο της φιλοδοξίας αυτής είναι τα μεγάλα έργα που ανέλαβε η κυβέρνηση: το νέο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, που θα εγκαινιαστεί το ερχόμενο φθινόπωρο, θα έχει ετήσια δυναμικότητα 150 εκατομμυρίων επιβατών –ένα παγκόσμιο ρεκόρ. Άραγε, εάν ο ρεΐς (αρχηγός), όπως τον αποκαλούν οι οπαδοί του, παραμείνει στην εξουσία, θα επανέλθει με ένα πιο συντηρητικό πρόγραμμα, με εξισλαμισμό των δημοκρατικών θεσμών, όπως υποπτεύεται το HDP, το CHP και το Καλό Κόμμα; Οι σημερινοί σύμμαχοί του σε μια τέτοια περίπτωση θα γίνουν πολέμιοί του, άρα και στόχοι του. Δεν ήταν μήπως ο Τούρκος ηγέτης ο πιο ανοικτός σε διάλογο με τους Κούρδους, πριν στραφεί βίαια εναντίον τους;

πηγή: monde-diplomatique