Συνέντευξη του Φώτη Κουβέλη στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και στο δημοσιογράφο Δημήτρη Κουκλουμπέρη

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Συνέντευξη του Φώτη Κουβέλη στην “Εφημερίδα των Συντακτών” και στο δημοσιογράφο Δημήτρη Κουκλουμπέρη / 6 View / 06/11/2019

-Τέσσερις μήνες μετά τη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών και την επικράτηση της ΝΔ, θα λέγατε ότι η χώρα επιστρέφει σε αυτό που λέμε “κανονικότητα”;

 

Η μόνη «κανονικότητα» που επιτυγχάνει η κυβέρνηση της ΝΔ είναι αυτή που αντιστοιχεί στις δικές της βαθύτατα νεοφιλελεύθερες και συντηρητικές επιλογές.

 

Οργανώνει και συστηματικά εγκαθιστά το δικό της «επιτελικό κράτος» για να ελέγχει ασφυκτικά τις δομές του και να το καταστήσει διεκπεραιωτή της πολιτικής του και μάλιστα, με έντονα τα στοιχεία του αυταρχισμού.

 

Οι πρώτες καταγραφές της οικονομικής της πολιτικής μαρτυράνε τον χαρακτήρα της ανάπτυξης που υπόσχεται. Ανάπτυξη άδικη για την κοινωνία, με το δεδομένο ότι επιλέγει ως επικαρπωτή της ανάπτυξης, που έστω επαγγέλλεται, του ολίγους, σε στενή σχέση με το παρασιτικό κεφάλαιο. Ενσωματώνει στο εσωτερικό της εθνικιστικά στοιχεία, σε συνθήκες ιδιαίτερα σύνθετες για τη χώρα, που οδηγούν την εξωτερική πολιτική στη θέση του θεατή. Αυτή ναι, είναι η «κανονικότητα» της πολιτικής της κυβέρνησης.

 

 

-Συμμερίζεστε την ανησυχία αρκετών περί ενός ρεύματος νεοσυντηρητισμού στον τόπο και πώς μπορεί αυτό να αποτραπεί;

 

Το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποδοθεί σε ρεύμα νεοσυντηρητισμού μέσα στην ελληνική κοινωνία, με όρους ιδεολογικοπολιτικούς. Η κόπωση από τα μέτρα της μνημονιακής περιόδου, τα πλήγματα που δέχθηκε ο κόσμος της εργασίας, η απίσχναση του παραγωγικού ιστού, παρά τις μεγάλες προσπάθειες και τα μέτρα που πήρε και πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ για τον περιορισμό και την άμβλυνσή τους, οδήγησε ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας να ψηφίσει τη ΝΔ, με την προσδοκία της αλλαγής. Αόριστης βέβαια «αλλαγής», με κρυμμένο το περιεχόμενό της, η οποία συστηματικά προβλήθηκε ως υπόσχεση από την οργανωμένη επικοινωνιακή μηχανή που στρατεύθηκε στη μεταβολή των εκλογικών συσχετισμών.

 

Το εκλογικό αποτέλεσμα του 31,5% που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνομολογεί την ύπαρξη «ρεύματος νεοσυντηρητισμού» στον τόπο.

 

 

-Την ίδια ώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση έχει θέσει σε πλήρη εφαρμογή το σχέδιο του πολιτικού του μετασχηματισμού και του ανοίγματός του σε νέες κοινωνικές δυνάμεις. Πώς κρίνετε τις ως τώρα προσπάθειες;

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την ηγετική δύναμη στον προοδευτικό κοινωνικό χώρο. Το γεγονός αυτό αποτελεί εντολή να αντιστοιχηθεί με την κοινωνία και να διαμορφώσει συνθήκες, δυνατότητες συλλογικής δράσης και αριστερής προοδευτικής έκφρασης στα πολλαπλά κοινωνικά πεδία. Εκεί δηλαδή που η αντιπαράθεση μεταξύ της προοδευτικής και συντηρητικής πολιτικής όχι μόνον παραμένει, αλλά καταγράφεται με μεγαλύτερη ένταση, διευρυνόμενη από τις οικονομικές συνθήκες και τις κοινωνικές ανισότητες που συστηματικά προωθούνται από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική.

 

Οι πολίτες πρέπει να έχουν την πολιτική τους αντιπροσώπευση, με διάφορες μορφές, στο πλαίσιο βέβαια ενός κόμματος που ορίζεται από την αριστερή, ριζοσπαστική, προοδευτική πολιτική, διαρκώς ανανεούμενη και ενισχυόμενη εξελικτικά.

 

Ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να προωθήσει και να εκφράσει μια Αριστερά ανοιχτή και ευρύχωρη για να μπορούν συμμετοχικά να εκφράζονται και να συμπορεύονται όσο το δυνατό ευρύτερες αριστερές, σοσιαλιστικές, προοδευτικές και οικολογικές κοινωνικές δυνάμεις, που θα μπορούν να οικοδομήσουν ένα πλατύ κίνημα, ικανό να μετακινεί την πολιτική σε ουσιαστική προοδευτική κατεύθυνση. Μια Αριστερά όχι περιχαρακωμένη, αλλά προωθητική της «Κυβερνώσας Αριστεράς».

 

Αυτή η διαδικασία θετικά και ελπιδοφόρα εξελίσσεται.

 

 

-Σας βρίσκει σύμφωνο μια πιθανή απεύθυνση στη βάση για την ανάδειξη του προέδρου;

 

Δεν θεωρώ ούτε μείζον ούτε κρίσιμο το ζήτημα αυτό. Σημαντικό και αναγκαίο είναι η συλλογικότητα, η συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό του πλαίσιο, η αντιστοίχησή του με την κοινωνία, η οποία, με την οικειοποίηση των ιδεών, των αξιών και των πολιτικών διεκδικήσεών του, θα τον διευρύνει.

 

 

-Από την πλευρά σας, με ποιο τρόπο σκοπεύετε να στηρίξετε το εγχείρημα;

 

Η Ενωτική Κίνηση Ευρωπαϊκής Αριστεράς (Ε.ΚΙ.Ε.Α.), στην οποία ανήκω, παίρνει μέρος στη διαδικασία του μετασχηματισμού με όλες της τις δυνάμεις. Με δημόσια παρουσία σε ολόκληρη την Ελλάδα. Με συγκεκριμένες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις στον πολιτικό και κοινωνικό χώρο.

 

 

-Σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στο ευρωπαϊκό πεδίο, πιστεύεται ότι έχει περιοριστεί ο κίνδυνος της ενίσχυσης φωνών και δυνάμεων που τίθενται ενάντια στη συνεκτική, αλληλέγγυα και προοδευτική Ευρώπη;

 

Το πολιτικό σχέδιο υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να είναι ένας τεχνοκρατικός εκσυγχρονισμός που αφήνει τη μισή και πλέον κοινωνία έξω από την εξέλιξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει κατακτήσει την ενοποίησή της και επιμένει δογματικά στις πολιτικές λιτότητας που υπονομεύουν τη συνοχή της και την εμπιστοσύνη των λαών.

 

Σε αυτό το περιβάλλον γίνονται ευεπίφοροι στον εθνικισμό και τον εθνικό απομονωτισμό όσοι φοβούνται τις μετακινήσεις πληθυσμών και όσοι βιώνουν την ανισότητα και αισθάνονται ότι απειλούνται από τη φτωχοποίηση.

 

Αν οι πολιτικές δυνάμεις που είναι υπέρ της Ευρώπης δεν προωθήσουν πειστικό δημοκρατικό πρόγραμμα εξόδου από την οικονομική και προσφυγική κρίση, η ακροδεξιά θα έχει όλο και μεγαλύτερα κέρδη. Ακόμη και να μην υπερισχύσει η ακροδεξιά, εξίσου επικίνδυνη είναι η επιρροή που αποκτά με όσα ενσταλάζει στον κοινωνικό ιστό. Είναι ανάγκη η δημιουργία ενός πλατιού ευρωπαϊκού μετώπου για την προώθηση ευρωπαϊκών προοδευτικών πολιτικών.

 

 

-Τέλος, μετά την αρνητική εξέλιξη με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Βόρειας Μακεδονίας, εκτιμάται ότι ανακύπτει ζήτημα μη ισχύος της Συμφωνίας των Πρεσπών;

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να μην διαμορφώνει τη δική της πολιτική για τη θωράκιση της ειρήνης , της αλληλεγγύης και της δημοκρατικής συνεργασίας, σε ένα μάλιστα παγκόσμιο περιβάλλον που δραματικά και επικίνδυνα ανακαθορίζεται για τους λαούς του κόσμου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να έχει τις δικές της πρωτοβουλίες και να μην επιλέγει το ρόλο του θεατή των εξελίξεων και των προκλήσεων, όταν μάλιστα αυτές υπονομεύουν και προσβάλλουν τα δικαιώματα και την ειρήνη των λαών.

 

Η ευρωπαϊκή προοπτική των δυτικών Βαλκανίων αφορά και την Ευρώπη και, ιδιαίτερα, την Ελλάδα. Οφείλει η Κυβέρνηση, αξιοποιώντας τις σημαντικές κατακτήσεις των τελευταίων ετών στην εξωτερική πολιτική της χώρας μας, να πάρει πρωτοβουλίες και να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, με καθαρό λόγο και χωρίς αμφισημίες, για την έναρξη, χωρίς καθυστερήσεις, των ενταξιακών διαδικασιών για τη Βόρεια Μακεδονία.

 

Είναι απαράδεκτο η Κυβέρνηση να επιλέγει τη σιωπή του απλού παρατηρητή, αφήνοντας τις κινήσεις σε άλλους, όταν μάλιστα ο κίνδυνος της αποσταθεροποίησης και της ρευστότητας της περιοχής είναι υπαρκτός και η επιστροφή των εθνικισμών είναι προ των πυλών στη Βόρεια Μακεδονία.

 

Το ενδεχόμενο επανόδου των εθνικισμών και η αλλαγή των πολιτικών-εκλογικών συσχετισμών στη Βόρεια Μακεδονία απειλεί την ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών.