Πολιτική ή Θεσμική είναι η ευθύνη για την βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών δομών της χώρας; Του Βασίλη Κωστόπουλου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πολιτική ή Θεσμική είναι η ευθύνη για την βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών δομών της χώρας; Του Βασίλη Κωστόπουλου / 113 View / 22/08/2016

Η οικονομική κρίση που επικρατεί στη χώρα από το 2010 έφερε στο φως της δημοσιότητας  πολυάριθμα οικονομικά σκάνδαλα και παρατυπίες/παρανομίες στη διαχείριση του δημοσίου πλούτου.

Χωρίς διάθεση υπεράσπισης του πολιτικού συστήματος,  οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι όλα τα μικρά ή τα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα ή οι παρατυπίες φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα που έρχονται στο φως της δημοσιότητας μπορεί να έχουν σε συντριπτικό ποσοστό τελική-εγκριτική υπογραφή από πολιτικό πρόσωπο, προηγούνται όμως υπογραφές ή γνωμοδοτήσεις από υπηρεσιακά ή νομικά όργανα.

Οι έλεγχοι των δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης είναι πολυεπίπεδοι με την ανώτατη δικαιοδοσία ελέγχου  να την έχει το Εθνικό Κοινοβούλιο αλλά και  ένα μεγάλο αριθμό ελεγκτικών θεσμών/δομών που ασκούν πλήθος ελέγχων,  τους οποίους μπορούμε να τους διακρίνουμε σε κανονικούς/συνεχείς  και σε έκτακτους. Οι κανονικοί δημοσιονομικοί έλεγχοι που πραγματοποιούνται συνεχώς διακρίνονται σε τρία επίπεδα.  Το πρώτο επίπεδο έλεγχου είναι ο εσωτερικός έλεγχος που ασκείται από τις οικονομικές διευθύνσεις  των Υπουργείων, κατά το στάδιο της έγκρισης ανάληψης υποχρέωσης από τον διατάκτη.   Το δεύτερο επίπεδο ελέγχου είναι εξωτερικό αφορά των έλεγχο των δαπανών όλων των φορέων και οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα που πραγματοποιούν οι Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ) του Υπουργείου Οικονομικών που  εδρεύουν σε κάθε Υπουργείο και Διοικητική Περιφέρεια της χώρας. Το τρίτο  επίπεδο ελέγχου  πραγματοποιείται από τις Διοικητικές Υπηρεσίες των Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου  που εδρεύουν σε όλα τα Υπουργεία, νομούς και ορισμένους δήμους και οργανισμούς της χώρας,  οι οποίες  θεωρούν τα χρηματικά εντάλματα και τα επιστρέφουν στις  ΥΔΕ για προώθηση τους στις ΔΟΥ προς εξόφληση. Στις δομές του «κανονικού» ελέγχου των δημοσίων φορέων μπορούμε να εντάξουμε και τις υπηρεσίες του Νομικού Συμβουλίου το Κράτος που εδρεύουν στα Υπουργεία και εκδίδουν γνωμοδοτήσεις σε ερωτήματα της διοίκησης, την Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) και τα Σώματα/Υπηρεσίες Επιθεώρησης ή/και Ελέγχου που ασκούν συγκεκριμένους ελέγχους και υπάγονται σε Υπουργεία, σε Περιφέρειες,  σε ΟΤΑ, σε ΔΕΚΟ  και σε ΝΠΙΔ.

 Οι έκτακτοι έλεγχοι αφορούν:

  1.  Τη Δικαστική Λειτουργία του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε περιπτώσεις διαφωνίας των οργάνων του κανονικού ελέγχου ή του ελεγχόμενου φορέα.
  2. Τη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΓΓΔΕ) που υπάγεται στο Υπουργείο οικονομικών.
  3. Το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (ΣΕΕΔΔ) που σήμερα υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  4. Το Συντονιστικό Όργανο Επιθεώρησης και Ελέγχου (ΣΟΕΕ) που διοικείται από το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.
  5. Το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ).

Με εξαίρεση το Ελεγκτικό Συνέδριο και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους που είναι θεμελιώδεις Θεσμοί  του Ελληνικού Κράτους από τον 19ο αιώνα  όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι θεσμοί που διεξάγουν ελέγχους δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες με σκοπό να θεραπεύσουν το ίδιο πρόβλημα της κακοδιαχείρισης του δημόσιου πλούτου και του παράνομου πλουτισμού δημοσίων λειτουργών.

Είναι  προφανές ότι στη περίπτωση των έκτακτων ελέγχων ο κάθε ελεγκτικός θεσμός ελέγχει τη νομιμότητα πράξεων που έχουν ήδη ελέγξει οι ελεγκτικές δομές των κανονικών ελέγχων και ενίοτε και άλλοι ελεγκτικοί θεσμοί που ασκούν έκτακτους ελέγχους. Με λίγα λόγια ο ένα ελέγχει τον άλλο αλλά το συνολικό αποτέλεσμα είναι  αλυσιτελές για τη χώρα όχι απαραιτήτως από δόλο ή σκόπιμες παραλήψεις των Θεσμών/φορέων έκτακτου ή κανονικού ελέγχου αλλά σίγουρα από την ασάφεια στα όρια δικαιοδοσίας των ελεγκτικών φορέων και την πολυνομία του ελληνικού κράτους.

Σημαντικό ενδιαφέρον όμως έχουν και οι επίσημες τοποθετήσεις

Ανθρώπων που υπηρετούν ή υπηρέτησαν σε ανώτατες θέσεις  στους ελεγκτικούς μηχανισμούς της χώρας. Ο αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συγγραφέας Ιωάννης Σαρμάς σε συνέδριο που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας την 1-6-2011 με τίτλο «Αναποτελεσματικοί οι Ελεγκτικοί Μηχανισμοί στην Ελλάδα» απέδωσε Ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο των ελεγκτικών μηχανισμών της χώρας μας, οι οποίοι, όπως τόνισε αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί στο να ελέγξουν την σπατάλη και την διαφθορά, καθώς εστιάζουν στην τυπική νομιμότητας και όχι στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση»

Ο Αρεοπαγίτης Λέανδρος Ρακιτζής, που υπηρέτησε για 11 περίπου χρόνια το θεσμό του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, σε σύντομο δοκίμιο περί του θεσμού του Γενικού Επιθεωρητή σημειώνει  ότι «απαιτείται η πολιτική βούληση για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης και ότι η προσπάθεια  πρέπει να βασίζεται σε τρεις αρχές: α) πρέπει να μελετηθεί και θεσπισθεί το κατάλληλο σύστημα ελέγχου της δημόσιας διοίκησης, β) να αξιολογηθούν τα υπάρχοντα συστήματα ελέγχου από την άποψη του οφέλους και του κόστους και γ) να γίνει ανταλλαγή τεχνογνωσίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς και για τη βελτίωση των συστημάτων διοίκησης με άλλες δημόσιες ή ιδιωτικές οικονομίες που αντιμετώπισαν παρόμοιας φύσεως προβλήματα».

Είναι εύκολο να καταγγέλλουμε το πολιτικό σύστημα για τη σημερινή κατάσταση των δομών ελέγχου των δημοσίων φορέων και να  περιμένουμε από αυτό τη βελτίωση της σημερινής πολυδαίδαλης και ανεπαρκούς εκ των πραγμάτων ελεγκτικής διαδικασίας. Όμως από την πλευρά των ελεγκτικών θεσμών,  δεν υπήρξε ποτέ κάποια θεσμική πρωτοβουλία να συνεργαστούν μεταξύ τους και να υποβάλλουν στη Κυβέρνηση μια ενιαία πρόταση συνολικών μεταρρυθμίσεων για να βελτιώσουν την κατάσταση. Καλές είναι οι διαπιστώσεις όμως χρειαζόμαστε λύσεις και οι θεσμικά αρμόδιοι φορείς έχουν και την ευθύνη για κοινές προτάσεις που θα αντιμετωπίζουν ένα κοινό πρόβλημα.  Ο ρόλος τους άλλωστε ως θεσμοί δεν περιορίζεται σε αυτόν του παρατηρητή και  του σχολιαστή μιας κατάστασης στην οποία είναι συνυπεύθυνοι, αλλά στη συνεργασία μεταξύ τους για τη βελτίωση της.

Εάν οι συναρμόδιοι ελεγκτικοί θεσμοί δεν δρομολογήσουν  πρωτοβουλίες για τη μεταξύ τους συνεργασία,  τότε είναι ευθύνη της Κυβέρνησης να τους υποχρεώσει να την αναλάβουν.