Περί ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης ο λόγος. Του Αντώνη Ρουπακιώτη

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Περί ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης ο λόγος. Του Αντώνη Ρουπακιώτη / 29 View / 14/10/2016

I. Ορίζει το Σύνταγμα (άρθρο 87) ότι οι δικαστές «απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία», η ανάγκη δε διασφάλισης της ανεξαρτησίας τους εξακτινώνεται προς όλους, εφόσον μάλιστα ο σεβασμός στο Σύνταγμα γενικότερα αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων (άρθρο 120). Πρωτίστως όμως το κέντρο βάρους μεταφέρεται στους ίδιους τους δικαστές, εφόσον είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι.

Αρκεί η σταθερή στάση των δικαστών; Σε πολύ μεγάλο βαθμό ναι, όχι όμως σε απόλυτο, επειδή η δικαστική εξουσία, όπως τη χαρακτηρίζει το Σύνταγμα, δεν είναι νησίδα, αλλά ενυπάρχει στην οργανωτική δομή του κράτους με τη νομοθετική και πολιτική εξουσία, πορεύεται δε στο κοινωνικό σύμπαν, το οποίο διαμορφώνουν η οικονομική επιχειρηματικότητα και τα συμφέροντά της, η λειτουργική εξουσία και διείσδυση των ΜΜΕ, ακόμη δε και η εκκλησιαστική εξουσία.

Παλαιότερα, η μία ή η άλλη εξουσία παρενέβαινε δεινά στο δικαστικό γίγνεσθαι, ενώ βεβαίως ομνύονταν στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τα τελευταία όμως χρόνια δημιουργούνται συνθήκες που ενισχύουν το κύρος και την ανεξαρτησία των δικαστών (βλέπετε, μεταξύ άλλων, αποφάσεις ΣτΕ για αντισυνταγματικότητα μνημονιακών διατάξεων ή την αποτελεσματικότητα εισαγγελικών λειτουργών, διαφθοράς – οικονομικών, και ανακριτικών αρχών για την πάταξη της διαφθοράς).

Με την οχύρωσή τους από τη συνταγματική τάξη της ελευθερίας και ανεξαρτησίας τους οφείλουν οι δικαστές και δικαστίνες να ανθίστανται σε παρεμβάσεις ή άσκηση πιέσεων ή και απειλές από την όποια εξουσία, ή από οργανωμένα συμφέροντα, πρωτίστως όμως να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία τους στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της δικαστικής εξουσίας, αφού στο πεδίο αυτό αναζητείται η κύρια πηγή αμφισβήτησης της πρώτης.

II. Η μιντιακή εξουσιαστική λειτουργία θα έλεγα ότι αποτελεί στην εποχή μας την πλέον ισχυρή παρέμβαση στο δικαστικό γίγνεσθαι με τις βεβιασμένες κρίσεις της, την προβολή διαστρεβλωτικών δήθεν ειδήσεων, ακόμη δε και με υπόρρητες ή ρητές, πιεστικές ή και χλευαστικές αναφορές προσωπικώς σε βάρος δικαστών. Υπάρχουν επαρκή δείγματα τις τελευταίες ημέρες.
Η πολιτική εξουσία έχει επί σειρά ετών, και μετά τη μεταπολίτευση, επιδείξει ασυναγώνιστη δράση με τις παντί τρόπω παρεμβάσεις της σε βάρος της δικαστικής εξουσίας, όπως με τις καταδύσεις της για την επιλογή της λεγόμενης –αδοκίμως– ηγεσίας στα ανώτατα ιδίως δικαστήρια ή την παρεμπόδιση εξέλιξης εισαγγελικού-ερευνητικού έργου, ή, αντιθέτως, την επιλεκτική προώθηση άλλων υποθέσεων, ή κατά τα συμφέροντά της διαμόρφωση της επετηρίδας εξέλιξης των δικαστών. Με αυτό τον τρόπο το πολιτικό εκείνο σύστημα απέκτησε ερείσματα στον χώρο της δικαστικής εξουσίας, που τα αξιοποιεί μάλιστα μέχρι σήμερα.

Ετσι, όταν από πρωίας μέχρι νυκτός ακούγονται εκείνοι που άσκησαν τόσα χρόνια τη διακυβέρνηση της χώρας να καταγγέλλουν ότι σήμερα διαπιστώνουν παρεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης –και να ισχυρίζονται ότι αυτοί εγγυώνται την ανεξαρτησία της–, φθάνει στα χείλη σου η φράση «Θου Κύριε…».

ΙΙΙ. Αυτά γράφονται με αφορμή την αναμενόμενη απόφαση του ΣτΕ για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών, γι’ αυτό και κατά κόρον είτε εκπέμπεται η κοινότοπη ρήση ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη ή, αντιθέτως, ότι παραβιάζεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση, ενώ ταυτόχρονα οι αντίπαλοί της, στον ίδιο ή με άλλο συλλογισμό τους, προβλέπουν την απόφαση του ΣτΕ ή λοιδορούν ακόμη και ανώτατους δικαστικούς, τελευταία δε επιτίθενται, κατά τρόπο αδιανόητο, κατά του προέδρου του ΣτΕ.

Εγώ δεν γνωρίζω τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάσκεψη της Ολομέλειας του ΣτΕ για την έκδοση απόφασης για τις τηλεοπτικές άδειες.

Ωστόσο, παρ’ ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ματαιώνεται για λειτουργικούς λόγους διάσκεψη δικαστικών σχηματισμών, θα ήταν προτιμότερο να συνεχιστεί, παρά τις όποιες αντιξοότητες, η διάσκεψη για την έκδοση της σχετικής απόφασης, για να μη μένει περιθώριο δεύτερων σκέψεων και αμφιβολιών, ή για να αποδείξει το ΣτΕ, με το κύρος και την ιστορικότητά του –χωρίς να είναι αλάνθαστο σε αποφάσεις του– ότι κλείνει κάθε χαραμάδα, ώστε ενδεχόμενη απόπειρα παρέμβασης με εκφοβισμούς και απειλές στο δικαιοδοτικό έργο του να μοιάζει ως κάποιος να επιχειρεί να θανατώσει ελέφαντα με αεροβόλο.

IV. Μια τελευταία αφορμή για πρόκληση έντασης «ανακαλύφθηκε» στις δηλώσεις του προέδρου του ΣτΕ, ότι το ΣτΕ παρακολουθεί και την αγωνία της ελληνικής κοινωνίας, επειδή διατύπωσε, δηλαδή, το αυτονόητο για τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου.

Είναι σαφές βέβαια ότι από το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος, ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό» ή ότι οι «αποφάσεις των δικαστηρίων εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού», επ’ ουδενί εννοείται ότι ο λαός απ’ ευθείας προσδιορίζει τη δικαιοδοτική κρίση των δικαστηρίων, αλλά αυτή διαμορφώνεται μέσω των θεσμοθετημένων διαδικασιών και με την τήρηση των κανόνων δικαίου.

Ωστόσο, γνωρίζουν και οι με τόση ευκολία καταγγέλλοντες –το όποιο συμφέρον γαρ– ότι καταγράφονται στο Σύνταγμα ή διατρέχουν αυτό θεμελιώδεις αρχές, για την εφαρμογή των οποίων τα ελληνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα, λόγω της επιλεγμένης αοριστίας ή του μεγάλου θεσμικού εύρους των αρχών αυτών, να γνωρίζουν το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι ή τις συνθήκες που διαμορφώνονται αιφνιδιαστικά κατά καιρούς.

Ως τέτοιες, μεταξύ άλλων, είναι η επίκληση υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος ή η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας κ.ά. Χαρακτηριστικές ως προς αυτό μάλιστα είναι οι αποφάσεις του ΣτΕ ως προς τη συνταγματικότητα μνημονιακών διατάξεων για τη μείωση των συντάξεων, διαφορετικές μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου.

Γιατί, λοιπόν, διαμαρτύρονται;

V. Ανεξάρτητη δικαστική εξουσία, λοιπόν, που λειτουργεί με υπευθυνότητα και με βάση το Σύνταγμα, τον νόμο, τη δικαστηριακή νομολογία, τον νομικό πολιτισμό. Δικαστική εξουσία χωρίς δογματικές αγκυλώσεις και άρνηση του κοινωνικού ελέγχου, παρ’ ότι ο τελευταίος δεν έχει συγκεκριμένα όρια, αλλά καθείς μπορεί να αντλήσει από την ιστορική εξέλιξή του σκέψεις και ερεθίσματα.

Ετσι μόνο δεν θα απαιτείται επιτέλους να κυρτώνει η μνήμη των πολιτών για να θυμηθούν την πολυχρησιμοποιούμενη μέχρι και σήμερα αναφορά στον «ταπεινό μυλωνά του Βερολίνου ή τον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη», εφόσον μάλιστα, πέραν των άλλων, η κατάδυση αυτή σε παρελθόντες αιώνες προσβάλλει τους δικαστές της εποχής μας –μεταξύ των οποίων είναι πολλοί οι λαμπροί και οι καλοί.

*Ο Αντώνης Ρουπακιώτης είναι πρώην υπουργός Δικαιοσύνης

Πηγή: “Εφημερίδα των Συντακτών”